«Ἦλθε κάποιος ἀπό μακριά στό Μοναστήρι νά προσκυνήση τήν Κάρα τοῦ Ἁγίου. Σ᾽ ὅλο τό δρόμο μάλωνε μέ τήν γυναῖκα του, διότι νόμιζε ὅτι ἄργησαν νά ξεκινήσουν καί δέν θά προλάβαινε νά προσκυνήση τήν ἁγία Κάρα, γιατί θά τήν πήγαιναν ἀπό τό Μοναστήρι κάπου γιά προσκύνημα. Μόλις ἔφτασε, πρόλαβε τήν ἁγία Κάρα, τήν προσκύνησε καί ἀμέσως μόλις τόν εἶδε ὁ γέρων Ἰάκωβος, τοῦ λέει: ”Τί κάνεις, τέκνο μου, εἶδες πόσο ζωντανός εἶναι ὁ ἅγιος Δαυΐδ; Εἶδες πῶς εὐωδίαζε ἡ ἁγία Κάρα; Ὁ Ἅγιος σέ περίμενε μέ ἀγάπη ὅπως ὅλους, ἀλλά, ἐσύ τέκνο μου, ἄκουγες τούς λογισμούς τοῦ διαβόλου καί σ᾽ ὅλο τό ταξίδι ἤσουν ἀνήσυχος καί ἐκνευριστικός πρός τήν σύζυγο”. Αὐτός ἔβαλε μετάνοια καί λέει, ”ποῦ τό ξέρετε, Γέροντα, ἐσεῖς αὐτό; Ἔτσι εἶναι”».