ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ὁ Μι­κρα­γι­αν­να­νί­της, ἤ­θε­λε ἀ­πό μι­κρός νά γί­νη μο­να­χός. Σέ ἡλι­κί­α 12 ἐ­τῶν ἔ­φυ­γε καί πῆ­γε σέ ἕ­να μο­να­στή­ρι τῆς Ἀτ­τι­κῆς, ἀλ­λά οἱ δι­κοί του τόν πῆ­ραν πί­σω.  

Ἀ­πό τόν Πνευ­μα­τι­κό του στόν κό­σμο ἔ­μα­θε ὑ­πα­κοή. Στήν ἐ­νο­ρί­α τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ του πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ὅ­λες τίς ἀ­κο­λου­θί­ες πού τίς ἔ­κα­νε, ὅ­πως στά μο­να­στή­ρια. Ζήτησε εὐ­λο­γί­α ὁ μι­κρός Θε­ο­δό­σης νά γί­νη μο­να­χός καί ὁ Πνευ­μα­τι­κός του τοῦ εἶ­πε: «Ἄν θέ­λης νά γί­νης κα­λό­γε­ρος, δέν ἔ­χεις εὐ­λο­γί­α νά πᾶς που­θε­νά ἀλ­λοῦ πα­ρά μό­νο στόν Γέ­ροντά μου Ἀ­βι­μέ­λεχ». Πίστευε ὅ­τι δέν θά ἄν­τε­χε τήν αὐ­στη­ρή ζωή τοῦ γε­ρω–Ἀ­βι­μέ­λεχ καί θά γύ­ρι­ζε πά­λι στόν κό­σμο, δι­ό­τι τόν προ­ώ­ρι­ζε γιά δι­ά­δο­χό του. 

ΙΓ’. Γερω–Γεώργιος τοῦ «Φανερωμένου»

Κάποτε, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α του, κά­τι τόν πα­ρα­κί­νη­σε ἐ­σω­τε­ρι­κά νά πῆ το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας. Ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό στα­σί­δι καί πῆ­γε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να της. Ἐ­νῶ ἔ­λε­γε το­ύς Χαι­ρε­τι­σμο­ύς, ξαφ­νι­κά πέ­φτει ἕ­να τοῦ­βλο με­γά­λο μέ σο­βᾶ, ἀ­κρι­βῶς στό μέ­ρος πού στε­κό­ταν προ­η­γου­μέ­νως.  Ἄν  κα­θό­ταν  ἐ­κεῖ,  θά  τόν  εἶ­χε  σκο­τώ­σει. Ἀλ­λά ἡ Πα­να­γί­α τόν ἔ­σω­σε μ᾿ αὐ­τόν τόν τρό­πο. Πῆ­γε στούς­ γείτονές του, το­ύς Τρυ­γω­νά­δες, καί τό δι­ηγή-θηκε μέ δά­κρυ­α λέ­γον­τας ὅ­τι ἔ­γι­νε θαῦ­μα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

