ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δα­μια­νός ὁ Γρη­γο­ριά­της ἦ­ταν ρω­μα­λέ­ος καί πο­λύ ἐρ­γα­τι­κός. Εἶ­χε πολ­λά δι­α­κο­νή­μα­τα ἐ­ξω­τε­ρι­κά καί τό Οἰ­κο­νο­μεῖ­ον καί τό Δο­χεῖ­ον. Ἦ- ταν ἐκ χα­ρα­κτῆ­ρος ζω­η­ρός καί φω­να­σκῶν, ἀλ­λά καί πο­λύ εὐ­α­ί­σθη­τος, στορ­γι­κός καί πο­νό­ψυ­χος. Ἦ-ταν μο­να­χός φι­λα­κό­λου­θος, εὐ­λα­βής καί συ­νε­πής στά μο­να­χι­κά του κα­θή­κον­τα. Οὐ­δέ­πο­τε ἐ­ξήρ­χε­το τοῦ κελ­λί­ου του με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο. Ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη καί εἶ­χε ἀ­κα­τά­σχε­τη αἱ­μορ­ρα­γί­α. Ἔ­κα­νε μί­α γε­νι­κή καί κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε σέ ὅ­λη του τήν ζωή νά κοι­μη­θῆ τοῦ Σταυ­ροῦ, πού εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί. Στήν ἀ­γρυ­πνί­α τῶν Θε­ο­φα­νε­ί­ων, πού πά­λι εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί, ζή­τη­σε ἐ­πί­μο­να νά κοι­νω­νή­ση πρίν ν᾿ ἀρ­χί­ση ἡ Λει­τουρ­γί­α, για­τί προ­εῖ­δε τήν κο­ί­μη­σή του καί προεῖπε ὅτι, με­τά δέν θά προ­λά­βαινα. Ἐ­κοι­νώ­νη­σε καί ἐ­κοι­μή­θη τήν ὥ­ρα πού χτυ­ποῦ­σαν οἱ καμ­πά­νες γιά τήν Λει­τουρ­γί­α τό ἔ­τος 1993.     

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δα­μα­σκη­νός ὁ Κομ­πο­σχοι­νᾶς, ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως τῆς Κου­τλου­μου­σια­νῆς Σκή­της τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ἦ­ταν ἀ­κτή­μων. Στό Κελ­λί του εἶ­χε μό­νο τίς κου­βέρ­τες πού σκε­πα­ζό­ταν, τά ροῦ­χα του, λί­γα τρό­φι­μα καί μαλ­λί γιά νά πλέ­κη κομ­πο­σχοί­νια. Αὐ­τό ἦ­ταν τό ἐρ­γό­χει­ρό του. 

Ἀρ­χι­κά ἔ­κα­νε στήν ἔ­ρη­μο στά Κα­του­νά­κια δύ­ο χρό­νια σέ κά­ποι­ον γε­ρω–Ἰ­σί­δω­ρο, ἔ­πει­τα ἦρ­θε στό Κου­τλου­μού­σι καί ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τό Κα­λύ­βι στήν Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ὅ­που ἔ­μει­νε σ᾿ ὅ­λη του τήν ζωή. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό τόν πῆ­ραν στό Κου­τλου­μού­σι, ὅ­που ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δη­μή­τριος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της γεν­νή­θη­κε στήν Μεσ­ση­νί­α τό ἔ­τος 1930. Στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου κοι­νο­βί­α­σε τό 1953. Ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα τε­λε­ί­ας ὑ­πα­κο­ῆς στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά καί σέ ὅ­λους το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἔ­γι­νε μο­να­χός στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Προ­σβλή­θη­κε ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­ση καί τόν ἔ­στει­λαν μα­ζί μέ ἄλ­λον ὁ­μοι­ο­πα­θῆ μο­να­χό στό Σα­να­τό­ριο. Ὅ­ταν θε­ρα­πε­ύ­τη­κε ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά κά­ποι­οι πα­τέ­ρες φο­βο­ύ­με­νοι μήν κολ­λή­σουν καί ἄλ­λοι, τοῦ εἶ­παν νά μέ­νη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί νά τοῦ στέλ­νουν ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται. Δέν δέ­χθη­κε. Τοῦ πρό­τει­ναν νά πά­η στό Ὄ­ρος ὅ­που θέ­λει καί αὐ­τοί θά τοῦ στέλ­νουν τρό­φι­μα. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­κα­νε με­ρο­κά­μα­τα καί ζοῦ­σε. Ἔ­κα­νε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί στόν Ἅ­γιο Πέτρο. Αὐ­τά ἦ­ταν τά κα­λύ­τε­ρα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του. Κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά καί ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος ἄν καί δέν εἶ­χε οὔ­τε ἕ­να κον­σερ­βο­κο­ύ­τι νά πί­νη νε­ρό. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἔ­λε­γε: «Οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες ἀ­γω­νί­σθη­καν διά τῆς εὐ­χῆς, διά τήν εὐ­χήν. Εἶ­ναι δῶ­ρον Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς εἶ­πε: ”αἰτεῖτε καί δο­θή­σε­ται­”. Ἡ εὐ­χή γιά τόν μο­να­χό εἶ­ναι ὅ,τι ὁ ὁ­πλι­σμός γιά τόν στρα­τι­ώ­τη. Ἐ­άν ἀ­φαι­ρέ­σου­με τόν ὁ­πλι­σμό του εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σέ αἰχ­μα­λω­σί­α».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Δι­η­γή­θη­κε ὁ πα­πα–Ἀρ­τέ­μιος, πα­λαι­ός Κων­στα­μο­νί­της: «Κα­τά­γο­μαι ἀ­πό τόν Βό­λο καί στόν κό­σμο ἤ­μουν πο­δο­σφαι­ρι­στής. Μοῦ εἶ­παν τρεῖς γνω­στοί μου ὅ­τι θά πή­γαι­ναν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά γί­νουν μο­να­χοί.

