ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο πα­πα Νι­κό­δη­μος ὁ Πνευ­μα­τι­κός ἀ­πό τό Ἰ­βη­ρί­τι­κο Κελ­λί τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Πα­να­γί­ας κον­τά στίς Κα­ρυ­ές, τό λε­γό­με­νο τοῦ Καν­τέ­ση, ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε πολ­λο­ύς μο­να­χο­ύς καί λα­ϊ­κο­ύς, ἀπό τά παι­διά  τῆς Ἀ­θω­νι­ά­δος μέ­χρι προ­χω­ρη­μέ­νους Ἀ­σκη­τές. Σ᾿ ὅ­λη τήν πε­ρι­ο­χή τῶν Κα­ρυ­ῶν αὐ­τός κατ᾿ ἐ­ξο­χήν εἶ­χε τό ὄ­νο­μα τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Ἀ­νέ­παυ­ε πολ­λές ψυ­χές. Ἦ­ταν ἁ­πλός, τα­πει­νός, εἰ­ρη­νι­κός, ὀ­λι­γο­μί­λη­τος καί πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος. Ὅ­ποι­ος κα­θό­ταν καί μι­λοῦ­σε μα­ζί του, αἰ­σθα­νό­ταν με­γά­λη χα­ρά.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

  O γε­ρω Νε­ό­φυ­τος ὁ Ρου­μᾶ­νος ἀ­πό τήν Λάκ­κου Σκή­τη δέν ἔ­ζη­σε ἀ­γω­νι­στι­κή ζω­ή καί εἶ­χε πολ­λά χρό­νια νά κοι­νω­νή­ση. Ἀρ­ρώ­στη­σε καί τόν πῆ­ραν στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο νά τόν γη­ρο­κο­μή­σουν. Ἡ Πα­να­γί­α τόν οἰ­κο­νό­μη­σε. Ἔ­κα­νε γε­νι­κή ἐ­ξο­μο­λό­γη­-ση καί στό ἑξῆς κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά. Ἔ­μει­νε ἑ­πτά χρό­νια κα­τά­κοι­τος στό κρεβ­βά­τι, ἡ ἀρ­ρώ­στια τόν ἔ­κα­νε σάν λεί­ψα­νο, ἀλ­λά ἔ­φυ­γε εἰ­ρη­νι­κά καί ἀ­να­παύ­τη­κε ἡ ψυ­χή του.

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – α΄. Π. Σοφιανός Τσαντσαρίδης

«Αὐτό πού σοῦ εἶπα δέν τό ἔκανες», καί ἐννοοῦσε τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του. Τῆς ἔλεγε: «Ἐσεῖς θά φύγετε, θά πᾶτε στήν Ἑλλάδα καί ἐμένα θά μέ ἀφήσετε ἐδῶ;». Ὁ π. Σοφιανός γνώριζε ἀπό ἐκεῖ ψηλά τόν ξερριζωμό τῶν Ποντίων καί δέν ἤθελε νά μείνουν ἐκεῖ τά λείψανά του. Καί ἐνῶ ἡ γιαγιά Σοφία ἔβλεπε ὅλο καί πιό συχνά στόν ὕπνο της τόν π. Σοφιανό, συγχωριανοί πιστοί γέροντες ἔβλεπαν συχνά ἕνα φῶς, κάτι σάν ἕνα μικρό φωτεινό ἄστρο πά- νω ἀπό τόν τάφο του.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἡ θεόθεν κλήση στήν Χριστιανική πίστη ἑνός Μουσουλμάνου

Ἀ­φοῦ κοι­μή­θη­κε γιά λί­γη ὥρα, ἀ­νοί­γει τά μά­τια του καί βλέ­πει ἕ­να φῶς νά βγαί­νη μέ­σα ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω, ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­μως ἔ­λαμ­πε. Τήν ἑ­πό­με­νη βρα­διά τό ἴ­διο. Τήν τρί­τη βρα­διά μα­ζί μέ τό φῶς ἀ­κού­ει μί­α φω­νή: «Μή ξε­χά­σης τήν ὑ­πό­σχε­σή σου. Εἶ­σαι δι­κό Μου παι­δί». Με­τά ἀ­πό αὐ­τό μέ­χρι τό πρωΐ σκε­φτό­ταν πῶς θά γί­νει Χρι­στια­νός μέ­σα στήν Τουρ­κί­α.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Δημήτριος Ἀργυρόπουλος