     Εἶ­πε ὁ πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος τῆς Κο­λι­τσοῦ, ὁ Ρου­μᾶ­νος Πνευ­μα­τι­κός: «Ὅ­ταν πή­ρα­με τόν Ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο στήν Κο­λι­τσοῦ, ἦ­ταν ἐ­ρεί­πιο. Πη­γαί­να­με καί φέρ­να­με ξύ­λα ἀ­πό τήν Φι­λο­θέ­ου μέ τήν βάρ­κα τρα­βών­τας κου­πί. Κά­να­με δύ­ο τρί­α δρο­μο­λό­για τήν ἡμέ­ρα. Εἴ­χα­με εἰ­δι­κά σα­μα­ρά­κια γιά τήν πλά­τη, γιά νά κου­βα­λᾶ­με τίς πέ­τρες. Ἀ­κο­λου­θί­α οὔ­τε μία μέ­ρα δέν χά­σα­με. Κά­να­με 150 με­τά­νοι­ες καί 12 ἑ­κα­το­στά­ρια σταυ­ρω­τά. Τότε, ἅ­μα ἔ­λε­γες στόν Πνευ­μα­τι­κό ὅ­τι δέν ἔ­κα­νες τόν κα­νό­να, δέν σέ κοι­νω­νοῦ­σε». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος ὑ­πο­τα­κτι­κός στε­νο­χώ­ρη­σε τόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος τόν κα­τα­ρά­στη­κε, ἀλ­λοί­μο­νο, νά πε­θά­νη στόν δρό­μο. Με­τά ἀ­πό δε­κα­ε­τί­ες, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του, δυστυχῶς ἔ­πια­σε ἡ κα­τά­ρα τοῦ Γέ­ρον­τά του καί πράγ­μα­τι ἐ­κοι­μή­θη στόν δρό­μο. Ἴ­σως ὁ ὑποτακτικός ἀ­μέ­λη­σε νά συγ­χω­ρη­θῆ ἤ δέν ἔδω­σε ση­μα­σί­α γιά νά πά­ρη πί­σω ὁ Γέ­ρον­τας τήν κα­τά­ρα του. Χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή νά μήν δί­νου­με ἀ­φορ­μές. «Μή δῶς τό­πον ἀν­θρώ­πῳ κα­τα­ρά­σα­σθαί σε»[1][1]. Ἡ ἄ­δι­κη κα­τά­ρα δέν πιά­νει. Ἀλ­λά ἄν κα­τα­ρα­στῆ κά­ποι­ος πο­νε­μέ­νος πού ἔ­χει δί­και­ο, τό­τε πιά­νει, ἄν καί δέν πρέ­πη πο­τέ νά κα­τα­ρι­ώ­μα­στε.  

Η Παναγία έδιωξε την θανατηφόρο γρίπη

‘Η Παναγία έδιωξε την θανατηφόρο γρίππη” . Από το βιβλίο: ”ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ” Τόμος Α΄ | Άγιον Όρος 2019
Κεφάλαιο: ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ. Σελίδες(σε αφήγηση): 334 & 335

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. κζ’. Γιά λο­γι­σμό ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας δαι­μο­νί­στη­κε.  κη΄. Ὁ θε­λη­μα­τά­ρης δέν κά­νει γιά μο­να­χός 

Ο γε­ρω–Ἀ­γά­πιος ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της ἦρ­θε 20 ἐτῶν γιά μο­να­χός καί ἐ­κοι­μή­θη 90. Οὐ­δέ­πο­τε βγῆ­κε ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἄν καί ἦ­ταν ἀ- σθε­νι­κός καί ὑ­πέ­φε­ρε, ὅ­μως ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἦ­ταν ἄ­κρως νη­στευ­τής καί νη­πτι­κός. Πο­λε­μοῦ­σε μέ το­ύς δα­ί­μο­νες πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν φα­νε­ρά, καί το­ύς ἔ­βλε­πε. Κάποτε εἶ­χε ἀ­γρυ­πνί­α στό Κυ­ρια­κό καί αὐ­τός δέν τό ἤ­ξε­ρε. Ὅ­λη τή νύ­χτα ἀγρυπνώντας στό Κελλί του δει­νο­πά­θη­σε πα­λε­ύ­ον­τας μέ το­ύς δα­ί­μο­νες. 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση.  κδ’. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε νά με­ί­νη στήν με­τά­νοιά του.  κς’. «Ἄν θέ­λη ἡ Πα­να­γί­α…»  

Γέρων δι­η­γή­θη­κε: «Ἀ­φοῦ ἔ­γι­να μο­να­χός, ἔ­βλε­πα κά­ποι­α πράγ­μα­τα στήν με­τά­νοιά μου καί δέν ἀ­να­παυ­ό­μουν∙ ἤ­θε­λα νά φύ­γω. Ὅμως τρεῖς φο­ρές ἐμ­πο­δί­στη­κα καί στό τέ­λος κα­τά­λα­βα ὅ­τι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι νά με­ί­νω στήν με­τά­νοιά μου.  

