ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

Σειρά Βιβλίων Ιστοριομνημοσύνη – “Δημήτρης Μακρής: Ο Κλέφτης του Ζυγού”

Ἡ Ἑνωμένη Ρωμηοσύνη «ἐπέλεξε νὰ προβεῖ στὴν ἔκδοση ἑνὸς βιβλίου γιὰ ἕναν ἥρωα τοῦ 1821, ἑνὸς ἥρωα τῆς Ἐθνικῆς μας παλιγγενεσίας, καὶ μάλιστα τὸν κατ’ ἐξοχὴν ὑπερασπιστὴ τοῦ Μεσολογγίου στὴν περίοδο τῆς Πολιορκίας του. Ὁ καπετάνιος Δημήτρης Μακρῆς συμβολίζει τὸν ἡρωικότερο τῶν ἁγνῶν ἀπελευθερωτῶν, τὸν ἁγνότερο τῶν ἡρώων καὶ τὸν ἀφανέστερο τῶν ἐνδόξων».

Το πνεύμα των παλαιών Αγιορειτών. Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Τότε στό Μο­να­στή­ρι μας οὔ­τε γλυ­κά εἴ­χα­με οὔ­τε τυ­λι­χτά, οὔτε φα­νέλ­λες κα­λο­και­ρι­νές, οὔτε κάλ­τσες κα­λο­και­ρι­νές. Τό μό­νο γλυ­κό στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι ἦ­ταν τό νε­ράν­τζι ἀ­πό τή νε­ραν­τζιά τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Ἐ­πί­σης ἔ­κα­ναν καί κυ­δώ­νι πελ­τέ. Ὁ Ἀρ­χον­τά­ρης ἐ­μᾶς τούς νέ­ους, ἄν τοῦ ζη­τού­σα­με, μᾶς ἔ­δι­νε λί­γο. Ἄν ὅμως ἦταν Ἀρχοντάρης ὁ γερω Μητρο­φά­νης καί τοῦ ζη­τού­σα­με, ἔ­λε­γε μέ ἀ­πο­ρί­α: “Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον! Κα­λό­γε­ρος καί γλυ­κό;”.

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τπδ-τκς). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Νά ἔ­χου­με στα­θε­ρό­τη­τα στόν ἀ­γῶ­να μας. Νά μήν εἴ­μα­στε σάν τόν χε­ί­μαρ­ρο, πού κα­τε­βά­ζει μία φο­ρά τό νε­ρό καί με­τά ξη­ρα­ί­νε­ται· ἔτσι δέν βρί­σκει ἕ­νας δι­α­βά­της νά πι­ῆ λί­γο νε­ρό».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ια΄. Ἀθηνᾶ Σγούρου

«Ἀ­πό ποῦ;», τήν ρώ­τη­σαν οἱ ἀ­δελ­φές της. «Ἀ­κοῦ­στε καί θά σᾶς πῶ. Βρέ­θη­κα σέ σκο­τά­δι βα­θύ καί ἤ­θε­λα νά προ­χω­ρή­σω, νά φύ­γω ἀ­πό ἐ­κεῖ, νά δῶ φῶς. Μοῦ φά­νη­κε πώς κά­ποι­ος ἦ­ταν κοντά μου καί ὅ­πως προ­χω­ροῦ­σα, μέ συ­νώ­δευ­ε. Ἤ­ξε­ρε καί τ᾿ ὄ­νο­μά μου καί μοῦ εἶ­πε:

ς΄. Καβιώτης Κώστας, διά Χριστόν σαλός

Ολοι οἱ Κα­ρυ­ῶ­τες γνώ­ρι­ζαν τόν γε­ρω–Κώστα καί τοῦ ἔ­δει­χναν ἀ­γά­πη καί συμ­πά­θεια. Τόν ἔ­βλε­παν νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στίς Κα­ρυ­ές, νά λει­τουρ­γῆ­ται τα­κτι­κά στό Πρω­τᾶ­το, νά κά­νη τίς τρέλ­λες του, καί ὅ­λοι ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α.