Ἕνα παιδάκι βλέποντας μία μέρα τὸν κυρ-Μῆτσο ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, εἶπε στὸν πατέρα του ὃτι ὁ κυρ-Μῆτσος ἔχει φωτοστέφανο στὸ κεφάλι του. Κάποτε, ὃταν πῆγε νὰ κοινωνήση, ἕνα παιδάκι εἶπε στὴ μητέρα του: «Μαμά, κοίτα, ὁ κυρ-Μῆτσος πετάει φωτιές».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   Ο γε­ρω Μω­ϋ­σῆς ὁ Μπου­ρα­ζε­ρί­της ἦ­ταν με­γά­λος νη­στευ­τής. Κάθε μέ­ρα ἔ­κα­νε ἐ­νά­τη καί ἔ­τρω­γε μό­νο ἕ­να εἶ­δος τρο­φῆς. Πρίν ἀ­πό τήν θεία Κοι­νω­νί­α κρα­τοῦ­σε τρι­ή­με­ρη νη­στε­ί­α ἀ­πό λά­δι, παρ᾿ ὅ­λο πού εἶ­χε πε­ρά­σει τά 80 του χρό­νια καί ἦ­ταν ἀ­νά­πη­ρος. Ζη­τοῦ­σε ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες ἐρ­γα­σί­α, γιά νά μήν κά­θε­ται ἀρ­γός, καί ἔ­λε­γε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Ἡ νη­στε­ί­α μό­νο δέν μᾶς σώ­ζει».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ εὐλογημένος Συμεών

Ὁ Πνευ­μα­τι­κός κά­θε μέ­ρα πή­γαι­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μι­λοῦ­σε μα­ζί του καί ἔ­μα­θε γιά τήν ζω­ή του. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρί εὐ­λο­γη­μέ­νου ἀν­θρώ­που. Τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα πρωΐ–πρωΐ πά­λι πῆ­γε νά δῆ τόν Συ­με­ών καί νά δι­α­πι­στώ­ση ἄν θά πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ ἡ πρόρ­ρη­ση ὅτι θά πε­θά­νει. Πράγ­μα­τι ­ἐ­κεῖ πού κου­βέντια­ζαν, ὁ Συ­με­ών φώ­να­ξε ξαφ­νι­κά: «Ἦρ­θε ὁ Χρι­στός», καί ἐκοι­μή­θη τόν ὕ­πνο τοῦ δι­καί­ου.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – β΄. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ νέος ἐλεήμων

Μιά νύ­χτα φαί­νε­ται στόν ὕ­πνο τῆς μη­τέ­ρας τοῦ τρελ­λοῦ παι­διοῦ ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης λέ­γο­ντάς της νά μήν κλαί­η για­τί τό παι­δί της θά γί­νει κα­λά. Νά τοῦ δώ­ση νά­ πι­ῆ νε­ρό στό ὁ­ποῖ­ο νά βά­λη μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­μα τοῦ τά­φου του, καί νά κά­ψη ἕ­να κομ­μα­τά­κι ἀ­πό τό φε­λώ­νι νά τό θυ­μιά­ση. Ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε ὁ ἅ­γιος καί τό παι­δί της ἔ­γι­νε κα­λά.

Δ΄. Ἡσυχαστής «Πετράκης»

Φα­ί­νε­ται πώς αὐ­τό τό γε­γο­νός τοῦ συ­νέ­βη τό­τε γιά πρώ­τη φο­ρά, για­τί στήν συ­νέ­χεια ζοῦ­σε πολ­λές τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις, ὅ­πως ἀ­πε­κά­λυ­ψε στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ἔ­βλε­πε συ­χνά τό Ἄ­κτι­στο Φῶς, εἶ­χε ἀ­ε­ίρ­ρο­α δά­κρυ­α πού συ­νώ­δευ­αν τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή του καί εἶ­χε ξε­πε­ρά­σει τά τυ­πι­κά. 