»Τήν  πρώ­τη  φο­ρά  συμ­βου­λε­ύ­τη­κα δυό  γε­ρον­τά­κια. Μέ ρώ­τη­σαν ἄν εἶ­μαι με­γα­λό­σχη­μος. Καί ὅταν το­ύς εἶ­πα ὅ­τι εἶ­μαι, μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν: ”Δέν μπο­ρεῖς νά φύ­γης ἀ­πό τήν με­τά­νοιά σου, ἐ­κτός ἄν ἐ­πι­ζη­τῆς ἀ­νώ­τε­ρη ζω­ή­”. Σκέ­φθη­κα ὅ­τι δέν μπο­ρῶ νά κά­νω ἀ­νώ­τε­ρη ζωή καί γύ­ρι­σα.  

Β. Ἡσυχαστής παπα–Δανιήλ Ἁγιοπετρίτης

Κάποτε ἕ­νας Γέ­ρον­τας ἔ­στει­λε τό κα­λο­γέ­ρι του νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ στόν πα­πα–Δα­νι­ήλ. Τό κα­λο­γέ­ρι πῆ­γε, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα καί εἶ­πε τό «Δι᾿ εὐ­χῶν…», ἀλ­λά δέν πῆ­ρε ἀ­πό­κρι­ση. Κο­ί­τα­ξε τό­τε ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί εἶ­δε τόν πα­πα–Δα­νι­ήλ γο­να­τι­στό κά­τω ἀ­πό τόν πο­λυ­έ­λαι­ο νά προ­σε­ύ­χε­ται καί νά εἶ­ναι μέ­σα σέ φλό­γες.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιγ΄. Σοφία Σαμαρᾶ

Καί μέ τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας τό παι­δί περ­πά­τη­σε καί ἄ­φη­σε γι­ά πάν­τα ἐ­κεῖ τίς πα­τε­ρί­τσες. Φεύ­γον­τας εὐ­χα­ρί­στη­σαν οἱ γο­νεῖς καί ἄ­φη­σαν χρή­μα­τα. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν πού ἐ­ξα­γρι­ώ­θη­κε ἡ για­γιά καί εἶ­πε: “Για­τί τό χα­λᾶ­τε τώ­ρα; Για­τί χα­λᾶ­τε τήν εὐ­λο­γί­α πού πή­ρα­τε; Δέν θέ­λω τί­πο­τε.Νά πᾶ­τε στήν εὐχή τῆς Πα­να­γί­ας. Πά­ρε τόν σα­τα­νᾶ (χρή­μα­τα) ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι, θά μοῦ λε­ρώ­σει τήν εὐ­λο­γί­α. Για­τί ἡ εὐ­λο­γί­α δέν πλη­ρώ­νε­ται. Ἐ­μέ­να ὁ Θε­ός μοῦ τό ἔ­δω­σε δω­ρε­άν καί πῶς τώ­ρα νά πά­ρω λε­φτά;”

Ζ’. Ἐρημίτης παπα–Τύχων

Στήν Λει­τουρ­γί­α ἔ­βλε­παν νά ἀλ­λοι­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πό του. Τά μά­τια του μέ­σα στό σκο­τά­δι ἦ­ταν πο­λύ φω­τει­νά. Πάν­τα λει­τουρ­γοῦ­σε μέ κα­τά­νυ­ξη καί δά­κρυ­α. Τήν ὥ­ρα τῆς θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τό δι­ά­βα­ζε μέ δά­κρυ­α. Μέ δά­κρυ­α σή­κω­νε τά Ἅ­για καί ἔ­κα­νε τήν Εἴ­σο­δο, ἐ­κτός βέ­βαι­α ἀ­πό τίς ἁρ­πα­γές καί τίς θεῖ­ες ὀ­πτα­σί­ες πού εἶ­χε.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. κβ’. Ἀνεξάλειπτο τό μοναχικό Σχῆμα κγ’. Ἡ ἄκρα ταπείνωση τοῦ Ἡγουμένου