ΚΓ΄. Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Ἀρ­τέ­μιος ἀ­πό τό Δι­ο­νυ­σι­ά­τι­κο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τοῦ Ψα­ρᾶ, πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν, κα­τή­γε­το ἀ­πό τήν Ἤ­πει­ρο καί ἦρ­θε σέ ἡ­λι­κί­α πέν­τε ἐ­τῶν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ὁ πα­τέ­ρας του χή­ρε­ψε μέ τέσ­σε­ρα παι­διά μι­κρά, δύ­ο ἀ­γό­ρια καί δύ­ο κο­ρί­τσια. Τά ἀ­γό­ρια τά ἔ­φε­ρε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τά κο­ρί­τσια τά ἔ­βα­λε σέ γυ­ναι­κεῖ­ο Μο­να­στή­ρι στήν Κέρκυρα. Ἔ­γι­νε καί αὐ­τός μο­να­χός σέ Μο­να­στή­ρι τῆς Κέρκυρας καί ἀρ­γό­τε­ρα χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρο­μό­να­χος. Ἤ­θε­λε νά ᾿ρθῆ στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἀλ­λά ἔ­μει­νε στό Μο­να­στή­ρι του, γιά νά δῆ μή­πως τά κο­ρί­τσια του ὅ­ταν με­γα­λώ­σουν δέν θε­λή­σουν νά γί­νουν μο­να­χές, γιά νά τίς παν­τρέ­ψη. Ἔ­γι­ναν καί οἱ δύ­ο μο­να­χές ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­καν καί μά­λι­στα ἡ μί­α ἔ­γι­νε Ἡ­γου­μέ­νη. Ὁ πα­τέ­ρας τους, ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰ­ω­αν­νί­κιος, εἶ­χε φή­μη Ἁ­γί­ου καί με­τά τήν κο­ί­μη­σή του συ­νέ­χι­σε νά θαυ­μα­τουρ­γῆ.  

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της (Γέ­ρον­τας τοῦ π. Ἰ­λα­ρί­ω­νος τοῦ ξυ­λο­γλύ­πτου), γιά νά κα­τα­πο­νῆ τό σῶ­μα του εἶ­χε ἕ­να δι­κέλ­λι καί γυρ­νοῦ­σε καί ἔ­σκα­βε τά πε­ζού­λια τῶν πα­τέ­ρων. Συ­νε­χῶς ψι­θύ­ρι­ζε τήν εὐ­χή καί κα­τά δι­α­στή­μα­τα φώ­να­ζε πιό δυ­να­τά: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός». Ἔ­σκα­βε ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, ἔ­τρω­γε κά­τι –αὐ­τό ἦ­ταν ἡ ἀ­μοι­βή του– καί τό βρά­δυ γύ­ρι­ζε στό Κα­λύ­βι του. 