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἀδολεσχία εὐχῆς καί Ψαλτηρίου

Τό κομ­πο­σχοί­νι εἶ­χε λει­ώ­σει στά χέ­ρια τους ἀ­πό τήν χρήση. Ἐ­πί τριά­ντα χρό­νια συ­νε­χῶς ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν τήν εὐ­χή, τό «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με». Εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει καλή πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση. Ὅ­ταν μι­λοῦ­σαν ἔ­νιω­θες ὅ­τι ἡ εὐ­χή τους δέν στα­μα­τοῦ­σε, ἦ­ταν ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι ἀ­πό τή νο­ε­ρά τους ἐρ­γα­σί­α.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω Με­λέ­τιος ὁ Συ­κι­ώ­της, γέ­ρων τοῦ Δι­ο­νυ­σι­ά­τι­κου Κελ­λιοῦ «Εὐ­αγ­γε­λι­σμός τῆς Θε­ο­τό­κου», πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν, γεν­νή­θη­κε στήν Ἀ­τα­λάν­τη τό 1907 καί τό 1925 ἦρ­θε γιά μο­να­χός. Τό βα­πτι­στι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ἰ­ω­άν­νης. Ἀ­πό δώ­δε­κα ἐ­τῶν ἐρ­γα­ζό­ταν σέ Φαρ­μα­κεῖ­ο καί πα­ρα­σκε­ύ­α­ζαν φάρ­μα­κα μέ τόν τρό­πο τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κε­ί­νης. (Φαρ­μα­κο­τρίβης).

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – α΄. Πατήρ Βασίλειος ὁ θαυματουργός

Ὁ παπα–Βα­σί­λης πού τόν πε­ρί­με­νε, τόν ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α πῶς ἄ­νοι­ξαν οἱ πόρ­τες. «Γι­ά μᾶς οἱ κλει­δα­ρι­ές δέν ἰ­σχύ­ουν. Πᾶ­με στήν ἐκ­κλη­σί­α νά μέ κοι­νω­νή­σης».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γέ­ρων πα­πα Μά­ξι­μος Ἰ­βη­ρί­της, ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ὑ­πη­ρέ­τη­σε μέ εὐ­λά­βεια ὅ­λη του τή ζω­ή ὡς προ­σμο­νά­ριος τήν Πορ­τα­ΐ­τισ­σα. Ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­σε πλῆ­θος μο­να­χῶν καί λαι­κῶν καί βο­ή­θη­σε ἀ­να­ρίθ­μη­τους πνευ­μα­τι­κά μέ τίς συμ­βου­λές του. Τά πράγ­μα­τα πού τοῦ ἔ­φερ­ναν οἱ προ­σκυ­νη­τές τά μοί­ρα­ζε. Γέ­μι­ζε τόν ντορ­βά του καί γύ­ρι­ζε τά Κελ­λιά τῆς Κα­ψά­λας μό­νος του ἤ μέ ἕ­να κα­λο­γέ­ρι καί τά ἔ­δι­νε σέ φτω­χούς ἀ­σκη­τές.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Μα­κά­ριος ὁ Κου­τλου­μου­σια­νός ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου, ὅταν εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ στό Κου­τλου­μού­σι, μία νύ­χτα εἶ­δε ἕ­να ὄ­νει­ρο πού δέν τοῦ ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α. Στό «Με­τά φό­βου» ὅ­μως τῆς πρω­ϊ­νῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας εἶ­δε νά ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται ἐ­νώ­πιόν του ἡ σκη­νή πού εἶ­δε στό ὄ­νει­ρό του.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δα­μα­σκη­νός ὁ Κομ­πο­σχοι­νᾶς, ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως τῆς Κου­τλου­μου­σια­νῆς Σκή­της τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ἦ­ταν ἀ­κτή­μων. Στό Κελ­λί του εἶ­χε μό­νο τίς κου­βέρ­τες πού σκε­πα­ζό­ταν, τά ροῦ­χα του, λί­γα τρό­φι­μα καί μαλ­λί γιά νά πλέ­κη κομ­πο­σχοί­νια. Αὐ­τό ἦ­ταν τό ἐρ­γό­χει­ρό του. 

Ἀρ­χι­κά ἔ­κα­νε στήν ἔ­ρη­μο στά Κα­του­νά­κια δύ­ο χρό­νια σέ κά­ποι­ον γε­ρω–Ἰ­σί­δω­ρο, ἔ­πει­τα ἦρ­θε στό Κου­τλου­μού­σι καί ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τό Κα­λύ­βι στήν Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ὅ­που ἔ­μει­νε σ᾿ ὅ­λη του τήν ζωή. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό τόν πῆ­ραν στό Κου­τλου­μού­σι, ὅ­που ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη. 

