»Ἄλλη φορά -ἤμουν παρών ὡς μοναχός- πῆρε κάποιο φάκελο στά χέρια του ἀπό κάποιο προσκυνητή, μέ ἀρκετά χρήματα. Μετά ἔρχεται κάποιος ἱερομόναχος π. Παῦλος καί τοῦ δίνει τόν φάκελο νά τόν δώση σέ κάποιο ἄρρωστο παιδί, πού θά πήγαινε στό ἐξωτερικό γιά ἐγχείρηση.
— Γέροντα, λέω, μήπως εἶναι πολλά καί πρέπει νά κρατήσετε κάτι;
— Ὄχι, πάτερ μου, ὁ ἅγιος Δαυΐδ θά τά φέρη διπλάσια.
»Καί ὄντως μετά ἀπό δύο κιόλας ὧρες, ἦλθε κάποιος ἀφήνοντας στόν Γέροντα μία ἐπιταγή μέ διπλάσιο ποσό ἀπό αὐτό πού ἔδωσε ὁ Γέροντας.
»Ὁ Γέροντας συγκινημένος, μέ δάκρυα στά μάτια σηκώνεται, πάει στήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δαυΐδ, γονατίζει καί εὐχαριστεῖ τόν Ἅγιο γιά τό καθημερινό θαῦμα τῆς ἐλεημοσύνης».