Παπα–Γρηγόρης ὁ Πνευματικός

Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ λί­γοι ἐ­πι­σκέ­πτες πού ἔ­φθα­ναν ὥς τήν κα­λύ­βη τους, ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­δη εἶ­χε φή­μη ἐ­να­ρέ­του καί δι­α­κρι­τι­κοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Δι­έ­πρε­ψε ὡς Πνευ­μα­τι­κός καί ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶν ἀρ­χῶν.

Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γερω Αρσένιος ο Γρηγοριάτης

Ἀ­γα­ποῦ­σε καί εὐ­λα­βεῖ­το πά­ρα πο­λύ τήν Πα­να­γί­α, για­τί τόν ἔ­σω­σε ἀ­πό το­ύς Γερ­μα­νο­ύς καί τόν βο­ή­θη­σε πολ­λές φο­ρές. Τήν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «Μαν­νο­ύ­λα» καί ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι γιά δι­α­κο­νί­α ἔ­ξω, ἔ­παιρ­νε πάν­τα μα­ζί του μία πα­λαιά εἰ­κό­να της. 

Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γερο Αρσένιος ο Αγιοπαυλίτης

Ο γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Πορ­τα­ριά Χαλ­κι­δι­κῆς. Ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός καί ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς μοῦ­τσος σ᾿ ἕ­να κα­ρά­βι πού κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­πια­σε στό Μο­να­στή­ρι. Ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας τόν κα­πε­τά­νιο: «Δέν μᾶς δί­νεις αὐ­τό τό παι­δί νά μᾶς κου­βα­λά­η τό τα­χυ­δρο­μεῖ­ο κά­θε μέ­ρα;». «Ἅ­μα θέ­λη, ἄς ἔρ­θη». Τόν ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας, ἄν θέ­λη νά μεί­νη στό Μο­να­στή­ρι, καί δέ­χθη­κε. Ἦ­ταν τό ἔ­τος 1910 τό­τε καί ὁ μι­κρός ἦ­ταν 10 ἐ­τῶν. Ἔ­κτο­τε ἔ­με­ινε στό Μο­να­στή­ρι καί ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε ἔ­γι­νε μο­να­χός. Ἔ­γι­νε ὁ πο­λυ­τε­χνί­της τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Τό μυα­λό του ἔ­κο­βε. Ἦ­ταν εὑ­ρε­σι­τέ­χνης. Ὅ­λες τίς ζη­μι­ές ὁ π. Ἀρ­σέ­νιος τίς ἐ­πι­δι­ώρ­θω­νε. Μέ­χρι τό­τε στό Μο­να­στή­ρι ὑ­πῆρ­χαν δύο κτι­στές σόμ­πες. Αὐ­τός ἀ­πό μό­νος του ἔ­φτια­ξε και­νο­ύρ­γι­ες καί γέ­μι­σε τό Μο­να­στή­ρι μέ σόμ­πες. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

      Εἶ­χε τε­λει­ώ­σει κά­πο­τε τό λά­δι του. Ἄ­να­ψε τό­τε τό καν­τή­λι μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῶν ἁ­γί­ων τοῦ Κελλιοῦ του καί μέ πί­στη καί ἁ­πλό­τη­τα τούς λέ­γει: «Ἅ­γιοί μου, κα­νο­νίστε. Τό λά­δι τε­λεί­ω­σε. Νά οἰ­κο­νο­μή­σε­τε λί­γο λα­δά­κι νά σᾶς ἀ­νά­βω τό καν­τή­λι καί νά τρώ­ω καί ἐ­γώ». Τήν ἄλ­λη μέ­ρα πού ἀ­νέ­βη­κε στίς Κα­ρυ­ές, βρί­σκει σέ κάποιο μα­γα­ζί ἕ­να δο­χεῖ­ο λά­δι γιά τό Κελ­λί του, χω­ρίς νά γρά­φη ποι­ός τό στέλ­νει. Εὐ­χα­ρί­στη­σε τούς Ἁ­γί­ους γιά τήν γρή­γο­ρη βο­ή­θειά τους. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Κάποια νύ­χτα ση­κώ­θη­κα νά κά­νω τήν ἀ­γρυ­πνί­α στό κελ­λί μου. Ἔ­κλα­ψα, ἔ­κλα­ψα, ὄ­χι ἀ­πό κα­τά­νυ­ξη, ἀλ­λά ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σα νά στα­θῶ ὄρ­θιος νά κά­νω τήν ἀ­κο­λου­θί­α μου. Ἐ­κε­ί­νη τήν ὥ­ρα πού ἔ­κλαι­γα μέ ἐ­πε­σκί­α­σε ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­νῶ ἤ­μουν σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση ἀ­δυ­να­μί­ας, ἦρ­θε κά­ποι­α θέρ­μη μέ­σα μου. Αὐ­τή ἦ­ταν ἡ θε­ί­α χά­ρις. Ὕ­στε­ρα ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν». 