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τοζ-τπγ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἕ­να νέ­ο μέ σο­βα­ρά ψυ­χο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα τόν ἔ­φε­ρε στόν Γέροντα ἕ­νας φί­λος του, γιά νά τόν βο­η­θή­ση. Τόν ρώ­τη­σε ὁ Γέροντας: «Θυ­μᾶ­σαι ποι­ός λο­γι­σμός σέ τρέ­λα­νε;». Ἐ­κεῖ­νος δέν θυ­μό­ταν καί ὁ Γέροντας τοῦ εἶ­πε ἀ­κρι­βῶς τί λο­γι­σμό εἶ­χε πρίν νά ἀρ­ρω­στή­ση. Ἐ­ξέ­φρα­σε ὁ Γέροντας μία με­γά­λη ἀ­λή­θεια. Ὅ­τι δη­λα­δή οἱ λο­γι­σμοί οἱ ἐμ­πα­θεῖς ὄ­χι μό­νο μᾶς τρελ­λα­ί­νουν, ἀλ­λά καί μᾶς κο­λά­ζουν, ὅ­πως λέ­νε καί οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες: «Εἷς λο­γι­σμός σώ­ζει καί εἷς λο­γι­σμός ἀ­πολ­λύ­ει».

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης (και Ηχητικό)

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τξς-τος). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Προ­σκυ­νη­τές με­τέ­φε­ραν στόν Γέροντα τά σχό­λια τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων γιά τήν πτώ­ση κλη­ρι­κοῦ. Ἄκου­σε μέ προ­σο­χή, χω­ρίς νά τα­ρα­χθῆ καί νά πα­ρα­συρ­θῆ, καί μέ ἠ­ρε­μί­α καί τα­πε­ί­νω­ση ἀ­πάν­τη­σε: «Ἐ­γώ δέν ξέ­ρω τί ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη, ἀλ­λά, ἄν ἔ­γι­ναν ὅ­πως μοῦ τά εἴ­πα­τε, φα­ί­νε­ται πώς ὁ Θε­ός λυ­πή­θη­κε τόν ἄν­θρω­πο αὐ­τόν, ἐ­πει­δή ἴσως εἶ­χε με­γά­λο ἐ­γω­ϊ­σμό, καί ἐ­πέ­τρε­ψε τήν πτώ­ση αὐ­τή μέ σκο­πό νά με­τα­νο­ή­ση καί νά σω­θῆ».

IZ΄. Ἡγούμενος Ἀνδρέας Ἁγιοπαυλίτης

«Ὁ  Με­νά­γιας ἦ­ταν προ­σω­πι­κός φί­λος τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει μία φω­το­γρα­φί­α του καί ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό­τε ἐ­κεῖ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ὁ Με­νά­γιας γιά νά τούς ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε μία λε­κά­νη, ἔ­βα­λε ἀ­λεύ­ρι καί νε­ρό, τά ἀ­να­κά­τε­ψε, ἀ­πό πά­νω ἔ­βα­λε τό κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου καί ἀ­πό μό­νο του χω­ρίς προ­ζύ­μι φού­σκω­σε».

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης καί ἡ λεσβία

Κάποτε ἦλθαν στόν ἅγιο Ἰάκωβο δύο παιδιά ἀπό Ἀθήνα καί εἶχαν μαζί τους μία κοπέλα, πού ζοῦσε στήν ἁμαρτία. Μόλις ἔφτασαν στήν Μονή συνάντησαν τόν Γέροντα, ὁ ὁποῖος μέ πραότητα καί γλυκιά καί ἤρεμη φωνή καλωσόρισε τά παιδιά…