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ζ΄. Κωνσταντῖνος Σωτηρίου

Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του, εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τό κρε­μα­στό καν­τή­λι στό δω­μά­τιο νά κινῆται συ­νε­χῶς ἀ­πό μό­νο του. Ξύ­πνη­σε καί τήν γυ­ναῖ­κα του, ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή καί τό παι­δί τους σώ­θη­κε· ὄντως, ὅ­πως ἔ­μα­θαν ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα βρι­σκό­ταν σέ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ἀπό σ. 541-554

H Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐγκαινιάζει τήν ἀρχή καινούργιας ζωῆς, δεύτερης δημιουργίας, τόν μέλλοντα αἰῶνα. Ἀποτελεῖ τήν ἐπί γῆς κορύφωση τῆς θείας Οἰκονομίας καί τήν ἀρχή τῆς και νῆς κτίσεως. Ὡς κορυφαῖο καί μοναδικό γεγονός μέ ἀσύλληπτες σωτηριολογικές συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο προτυπώθηκε στήν Π. Διαθήκη, προλέχθηκε ἀπό τούς Προφῆτες καί προεξαγγέλθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό.

ΚΓ΄. Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

Ἡ Σταύρωση – Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ἀπό σ. 359-375

Προεῖπε ἀκόμη ἀκριβῶς καί τόν τρόπο τοῦ θανάτου Του, ὅτι δηλαδή θά σταυρωθῆ, ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι τιμωροῦσαν τούς καταδίκους μέ λιθοβολισμό. «Ἐπε­θύ­μη­σε ὑ­περ­βο­λι­κά νά φά­γη μα­ζί μέ τούς Μα­θη­τές Του τό Πά­σχα αὐ­τό, ἐπει­δή με­τά ἀ­πό αὐ­τό ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ὁ Σταυ­ρός. Καί σέ πολ­λές ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις προ­λέγει τό πά­θος καί ἐ­πι­θυ­μεῖ νά συμ­βῆ αὐ­τό, καί ἀ­κρι­βῶς γι᾽ αὐ­τό ἔρ­χε­ται»

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Κων­στάν­τιος ὁ Κα­ρυ­ώ­της ἀ­πό τό Κου­τλου­μου­σια­νό Κελ­λί τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων, ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὅ­τι κά­ποι­ος μο­να­χός ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν συ­νο­δεί­α του καί πῆ­γε σ᾿ ἄλ­λο Κελ­λί, εἶ­πε βα­θυ­στό­χα­στα: «Ἡ ὀ­κά ὅ­που καί νά πά­η ἔ­χει 1.280 γραμ­μά­ρια, οὔ­τε πα­ρα­πά­νω οὔ­τε πα­ρα­κά­τω», ἐν­νο­ών­τας προ­φα­νῶς ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δέν ἀλ­λά­ζει μό­νο μέ τό νά ἀλ­λά­ξη Κελ­λί.

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – η΄. Ἀλεξάνδρα Σκόντζου

Ο Θεός εὐδοκεῖ, ὥστε σέ κάθε περιοχή στήν πατρίδα μας νά ὑπάρχη καί ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος γιά νά δείχνη μέ τό παράδειγμά του στούς ἄλλους γύρω του, τήν ἀληθινή πίστη.   Γιά παράδειγμα, τά Ἑπτάνησα ἔχουν καί ἀπό ἕναν Ἅγιο ὡς προστάτη τοῦ νησιοῦ τους, ἀλλά καί ἄλλες μεγάλες πόλεις ἀκόμη καί χωριά. Τήν περίοδο ὅπου μάλιστα ἦταν ἀπομονωμένα τά χωριά τῆς πατρίδας μας, ὑπῆρχε τοὐλάχιστον ἕνας εὐλα- βής συγχωριανός τους, ὥστε οἱ ὑπόλοιποι νά εἶναι ἀναπολόγητοι τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Κων­στάν­τιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της, πρίν γί­νη μο­να­χός, ἦ­ταν στρα­τι­ώ­της καί ἔ­λα­βε μέ­ρος στήν μά­χη τοῦ Κιλ­κίς. Βρέ­θη­κε κυ­κλω­μέ­νος ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς. Μπρο­στά στόν κίν­δυ­νο ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τήν Πα­να­γί­α νά τόν σώ­ση μέ τήν ὑ­πό­σχε­ση νά γί­νη κα­λό­γε­ρος.