ΙΗ΄. Γερω–Εὐδόκιμος Ἁγιοπαυλίτης

Κα­θό­ταν σ᾿ ἕ­να στα­σί­δι, κα­τέ­βα­ζε τό κου­κο­ύ­λι νά μή φα­ί­νε­ται, ἅ­πλω­νε τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή. Τόν ρω­τοῦ­σε ἕ­να κα­λο­γέ­ρι: «Τί κά­νεις, γε­ρω–Εὐ­δό­κι­με;». Ἀ­παν­τοῦ­σε: «Τόν πο­λε­μά­ω. Βλέ­πεις τό κα­νό­νι;», καί ἔ­δει­χνε τό τρι­α­κο­σά­ρι του.

ΙΒ΄. Γερω–Ἀρσένιος Σιμωνοπετρίτης

Ὁ Γέροντας τοῦ συ­νέ­στη­σε νά δι­α­βά­ση τόν Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ. Τόν δι­ά­βα­ζε καί ἡ ἄ­σκη­σή του ἀ­πέ­κτη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ζῆ­λο. Ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες καί ὁ­λο­νύ­κτια προ­σευ­χή. Γιά νά μπο­ρῆ νά κρα­τι­έ­ται ὄρ­θιος ἔ­κα­νε κρε­μα­στῆ­ρες ἀ­πό τήν ὀ­ρο­φή τοῦ κελ­λιοῦ ἤ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τό κοι­νῶς λε­γό­με­νον «ἀκουμπιστήρι». Στό κε­φά­λι του ἀ­πό τίς πολ­λές με­τά­νοι­ες ἔ­κα­νε κα­ρο­ύ­μπα­λο.

Ι’. Παπα–Μεθόδιος Καρυώτης

Τε­λι­κά βρῆ­κε καί τόν τε­νε­κέ μέ τίς λί­ρες. Στε­νο­χω­ρέ­θη­κε, τοῦ ἔδωσε μί­α κλω­τσιά καί γέ­μι­σε ὁ τό­πος λί­ρες. «Πώ, πώ», ἔ­λε­γε, «δι­ά­βο­λος. Γι᾿  αὐ­τό ἔ­κα­ψε τό σπί­τι. Ὅ­ποι­ος θέ­λει ἄς πά­ρη. Ἐ­γώ δέν παίρ­νω τί­πο­τε». Πῆ­ραν ἀ­πό αὐ­τές τίς λί­ρες δύ­ο πα­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­πει­τα ἀρ­ρώ­στη­σαν καί τα­λαι­πω­ρή­θη­καν πο­λύ.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Μο­να­χός Κοι­νο­βιά­της βγῆ­κε ἀ­πό τό κα­θο­λι­κό κα­τά τήν διά­ρκεια ἀ­γρυ­πνί­ας σέ μί­α ἁ­πλω­τα­ριά νά πά­ρη λί­γο ἀ­έ­ρα, νά ξε­κου­ρα­σθῆ. Ὅ­πως στε­κό­ταν καί κοι­τοῦ­σε τήν θά­λασ­σα, κά­ποι­α στιγ­μή σκέ­φθη­κε· «και­ρός εἶ­ναι νά πά­ω μέ­σα». Ὁ­πό­τε ἀ­κού­ει μί­α ἄ­γρια φω­νή δί­πλα του· «κά­τσε λί­γο ἀ­κό­μη». Ἔν­τρο­μος ἔ­τρε­ξε πρός τό να­ό. Μά­λι­στα κτύ­πη­σε τό κε­φά­λι του σέ μί­α χα­μη­λή κα­μά­ρα καί τοῦ ἔ­φυ­γε ὁ σκοῦ­φος μέ τό κου­κού­λι, ἀλ­λά ἀ­πό τόν φό­βο του οὔ­τε γύ­ρι­σε πί­σω. Σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση εἰ­σῆλ­θε στό ναό. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος κοι­νο­βι­ά­της μο­να­χός πα­λαιά εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ ψα­ρᾶ. Ἀ­πό τά ψά­ρια πού ἔ­πια­νε τη­γά­νι­ζε κρυ­φά καί ἔ­τρω­γε. Κάποτε πού ἦ­ταν σέ μί­α ἐ­ξο­χή βρά­χου καί ἔ­κα­νε τίς λα­θρο­φα­γί­ες του, ξε­κό­πη­κε ὁ βρά­χος καί κα­τε­πον­τί­σθη­κε στήν θά­λασ­σα, μα­ζί καί ὁ ἴ­διος. Ὁ βρά­χος φαί­νε­ται μέ­χρι σή­με­ρα καί εἶ­ναι γνω­στός σάν ”βρά­χος τῆς λα­θρο­φα­γί­α­ς”. 