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τνς-τξε). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Οἱ ἁ­πλοί ἄν­θρω­ποι πα­λαι­ό­τε­ρα μέ τήν ἁ­πλό­τη­τά τους κα­τέ­λη­γαν στήν γνώ­ση. Ἐ­νῶ σή­με­ρα μορ­φώ­νον­ται καί αὐ­τή τήν γνώ­ση τους τήν χρη­σι­μο­ποι­οῦν ἐ­κεῖ πού δέν ἁρ­μό­ζει. Βάζουν τήν λο­γι­κή ἐ­κεῖ πού δέν μπα­ί­νει, δέν βγα­ί­νει ἄ­κρη τε­λι­κά καί ἔ­τσι στό τέ­λος πέ­φτουν στήν πιό με­γά­λη ἄ­γνοι­α καί  πλά­νη».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τμζ-τνε). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ὅ­ταν ὁ Θε­ός θέ­λη νά ἑλ­κύ­ση κά­ποι­ον κοντά Του, τοῦ δί­νει μία σο­κο­λά­τα, γιά νά τόν γλυ­κά­νη. Τότε ἡ ψυ­χή τρελ­λα­ί­νε­ται ἀ­πό τήν χα­ρά της καί πά­ει κοντά στόν Θεό. Μόλις ὁ Θε­ός τήν δέ­σει μα­ζί Του μέ­σῳ τοῦ ἁ­γί­ου φό­βου Του, τό­τε γιά πο­λύ και­ρό δέν τῆς δί­νει καμ­μία ἄλ­λη πα­ρη­γο­ριά. Ὅ­μως ὅλο αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα ὁ Θε­ός ἑ­τοι­μά­ζει γιά τήν ψυ­χή ἐ­κε­ί­νη ὁ­λό­κλη­ρο ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­ο».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τλς-τμς). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ὁ ἅ­γιος Χρυ­σό­στο­μος, ὅ­ταν κοι­μό­ταν, ἄ­να­βε ἕ­να κε­ρί καί τό ἔ­βα­ζε πά­νω σέ μία λα­μα­ρί­να. Κάρφωνε ἕ­να καρφί στό κε­ρί, ἀφοῦ κα­νό­νι­ζε πό­ση ὥ­ρα θά κά­νει νά φθά­ση ἡ φλό­γα στό καρφί. Με­τά ἔ­πε­φτε τό κα­ρφί στήν λα­μα­ρί­να καί ἀ­πό τό θό­ρυ­βο ξυ­πνοῦ­σε».

Άγνωστα Συναξάρια – Ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης

Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης κατατάσσεται μεταξὺ τῶν μεγάλων μοναστῶν τῆς Παλαιστίνης, ἐξαιτίας τῶν πολλῶν χαρισμάτων του, τῶν θείων ἐνοράσεων καὶ ἐλλάμψεων καὶ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἀνταμείφθηκε. Πῶς ὅμως τὰ ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος ὅλα αὐτὰ καὶ πῶς φτάνει σὲ τόσο μεγάλα πνευματικὰ ὕψη;

Τὰ Φῶτα στὸ Ἀϊβαλὶ

Στὰ θαλασσινὰ τὰ μέρη ρίχνουμε τὸν Σταυρὸ ὓστερ’ ἀπὸ τὴ Λειτουργία τῶν Θεοφανείων. Ἔτσι τὸν ρίχναν καὶ στὴν πατρίδα μου κι ἦταν ἕνα θέαμα ἔμορφο καὶ παράξενο. 
Ἐκινοῦσε ἡ συνοδεία ἀπὸ τὴ Μητρόπολη. Μπροστὰ πηγαίνανε τὰ ξαφτέρουγα καὶ τὰ μπαϊράκια κι ὕστερα πηγαίνανε οἱ παπάδες μὲ τὸν Δεσπότη,

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τκς-τλε). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Εἴ­τε σφάλ­λου­με εἴ­τε ὄ­χι, νά ζη­τοῦ­με συγ­χώ­ρη­ση, ὅ­ταν μᾶς ἐ­λέγ­ξουν. Ἔ­τσι τα­πει­νω­νό­μα­στε καί χα­ρι­τω­νό­μα­στε. Ἄν ἄ­δι­κα κα­τη­γο­ρού­μα­στε, ἄς ὑ­πο­μέ­νου­με τήν ἀ­δι­κί­α μέ χα­ρά νά ξε­πλη­ρώ­σου­με καμ­μί­α ἁ­μαρ­τί­α. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ἤ­μα­σταν στόν κό­σμο, δέν λυ­πή­σα­με τούς γο­νεῖς, τά ἀ­δέλ­φια καί ἄλ­λους; Αὐ­τές οἱ ἁ­μαρ­τί­ες πῶς θά ξε­πλη­ρω­θοῦν; Μό­νο μέ τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί τήν συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή;».