Ο γε­ρω–Μα­κά­ριος ἐ­γεν­νή­θη στό Ἄρ­γος τό ἔ­τος 1892. Ἐ­κά­ρη μο­να­χός στήν Ἱ. Μ. Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου, ἀλ­λά ἔ­πει­τα ὁ πει­ρα­σμός κα­τά­φε­ρε νά τόν βγά­λη ἀ­πό τήν με­τά­νοιά του στόν κό­σμο καί νυμ­φε­ύ­θη­κε. Ἀ­πέ­κτη­σε μά­λι­στα καί ἕ­να παι­δά­κι. Ζοῦ­σε λοι­πόν ἐν λή­θῃ τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ών του, ὥ­σπου μί­α μέ­ρα ὁ Θε­ός τοῦ ἔ­δει­ξε ση­μεῖ­ο καί συγ­κλο­νί­στη­κε: 

«Θα περάσουμε δύσκολες μέρες, γιατί ο κόσμος δεν εξομολογείται, και αυτοί που εξομολογούνται δεν κάνουν καθαρά εξομολόγηση»

Ὁ μακαριστός γέροντας Νεόφυτος (κατά κόσμον Ναούμ Σκαρκαλᾶς), πού ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τόν Μάιο τοῦ 2005, ἄφησε μνήμη πολύ ἐναρέτου καί ἁγίου ἀνδρός. Ἐφλέγετο ἀπό διάπυρο ἔρωτα πρός τόν Θεό καί τήν ἁγία Του Ἐκκλησία, τήν ὁποία διηκόνησε μέ πολύ ζῆλο, μέ ὅλη τήν ζωή του..

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. νε΄. Οἱ ἅ­γιοι Τα­ξιά­ρχες ἐ­πι­σκέ­φθη­καν ἀ­σθε­νῆ , νς΄. Φο­βε­ρός πό­λε­μος μέ δαι­μό­νια ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας

Στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Με­γί­στης Λαύ­ρας ζοῦ­σε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­να γε­ρον­τά­κι, ὀ­νό­μα­τι Μᾶρ­κος.  Στόν κό­σμο ἦ­ταν χω­ρο­φύ­λα­κας. Ἔ­γι­νε μο­να­χός καί τοῦ ἔ­δω­σαν τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ βορ­δο­νά­ρη (φρόν­τι­ζε τά ζῶ­α). Στήν ἀρχή κά­πνι­ζε κα­νέ­να τσι­γά­ρο καί ἔ­πι­νε κα­νέ­να κρα­σά­κι ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­δει­ξε με­τά­νοι­α καί ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος. Ὕστε­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε καί ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι.

Γ΄. Ἀκτήμων Φιλάρετος Καρουλιώτης

«Ὅ­ταν γε­μί­ζης τό λα­δι­κό, νά πη­γαί­νης μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, νά τό σταυ­ρώ­νης καί νά τήν πα­ρα­κα­λᾶς νά τό εὐ­λο­γή­ση», τοῦ εἶ­πε. Ἔ­τσι ἔ­κα­νε πάν­τα ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε λά­δι, καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! Τό πεν­το­κά­ρι­κο ἔ­φθα­σε καί πε­ρίσ­σε­ψε.»