Παπα–Γρηγόρης ὁ Πνευματικός

Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ λί­γοι ἐ­πι­σκέ­πτες πού ἔ­φθα­ναν ὥς τήν κα­λύ­βη τους, ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­δη εἶ­χε φή­μη ἐ­να­ρέ­του καί δι­α­κρι­τι­κοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Δι­έ­πρε­ψε ὡς Πνευ­μα­τι­κός καί ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶν ἀρ­χῶν.

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – Ἰωάννης Παχουλίδης, ὁ ἐρημίτης

«Ἄκουσε, παιδί μου, γρήγορα θά φύγης ἀπό ἐκεῖ». Τοῦ εἶπα: «Γιατί θά φύγω; Εἶναι πολύ καλό τό μέρος καί οἱ συγγενεῖς τῆς γυναίκας πού θά πάρω, εἶναι καλοί ἄνθρωποι». Αὐτός πάλι μοῦ εἶπε: «Θά φύγετε, ἐν᾿ ν᾿ ἄρτουν οἱ Καράμανοι (Τοῦρκοι) νά σᾶς διώξουν». Αὐτό ἦταν προφητεία, ἡ ὁποία ἐκπληρώθηκε ἀκριβῶς, διότι πράγματι, μᾶς ἔδιωξε τήν 20ή Ἰουλίου  1974 ἡ βάρβαρη εἰσβολή τοῦ τουρκικοῦ Ἀττίλα.

Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γερω Αρσένιος ο Γρηγοριάτης

Ἀ­γα­ποῦ­σε καί εὐ­λα­βεῖ­το πά­ρα πο­λύ τήν Πα­να­γί­α, για­τί τόν ἔ­σω­σε ἀ­πό το­ύς Γερ­μα­νο­ύς καί τόν βο­ή­θη­σε πολ­λές φο­ρές. Τήν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «Μαν­νο­ύ­λα» καί ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι γιά δι­α­κο­νί­α ἔ­ξω, ἔ­παιρ­νε πάν­τα μα­ζί του μία πα­λαιά εἰ­κό­να της. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω Κο­σμᾶς, ὑ­πο­τα­κτι­κός τοῦ γε­ρω  Ἀ­βέρ­κιου ἀ­πό τό Κα­ρυ­ώ­τι­κο Κελ­λί τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων, ἦ­ταν ἕ­να ἁ­πλό καί ἀ­γα­θό γε­ρον­τά­κι. Ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του τό Κρα­νί­δι καί ἦρ­θε μέ κα­ΐ­κι στόν Πει­ραιᾶ. Θυ­μόταν τά κά­στρα τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος πε­σμέ­να, ὅ­πως τά εἶ­χε βομ­βαρ­δί­σει ὁ Κι­ου­τα­χῆς, καί μέ­χρι ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἡ προ­κυ­μα­ί­α. Εἶ­χε δεῖ τό­τε τά τραῖ­να πού τά τρα­βοῦ­σαν τά ἄ­λο­γα.

Ο γερω Ἠ­λί­ας απο το Κελ­λί Εἰ­σο­δί­ων τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Κου­τλου­μου­σί­ου

Δέν ἔ­βγαι­νε στόν κό­σμο καί δέν εἶ­χε ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τούς συγ­γε­νεῖς του. Στίς Κα­ρυ­ές πού ἀ­πεῖ­χαν 10 λε­πτά εἶ­χε 46 χρό­νια νά πά­η. Εἶ­χε τό ἀ­κα­τά­κρι­το. Δέν ἀ­σχο­λεῖ­το καί δέν ἔ­κρι­νε τούς ἄλ­λους. Ἦ­ταν λε­πτός ἄν­θρω­πος, εἶ­χε εὐ­γέ­νεια ψυ­χῆς καί ἦ­ταν πο­νό­ψυ­χος, φι­λό­ξε­νος, ἐρ­γα­τι­κός, τί­μιος, φι­λή­συ­χος, κα­λο­γε­ρι­κός.