Ο Παπαδιαμάντης στο Άγιον Όρος

Τον Ιούλιο του 1872, σε ηλικία 21 ετών, ο Παπαδιαμάντης πήγε στο Άγιο Όρος, την “Θεοβάδιστη Πολιτεία”, «χάριν προσκυνήσεως», όπως σημειώνει ὁ ίδιος στη πολύ σύντομη αυτοβιογραφία του. Είχε τη βαθειά επιθυμία να μονάσει, αλλά και «να γνωρίσει τα μοναστήρια, τους ιστορικούς και αγιογραφικούς θησαυρούς, τις ακολουθίες και την ασκητική ζωή, το αυστηρό ήθος, το αγιορείτικο ύφος της ψαλτικής, το ξεχωριστό τυπικό» της Ιεράς Κοινότητας.

Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἀμίσθου ἱεροψάλτου (εκοιμήθη στις 3 Ιανουαρίου 1911)

Ὁ γέρων τῆς Σκιάθου σχεδιάζει τὸ τελευταῖο του διήγημα, λίγο προτοῦ ἀποδημήσει, παραμονὲς τῶν Φώτων.
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, υἱὸς τοῦ ἱερέως Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ, διηγηματογράφος καὶ ἱεροψάλτης, ὠνειρεύθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου 1911, εἰς τὴν Σκίαθον, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔλαβε δὲ σημείωμα τοῦ Βλ. Γαβριηλίδου…..

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – ε΄. Μαρία Μιχαήλ [1]

Μέ τήν μεγάλη πίστη της στόν Θεό ὕψωνε τά χέρια καί τά μάτια στόν οὐρανό καί ἔλεγε: «Δοξάζω Σε, Θεέ μου, πού μοῦ τούς ἐπῆρες, Εὐχαριστῶ  Σε, Θεέ μου». Αὐτό τό ἐπαναλάμβανε πολλές φορές κλαίγοντας καί πρόσθετε: «Δέν θά τά βάλω μέ τόν Θεό. Ποιά εἶμαι ἐγώ; Ἔτσι ἤθελε ὁ Θεός». Βάπτισε  δύο κοριτσάκια πολύ φτωχῆς οἰκογένειας καί ἔδωσε τά ὀνόματα τῶν πεθαμένων κοριτσιῶν της, ὀνομάζοντάς τα Στυλιανή καί Χρυστάλλα.

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τιη-τκε). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τόν τα­πει­νό τόν προ­δί­δει ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ καί γί­νε­ται ἀ­γα­πη­τός. Γιά νά ἔλ­θη ἡ χά­ρις, πρέ­πει νά φύ­γη ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός, ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια, ἡ ζή­λεια, ἡ κε­νο­δο­ξί­α. Γιά νά φύ­γουν αὐ­τά, πρέ­πει νά τα­πει­νω­θοῦ­με. Καί γιά νά τα­πει­νω­θοῦ­με, πρέ­πει νά ὑ­πα­κού­ου­με, νά κό­ψου­με τό θέ­λη­μά μας».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιε΄. Ὁ κοσμοκαλόγηρος Δημήτριος ὁ καλυβίτης

Ἂν καί ἀ­πέ­φευ­γε νά ἀ­να­φέ­ρη τίς πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες πού ἔ­ζη­σε στήν κα­λύ­βα αὐ­τή, ἦ­ταν βέβαιο ἀ­πό μι­σό­λο­γα πού τοῦ ξέ­φευ­γαν ὅ­τι εἶ­χε ἐ­πι­σκέ­ψεις τῆς Πα­να­γί­ας καί πολ­λῶν Ἁ­γί­ων˙ πολ­λά πρω­ϊ­νά, ἂν τυ­χόν τόν ἔ­βλε­πε κα­νείς, τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν φω­τει­νό καί ἔ­λαμ­πε.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος

Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος εἶ­χε δεῖ στόν ὕ­πνο του ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο κε­κοι­μημέ­νο καί τόν ρώ­τη­σε:  

–Τί κά­νεις, παι­δί μου; Πῶς πέ­ρα­σες στήν ἐ­ξέ­τα­ση;  

–Γέροντα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, ὡς πρός τά κα­λο­γε­ρι­κά κα­θή­κον­τα πῆ­γα κα­λά. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός ἦ­ταν ἐ­πι­ει­κής μα­ζί μου. Ὡς πρός τά τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης δυ­σκο­λε­ύ­τη­κα πο­λύ, δι­ό­τι ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός μοῦ ἔ­κα­νε λε­πτο­με­ρῆ καί ἀ­συγ­κα­τά­βα­τη ἐ­ξέ­τα­ση.  