Ασκητές μέσα στον Κόσμο Α’ – η΄. Σωτήριος Βακουφτσῆς

Κα­τά­λα­βε τήν ση­μα­σί­α τοῦ ὀ­νεί­ρου καί πῆ­γε τή νύ­χτα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, πού εἶ­ναι δί­πλα στήν πλα­τεῖ­α. Στά­θη­κε στό στα­σί­δι, προ­σευ­χή­θη­κε γι­ά λί­γο καί εἶ­πε στήν γυ­ναῖ­κα του: «Πᾶ­με νά φύ­γου­με, τό παι­δί θά γί­νη κα­λά». Καί ὄντως ἐνῶ πή­γαι­ναν γιά τό σπί­τι, τό ἄ­φη­σε ὁ πυ­ρε­τός.

Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – ε΄. Πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης ὁ μυροβλύτης

Βί­α­ζε τόν ἑαυ­τό του πο­λύ στήν προ­σευ­χή. Ἔ­κα­νε κομ­πο­σχοί­νι καί ἔ­τρε­χαν τά δά­κρυ­ά του συ­νέ­χεια. Ἄν κά­πο­τε δέν ξυ­πνοῦ­σε, τόν σκουν­τοῦ­σε ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος λέ­γο­ντας: «Σή­κω, ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Δημήτριος Ἀργυρόπουλος

Ἕνα παιδάκι βλέποντας μία μέρα τὸν κυρ-Μῆτσο ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, εἶπε στὸν πατέρα του ὃτι ὁ κυρ-Μῆτσος ἔχει φωτοστέφανο στὸ κεφάλι του. Κάποτε, ὃταν πῆγε νὰ κοινωνήση, ἕνα παιδάκι εἶπε στὴ μητέρα του: «Μαμά, κοίτα, ὁ κυρ-Μῆτσος πετάει φωτιές».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – β΄. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ νέος ἐλεήμων

Μιά νύ­χτα φαί­νε­ται στόν ὕ­πνο τῆς μη­τέ­ρας τοῦ τρελ­λοῦ παι­διοῦ ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης λέ­γο­ντάς της νά μήν κλαί­η για­τί τό παι­δί της θά γί­νει κα­λά. Νά τοῦ δώ­ση νά­ πι­ῆ νε­ρό στό ὁ­ποῖ­ο νά βά­λη μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­μα τοῦ τά­φου του, καί νά κά­ψη ἕ­να κομ­μα­τά­κι ἀ­πό τό φε­λώ­νι νά τό θυ­μιά­ση. Ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε ὁ ἅ­γιος καί τό παι­δί της ἔ­γι­νε κα­λά.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – α΄. Πατήρ Βασίλειος ὁ θαυματουργός

Ὁ παπα–Βα­σί­λης πού τόν πε­ρί­με­νε, τόν ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α πῶς ἄ­νοι­ξαν οἱ πόρ­τες. «Γι­ά μᾶς οἱ κλει­δα­ρι­ές δέν ἰ­σχύ­ουν. Πᾶ­με στήν ἐκ­κλη­σί­α νά μέ κοι­νω­νή­σης».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δα­μια­νός ὁ Γρη­γο­ριά­της ἦ­ταν ρω­μα­λέ­ος καί πο­λύ ἐρ­γα­τι­κός. Εἶ­χε πολ­λά δι­α­κο­νή­μα­τα ἐ­ξω­τε­ρι­κά καί τό Οἰ­κο­νο­μεῖ­ον καί τό Δο­χεῖ­ον. Ἦ- ταν ἐκ χα­ρα­κτῆ­ρος ζω­η­ρός καί φω­να­σκῶν, ἀλ­λά καί πο­λύ εὐ­α­ί­σθη­τος, στορ­γι­κός καί πο­νό­ψυ­χος. Ἦ-ταν μο­να­χός φι­λα­κό­λου­θος, εὐ­λα­βής καί συ­νε­πής στά μο­να­χι­κά του κα­θή­κον­τα. Οὐ­δέ­πο­τε ἐ­ξήρ­χε­το τοῦ κελ­λί­ου του με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο. Ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη καί εἶ­χε ἀ­κα­τά­σχε­τη αἱ­μορ­ρα­γί­α. Ἔ­κα­νε μί­α γε­νι­κή καί κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε σέ ὅ­λη του τήν ζωή νά κοι­μη­θῆ τοῦ Σταυ­ροῦ, πού εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί. Στήν ἀ­γρυ­πνί­α τῶν Θε­ο­φα­νε­ί­ων, πού πά­λι εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί, ζή­τη­σε ἐ­πί­μο­να νά κοι­νω­νή­ση πρίν ν᾿ ἀρ­χί­ση ἡ Λει­τουρ­γί­α, για­τί προ­εῖ­δε τήν κο­ί­μη­σή του καί προεῖπε ὅτι, με­τά δέν θά προ­λά­βαινα. Ἐ­κοι­νώ­νη­σε καί ἐ­κοι­μή­θη τήν ὥ­ρα πού χτυ­ποῦ­σαν οἱ καμ­πά­νες γιά τήν Λει­τουρ­γί­α τό ἔ­τος 1993.     