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – ζ΄. Παπα–Παναῆς Θεοδωρακόπουλος

Μέ τήν ἔμπνευση καί καθοδήγηση τοῦ παπα–Παναῆ, ἔκαναν οἱ χωριανοί τίς «Ἐξελάσεις» ἤ «Ξελάσεις», ὅπως τίς ἔλεγαν. Πήγαιναν καί ὄργωναν ἤ θέριζαν τά χωράφια ἤ τρυγοῦσαν τό ἀμπέλι κάποι- ων ἀνήμπορων καί ἀπέδιδαν τήν σοδειά στούς ἰδιοκτῆτες, χωρίς καμμία ἐπιβάρυνση. Σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις, ἀνελάμβανε κάθε οἰκογένεια νά φέρνη ἀπό ἕνα φορτίο ξύλα σέ κάποιους ἀνήμπορους.

Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γερο Αρσένιος ο Αγιοπαυλίτης

Ο γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Πορ­τα­ριά Χαλ­κι­δι­κῆς. Ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός καί ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς μοῦ­τσος σ᾿ ἕ­να κα­ρά­βι πού κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­πια­σε στό Μο­να­στή­ρι. Ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας τόν κα­πε­τά­νιο: «Δέν μᾶς δί­νεις αὐ­τό τό παι­δί νά μᾶς κου­βα­λά­η τό τα­χυ­δρο­μεῖ­ο κά­θε μέ­ρα;». «Ἅ­μα θέ­λη, ἄς ἔρ­θη». Τόν ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας, ἄν θέ­λη νά μεί­νη στό Μο­να­στή­ρι, καί δέ­χθη­κε. Ἦ­ταν τό ἔ­τος 1910 τό­τε καί ὁ μι­κρός ἦ­ταν 10 ἐ­τῶν. Ἔ­κτο­τε ἔ­με­ινε στό Μο­να­στή­ρι καί ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε ἔ­γι­νε μο­να­χός. Ἔ­γι­νε ὁ πο­λυ­τε­χνί­της τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Τό μυα­λό του ἔ­κο­βε. Ἦ­ταν εὑ­ρε­σι­τέ­χνης. Ὅ­λες τίς ζη­μι­ές ὁ π. Ἀρ­σέ­νιος τίς ἐ­πι­δι­ώρ­θω­νε. Μέ­χρι τό­τε στό Μο­να­στή­ρι ὑ­πῆρ­χαν δύο κτι­στές σόμ­πες. Αὐ­τός ἀ­πό μό­νος του ἔ­φτια­ξε και­νο­ύρ­γι­ες καί γέ­μι­σε τό Μο­να­στή­ρι μέ σόμ­πες. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο δια­κο Κορ­νή­λιος ὁ Γρη­γο­ριά­της τῆς ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας ἔ­γι­νε διᾶ­κος καί τῆς ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας ἐ­κοι­μή­θη, τήν ὁ­πο­ί­α εἶ­δε μέ τά ἴ­δια του τά μά­τια πρίν κοι­μη­θῆ.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Τό Μο­να­στή­ρι τοῦ Κα­ρα­κάλ­λου πα­λαι­ά γιά ἑ­κα­τό πε­ρί­που χρό­νια εἶ­χε ἐ­ρη­μώ­σει ἀ­πό πα­τέ­ρες. Δύ­ο τρεῖς ἀ­σκη­τές ἀ­πό τά γύ­ρω Κελ­λιά πή­γαι­ναν καί ἄ­να­βαν τά καν­τή­λια. Πολ­λές φο­ρές ἔ­βλε­παν δώ­δε­κα ἄνδρες ἀνυπόδητους, πολύ σε­βά­σμιους νά βγαί­νουν ἀ­πό τήν πόρ­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί νά χά­νων­ται.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Κάλ­λι­στος ὁ Σι­μω­νο­πε­τρί­της ἔ­ζη­σε ἑ­βδο­μῆν­τα χρό­νια στό Μο­να­στή­ρι του, πο­τέ δέν βγῆ­κε στόν κό­σμο καί μό­νο δύ­ο τρεῖς φο­ρές ἀ­νέ­βη­κε στίς Κα­ρυ­ές.

Σελίδες