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τζ-τιζ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ὅ­ταν σέ συ­ναν­τή­ση ἕ­να φί­δι, πρῶ­τα σέ κοι­τά­ζει, σέ ψυ­χο­λο­γεῖ κα­λά καί, ἂν δῆ ὅ­τι ἔ­χεις τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἔρ­χε­ται κον­τά σου, σέ νι­ώ­θει σάν ἀ­φέν­τη του, σέ γλύ­φει, σέ προ­σκυ­νά­ει, για­τί νιώ­θει τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί αὐ­τό. Ὅ­λα τά ζῶ­α τό νιώ­θουν. Ἂν ὅ­μως δέν τό ἔ­χης, σέ φο­βᾶ­ται, σέ ἀ­πο­στρέ­φε­ται καί φεύ­γει».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιδ΄. Τατιανή Σαββίδου

Αὐ­τό τό δι­η­γή­θη­κε στήν Τα­τια­νή καί ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­πε: «Ἔ! π. Χρῆ­στο. Δέν ξέ­ρεις ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι εἶ­ναι γύ­ρω μας; Ἐ­γώ πολ­λές φο­ρές ἐ­δῶ στόν ἁ­η–Γι­ώρ­γη ἔ­χω δεῖ καί Ἀγ­γέ­λους καί Ἁ­γί­ους».

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – Ϲ΄. Κυριᾶκος, ὁ παράλυτος

Ἐκεῖνες τίς ἡμέρες παρουσιάστηκε κάτι σάν σύννεφο φωτεινό πάνω ἀπό τό κρεββάτι του καί τόν ἔλουζε μέ ἄσπρο φῶς. Τά ἄτομα πού τό εἶδαν, εἶπαν ὅτι μοιάζη μέ τό Ἅγιο Φῶς στόν Πανάγιο Τάφο. Μέσα σ᾿ αὐτό τό φῶς, τό πρόσωπό του ἔλαμπε σάν νά εἶχε δικό του φῶς. 

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τα-τς). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ἡ κρυ­φή ὑ­πε­ρη­φά­νεια δύ­σκο­λα κα­τα­λα­βαί­νε­ται. Βλέ­πει ὅ­μως κα­νείς ὅ­τι μέ­σα του δέν ἔ­χει ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀ­νά­παυ­ση. Ὅ­ταν κα­νείς εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος στό μυα­λό καί ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, ὁ Θε­ός τοῦ δί­νει πα­ρη­γο­ριά καί χα­ρά, σάν κά­ποι­ο παι­δί, ἄρ­ρω­στο δι­α­νο­η­τι­κά, πού πί­στευ­ε ὅ­τι εἶ­ναι στρα­τη­γός καί χαι­ρό­ταν. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως ἔ­χει κρυ­φή ὑ­πε­ρη­φά­νεια δέν αἰ­σθά­νε­ται ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀ­νά­παυ­ση καί πα­ρη­γο­ριά. Μπο­ρεῖ νά ἀ­να­παύ­η κα­νείς ψεύ­τι­κα τόν λο­γι­σμό του, ἀλ­λά τήν συ­νεί­δη­σή του δέν μπο­ρεῖ νά τήν ἀ­να­παύ­ση, ἄν βέ­βαι­α δέν ἔ­χη πο­ρω­θῆ». Πρέ­πει με­τά τήν πνευ­μα­τι­κή δι­ά­γνω­ση, νά μή δέ­χε­ται τούς ἐ­παί­νους καί νά ἀ­πο­βάλ­λη κά­θε ἰ­δέ­α πού ἔ­χει γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Ἄν δε­χθῆς ἕ­ναν ἔ­παι­νο γιά μί­α ἀ­ρε­τή πού ἔ­χεις, εἶ­ναι μι­σή ἁ­μαρ­τί­α, για­τί ὁ ἄν­θρω­πος δέν ἔ­χει τί­πο­τα κα­λό δι­κό του, ὅ­λα εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ Ἄν δέν τήν ἔ­χης κι­ό­λας, εἶ­ναι μι­ά­μι­ση ἁ­μαρ­τί­α

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (σκα-τ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