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δα­μα­σκη­νός ὁ Κομ­πο­σχοι­νᾶς, ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως τῆς Κου­τλου­μου­σια­νῆς Σκή­της τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ἦ­ταν ἀ­κτή­μων. Στό Κελ­λί του εἶ­χε μό­νο τίς κου­βέρ­τες πού σκε­πα­ζό­ταν, τά ροῦ­χα του, λί­γα τρό­φι­μα καί μαλ­λί γιά νά πλέ­κη κομ­πο­σχοί­νια. Αὐ­τό ἦ­ταν τό ἐρ­γό­χει­ρό του. 

Ἀρ­χι­κά ἔ­κα­νε στήν ἔ­ρη­μο στά Κα­του­νά­κια δύ­ο χρό­νια σέ κά­ποι­ον γε­ρω–Ἰ­σί­δω­ρο, ἔ­πει­τα ἦρ­θε στό Κου­τλου­μού­σι καί ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τό Κα­λύ­βι στήν Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ὅ­που ἔ­μει­νε σ᾿ ὅ­λη του τήν ζωή. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό τόν πῆ­ραν στό Κου­τλου­μού­σι, ὅ­που ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δη­μή­τριος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της γεν­νή­θη­κε στήν Μεσ­ση­νί­α τό ἔ­τος 1930. Στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου κοι­νο­βί­α­σε τό 1953. Ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα τε­λε­ί­ας ὑ­πα­κο­ῆς στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά καί σέ ὅ­λους το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς.

