Μία ἄλλη φορά πού εἶχα πάει νά μείνω στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ», διηγεῖται ὁ π. Παῦλος Τσουκνίδας, «ἀφοῦ τελείωσε ἡ θεία Λει-τουργία καί ἐκείνη τήν μέρα ἦταν Λειτουργός ὁ ἴδιος ὁ γέροντας Ἰάκωβος, περίμενα ὥς τό ἀπόγευμα γιά νά τόν δῶ κατ᾽ ἰδίαν, διότι ὅταν μιλοῦσες μαζί του ἔνοιωθες ἄλλος ἄνθρωπος, πετοῦσες, σοῦ μετέδιδε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν οὐράνια εὐωδία πού ἔβγαινε ἀπ᾽ τό σῶμα του· τοὐλάχιστον ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί ταῖς πρεσβείαις τοῦ ὁσίου Δαυΐδ, ἔνοιωθα τήν ἄρρητη εὐωδία ὅταν ἤμουν δίπλα του, ἀλλά δέν τοῦ τό ἔλεγα, γιατί κατάλαβα ὅτι τόν στενοχωροῦσα. Μάλιστα ἤθελα πάντα νά τόν καθυστερῶ στίς πνευματικές συζητήσεις πού ἔκανα μαζί του, γιά νά αἰσθάνωμαι περισσότερη ὥρα αὐτές τίς οὐράνιες εὐωδίες.