ΙΑ’. Νηπτικός Αὐξέντιος Γρηγοριάτης

«Ἔ­λαμ­πε τό­σο τό πρό­σω­πό του», δι­η­γεῖ­ται ὁ λει­τουρ­γός, «πού ὅ­ταν τόν  κοί­τα­ξα, ζα­λί­στη­κα καί πα­ρά λί­γο νά πέ­σω κά­τω. Ἔ­βα­λα τό χέ­ρι μου καί σκέ­πα­σα τά μά­τια μου για­τί δέν ἄν­τε­χα τό δυ­να­τό φῶς. Ἔ­λαμ­πε ὁ­λό­κλη­ρος». Ὅ­ταν σέ λί­γο ὑ­πε­στά­λη τό ἄ­κτι­στον φῶς καί συ­νῆλ­θε ὁ ἔκ­πλη­κτος ἱ­ε­ρέ­ας, τό­τε τόν κοι­νώ­νη­σε. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Στά Κα­του­νά­κια σέ μί­α κα­ται­γί­δα ἔ­βλε­παν οἱ Δα­νι­η­λαῖ­οι ἕ­ναν ἀ­σκη­τή πού περ­νών­τας ἀ­πό τό μο­νο­πά­τι εἶ­δε ἕ­ναν Σταυ­ρό πε­σμέ­νο ἀ­πό τόν ἀ­έ­ρα. Ἀ­ψή­φη­σε τήν κα­ται­γί­δα καί προ­σπα­θοῦ­σε νά στη­ρί­ξη τόν Σταυ­ρό. Ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ δί­πλα ἔ­πε­σε κε­ραυ­νός πού ἔ­σχι­σε τήν σω­λῆ­να τοῦ νε­ροῦ σέ μῆ­κος 50 μέ­τρων, καί ὁ μο­να­χός καί ὁ Σταυ­ρός δέν ἔ­πα­θαν τί­πο­τε. Καί με­τά τόν κε­ραυ­νό ὁ γεν­ναῖ­ος ἐ­κεῖ­νος κα­λό­γη­ρος μέ πί­στη δέν ἔ­φυ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ, μέ­χρι πού στε­ρέ­ω­σε τόν Σταυ­ρό. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἕ­να γε­ρον­τά­κι ἐ­νά­ρε­το ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ Ἄ­ξι­όν Ἐστι τῆς Κα­ψά­λας ἔ­λε­γε: «Θά ᾿ρθεῖ και­ρός πού ὁ Θε­ός θά πα­ρα­χω­ρεῖ ἀ­σθέ­νει­ες στο­ύς ἀν­θρώ­πους καί στά φυ­τά, καί θά ψά­χνουν οἱ ἄν­θρω­ποι νά βροῦν φάρ­μα­κο. Ὥ­σπου νά βροῦν γιά τήν μία ἀ­σθέ­νεια, θά πα­ρα­χω­ρεῖ ὁ Θε­ός ἄλ­λη». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τήν τα­πε­ί­νω­ση σή­με­ρα δύ­σκο­λα τήν βρί­σκεις ὅ­πως καί τήν δι­ά­κρι­ση. Ἀ­γά­πη θά βρεῖς, ἀλ­λοῦ λί­γη ἀλ­λοῦ πο­λλή. Τα­πε­ί­νω­ση ὅ­μως καί δι­ά­κρι­ση δύ­σκο­λα βρί­σκεις· εἶ­ναι καί ἀλ­λη­λέν­δε­τες. Ἡ τέ­λεια δι­ά­κρι­ση εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἁ­γι­ό­τη­τος».  