Επανέκδοση Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. – Το πρωτότυπο επιτραπέζιο εκπαιδευτικό βοήθημα από την Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Τό “ΙΧΘΥΣ” εἶναι ἕνα πρωτότυπο ἐπιτραπέζιο ἐκπαιδευτικό βοήθημα. Περιέχει γνώσεις πού  ἀναφέρονται στή Γεωγραφία, τήν Ἱστορία, τήν Ποίηση καί  τήν  Παράδοση τῆς Πατρίδας μας, ἐνῶ παράλληλα δίνει ἔμφαση στήν Ὀρθόδοξη Πίστη μέσα ἀπό τίς ὑπόλοιπες  3 μεγάλες κατηγορίες ἐρωτήσεων.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἔ­γι­νε μο­να­χός στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Προ­σβλή­θη­κε ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­ση καί τόν ἔ­στει­λαν μα­ζί μέ ἄλ­λον ὁ­μοι­ο­πα­θῆ μο­να­χό στό Σα­να­τό­ριο. Ὅ­ταν θε­ρα­πε­ύ­τη­κε ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά κά­ποι­οι πα­τέ­ρες φο­βο­ύ­με­νοι μήν κολ­λή­σουν καί ἄλ­λοι, τοῦ εἶ­παν νά μέ­νη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί νά τοῦ στέλ­νουν ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται. Δέν δέ­χθη­κε. Τοῦ πρό­τει­ναν νά πά­η στό Ὄ­ρος ὅ­που θέ­λει καί αὐ­τοί θά τοῦ στέλ­νουν τρό­φι­μα. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­κα­νε με­ρο­κά­μα­τα καί ζοῦ­σε. Ἔ­κα­νε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί στόν Ἅ­γιο Πέτρο. Αὐ­τά ἦ­ταν τά κα­λύ­τε­ρα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του. Κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά καί ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος ἄν καί δέν εἶ­χε οὔ­τε ἕ­να κον­σερ­βο­κο­ύ­τι νά πί­νη νε­ρό. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἔ­λε­γε: «Οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες ἀ­γω­νί­σθη­καν διά τῆς εὐ­χῆς, διά τήν εὐ­χήν. Εἶ­ναι δῶ­ρον Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς εἶ­πε: ”αἰτεῖτε καί δο­θή­σε­ται­”. Ἡ εὐ­χή γιά τόν μο­να­χό εἶ­ναι ὅ,τι ὁ ὁ­πλι­σμός γιά τόν στρα­τι­ώ­τη. Ἐ­άν ἀ­φαι­ρέ­σου­με τόν ὁ­πλι­σμό του εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σέ αἰχ­μα­λω­σί­α».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Δι­η­γή­θη­κε ὁ πα­πα–Ἀρ­τέ­μιος, πα­λαι­ός Κων­στα­μο­νί­της: «Κα­τά­γο­μαι ἀ­πό τόν Βό­λο καί στόν κό­σμο ἤ­μουν πο­δο­σφαι­ρι­στής. Μοῦ εἶ­παν τρεῖς γνω­στοί μου ὅ­τι θά πή­γαι­ναν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά γί­νουν μο­να­χοί.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ζ΄. Κωνσταντῖνος Σωτηρίου

Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του, εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τό κρε­μα­στό καν­τή­λι στό δω­μά­τιο νά κινῆται συ­νε­χῶς ἀ­πό μό­νο του. Ξύ­πνη­σε καί τήν γυ­ναῖ­κα του, ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή καί τό παι­δί τους σώ­θη­κε· ὄντως, ὅ­πως ἔ­μα­θαν ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα βρι­σκό­ταν σέ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

ΚΓ΄. Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Ἀρ­τέ­μιος ἀ­πό τό Δι­ο­νυ­σι­ά­τι­κο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τοῦ Ψα­ρᾶ, πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν, κα­τή­γε­το ἀ­πό τήν Ἤ­πει­ρο καί ἦρ­θε σέ ἡ­λι­κί­α πέν­τε ἐ­τῶν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ὁ πα­τέ­ρας του χή­ρε­ψε μέ τέσ­σε­ρα παι­διά μι­κρά, δύ­ο ἀ­γό­ρια καί δύ­ο κο­ρί­τσια. Τά ἀ­γό­ρια τά ἔ­φε­ρε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τά κο­ρί­τσια τά ἔ­βα­λε σέ γυ­ναι­κεῖ­ο Μο­να­στή­ρι στήν Κέρκυρα. Ἔ­γι­νε καί αὐ­τός μο­να­χός σέ Μο­να­στή­ρι τῆς Κέρκυρας καί ἀρ­γό­τε­ρα χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρο­μό­να­χος. Ἤ­θε­λε νά ᾿ρθῆ στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἀλ­λά ἔ­μει­νε στό Μο­να­στή­ρι του, γιά νά δῆ μή­πως τά κο­ρί­τσια του ὅ­ταν με­γα­λώ­σουν δέν θε­λή­σουν νά γί­νουν μο­να­χές, γιά νά τίς παν­τρέ­ψη. Ἔ­γι­ναν καί οἱ δύ­ο μο­να­χές ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­καν καί μά­λι­στα ἡ μί­α ἔ­γι­νε Ἡ­γου­μέ­νη. Ὁ πα­τέ­ρας τους, ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰ­ω­αν­νί­κιος, εἶ­χε φή­μη Ἁ­γί­ου καί με­τά τήν κο­ί­μη­σή του συ­νέ­χι­σε νά θαυ­μα­τουρ­γῆ.  