      «Τά ὀ­στᾶ ἑ­νός Γέ­ρον­τος στήν Προ­βά­τα κα­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή ἦ­ταν κα­τα­κί­τρι­να καί εὐ­ω­δί­α­ζαν. Ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του συν­τε­τριμ­μέ­νος ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε: ”Ἐ­γώ τόν ἁ­γί­α­σα. Ὅ­που μέ ἔ­στελ­νε τοῦ ἔ­λε­γα, “νά πᾶς ἐ­σύ”, δέν τοῦ ἔ­κα­να κα­θό­λου ὑ­πα­κο­ή. Πολ­λές φο­ρές τόν χτύ­πη­σα καί αὐ­τός τά ὑ­πέ­μει­νε ὅ­λα­”».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (σπ-σκ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

 «Νά μήν ἀ­να­φέ­ρου­με κα­θό­λου τό ὄ­νο­μα τοῦ πει­ρα­σμοῦ. Σ᾿ ἕ­ναν Γέ­ρον­τα ἑ­κα­τόν χρό­νων ἐμ­φα­νί­στη­κε ὁ δι­ά­βο­λος, γιά ψύλ­λου πή­δη­μα, για­τί εἶ­πε: “Βρέ τόν πει­ρα­σμό”, καί τόν ρώ­τη­σε ὁ πει­ρα­σμός “­τί θέ­λεις”­, καί ἐ­κεῖ­νος ἔ­πα­θε σόκ».

Αγιασμός και έναρξη κατηχητικών μαθημάτων βασισμένων στο βιβλίο «Το Μυστήριον του Χριστού»

Φίλοι και μέλη της Ενωμένης Ρωμηοσύνης Τρίπολης θα παρακολουθούν σειρά μαθημάτων ορθόδοξης κατήχησης βασισμένων στο βιβλίο των εκδόσεων του σωματείου με τίτλο: “Το Μυστήριον Του Χριστού”. Αποτελεί πανανθρώπινο φαινόμενο η αναζήτηση του Θεού και αδήριτη ψυχική ανάγκη η δίψα για γνώση και κοινωνία μαζί Του…

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (σο-σοθ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

 «Ἀν­δρι­σμός εἶ­ναι νά ἔ­χη κα­νείς παλ­λη­κα­ριά μέ­σα του. Ὅ­σοι ἀ­να­δεί­χθη­καν με­γά­λοι (ἥ­ρω­ες κ.λπ.), εἶ­χαν με­γά­λη καρ­διά, ἦ­ταν παλ­λη­κά­ρια. Ἀν­δρι­σμός εἶ­ναι νά δί­νε­σαι ὁ­λό­κλη­ρος μέ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν  Θεό­. Ἄν σοῦ πῆ μία κου­βέν­τα ὁ ἄλ­λος, δέν πει­ρά­ζει. Νά σκε­φτῆς: ”Ἐ­γώ πό­σες φο­ρές ἔ­σφα­λα;”. Εἶ­ναι παλ­λη­κα­ριά νά ση­κώ­νης ὅ,τι σοῦ λέ­νε. Αὐ­τός πού ἔχει ἀν­δρι­σμό, ἔ­χει καί ἀ­γά­πη καί ὁ Θε­ός τό ὑ­πο­λο­γί­ζει. Ὁ ἀν­δρι­σμός δέν εἶ­ναι βαρ­βα­ρό­τη­τα ἀλ­λά λε­βεν­τιά. Λε­βεν­τιά καί ὄ­χι κα­κο­μοι­ριά».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πος ὁ Κομ­πο­σχοι­νᾶς δι­η­γή­θη­κε: «Ἦ­ταν μί­α κα­λο­γρι­ού­λα στήν Μι­κρά Ἀ­σί­α μέ μία­ θαυ­μα­τουργή εἰ­κό­να. Θε­ρά­πευ­ε Τούρ­κους καί Χρι­στια­νούς. Στόν πό­λε­μο τοῦ ᾿22 αὐ­τή πῆ­ρε τήν εἰ­κό­να· ἐ­νῶ, λοι­πόν, σκό­τω­ναν οἱ Τοῦρ­κοι, αὐ­τήν δέν τήν ἔ­βλε­παν καί ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να. Μέ τό μύ­ρο πού ἔ­βγα­ζε ἡ εἰ­κό­να θε­ρά­πευ­σε ἄρ­ρω­στο».

Σελίδες