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὀνειδισμός ἀνεξομολογήτου

Τό­τε λοι­πόν ξε­πε­τά­χτη­κε ἕ­νας δαι­μο­νι­σμέ­νος καί ἄρ­χι­σε νά λέ­γη: “Θό­δω­ρε, τί θέ­λεις ἐ­σύ ἐ­δῶ; Ἦλ­θε καί ὁ Θό­δω­ρος στόν Κα­ψά­λη!”. (Ἔτσι ἀ­πο­κα­λεῖ τόν ἅ­γιο Γε­ρά­σι­μο ὁ δι­ά­βο­λος). Μετά ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος σ᾿ ἕ­ναν ἄλ­λο δαι­μο­νι­σμέ­νο τοῦ λέ­γει: “Θω­μᾶ, ἀ­κοῦς; Ἦλ­θε καί ὁ Θό­δω­ρος στόν Κα­ψά­λη! Δός του χα­βα­δά­κι!”

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τά τέλη τῶν δικαίων

Ο Πα­να­γι­ώ­της Βα­σι­λειά­δης γεν­νή­θη­κε στήν Τρα­πε­ζοῦντα τό 1880. Ἦ­ταν ἔμ­πο­ρος χαλ­κοῦ, ἀρ­κε­τά εὐ­κα­τά­στα­τος. Ἡ γυ­ναῖ­κα του Δέ­σποι­να ἦ­ταν ἀ­πό φτω­χή οἰ­κο­γέ­νεια ἀλ­λά πλού­σια σέ ψυ­χι­κές ἀ­ρε­τές. Ἀ­πέ­κτη­σαν ἑ­πτά παι­διά. Ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νο ἀν­δρό­γυ­νο καί ὅ­λες τίς ἀ­πο­φά­σεις τίς ἔ­παιρ­ναν ἀ­πό κοι­νοῦ. Συμ­φώ­νη­σαν ἀ­κό­μη νά προ­στε­θοῦν στήν οἰ­κο­γέ­νειά τους ἐ­κτός ἀ­πό τούς γο­νεῖς τους καί ἄλ­λοι κοντι­νοί συγ­γε­νεῖς μέ οἰ­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, χῆ­ρες, ὀρ­φα­νά κ.ἄ.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της (Γέ­ρον­τας τοῦ π. Ἰ­λα­ρί­ω­νος τοῦ ξυ­λο­γλύ­πτου), γιά νά κα­τα­πο­νῆ τό σῶ­μα του εἶ­χε ἕ­να δι­κέλ­λι καί γυρ­νοῦ­σε καί ἔ­σκα­βε τά πε­ζού­λια τῶν πα­τέ­ρων. Συ­νε­χῶς ψι­θύ­ρι­ζε τήν εὐ­χή καί κα­τά δι­α­στή­μα­τα φώ­να­ζε πιό δυ­να­τά: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός». Ἔ­σκα­βε ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, ἔ­τρω­γε κά­τι –αὐ­τό ἦ­ταν ἡ ἀ­μοι­βή του– καί τό βρά­δυ γύ­ρι­ζε στό Κα­λύ­βι του. 

Παπα–Γρηγόρης ὁ Πνευματικός

Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ λί­γοι ἐ­πι­σκέ­πτες πού ἔ­φθα­ναν ὥς τήν κα­λύ­βη τους, ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­δη εἶ­χε φή­μη ἐ­να­ρέ­του καί δι­α­κρι­τι­κοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Δι­έ­πρε­ψε ὡς Πνευ­μα­τι­κός καί ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶν ἀρ­χῶν.

Σελίδες