ς΄. Καβιώτης Κώστας, διά Χριστόν σαλός

Ολοι οἱ Κα­ρυ­ῶ­τες γνώ­ρι­ζαν τόν γε­ρω–Κώστα καί τοῦ ἔ­δει­χναν ἀ­γά­πη καί συμ­πά­θεια. Τόν ἔ­βλε­παν νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στίς Κα­ρυ­ές, νά λει­τουρ­γῆ­ται τα­κτι­κά στό Πρω­τᾶ­το, νά κά­νη τίς τρέλ­λες του, καί ὅ­λοι ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α.

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ἡ με­τά­νοι­α εἶ­ναι με­γά­λη ἀ­ρε­τή», ἔ­λε­γαν οἱ πα­λαι­οί, «καί χω­ρίς αὐ­τήν δέν σω­ζό­μα­στε».    
«Ὅ­σοι ἔ­με­ναν στήν με­τά­νοιά τους μέ­χρι τέ­λους, ἔ­κα­ναν ἀ­ρε­τή». 

IZ΄. Ἡγούμενος Ἀνδρέας Ἁγιοπαυλίτης

«Ὁ  Με­νά­γιας ἦ­ταν προ­σω­πι­κός φί­λος τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει μία φω­το­γρα­φί­α του καί ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό­τε ἐ­κεῖ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ὁ Με­νά­γιας γιά νά τούς ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε μία λε­κά­νη, ἔ­βα­λε ἀ­λεύ­ρι καί νε­ρό, τά ἀ­να­κά­τε­ψε, ἀ­πό πά­νω ἔ­βα­λε τό κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου καί ἀ­πό μό­νο του χω­ρίς προ­ζύ­μι φού­σκω­σε».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέρων: «Πε­νῆν­τα πέν­τε χρό­νια εἶ­μαι ἐ­δῶ. Ἐ­χθές ἦρ­θα, αὔ­ριο φε­ύ­γω».   
Εἶ­πε Γέ­ρων: «Μία φο­ρά πού ἔ­κα­να κα­νό­να τή νύ­χτα στό κελ­λί μου εἶ­δα φῶς καί αἰ­σθάν­θη­κα μία ἀλ­λοί­ω­ση». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τό πιό σπου­δαῖ­ο στήν προ­σευ­χή δέν εἶ­ναι οὔ­τε ἡ ἀ­να­πνο­ή οὔ­τε ἡ στά­ση μας, ἀλ­λά ἡ με­τά­νοι­α καί ἡ καρ­δια­κή προ­σευ­χή. Ἄν προ­σε­ύ­χε­σαι μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί οἱ λο­γι­σμοί τρέ­χουν συ­νέ­χεια, τό­τε στα­μά­τη­σέ τα ὅ­λα, καί τήν προ­σευ­χή καί τούς λο­γι­σμούς, καί ὁ νοῦς νά μεί­νη γιά λί­γο ἄ­δει­ος ἀπ᾿ ὅ­λα. Εἶ­ναι σάν νά ξα­πλώ­νης, ὅ­ταν ὁ ἐ­χθρός πυ­ρο­βο­λᾶ καί οἱ σφαῖ­ρες περ­νοῦν ἀ­πό πά­νω σου. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε πά­λι τήν εὐ­χή». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά ἀ­ρε­τές, κρύ­βει τά πά­θη του, καί ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά πά­θη, κρύ­βει τίς ἀ­ρε­τές του». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Με­ρι­κοί πού ἔ­χουν φθό­νο καί μῖσος γιά κά­ποι­ον, ὅ­ταν τόν δοῦν λέ­νε: “Μ᾿ ἔ­κα­ψε πού τόν εἶ­δα. Δέν μπο­ρῶ νά τόν δῶ­”. Νι­ώ­θουν ἕ­να κά­ψι­μο ἐ­σω­τε­ρι­κό. Τέ­τοι­ου εἴ­δους, ἀλ­λά σέ βαθ­μό ἀ­συγ­κρί­τως με­γα­λύ­τε­ρο, πού κα­λύ­τε­ρα νά μή γνω­ρί­ση κα­νείς, θά εἶ­ναι καί τό κά­ψι­μο τῆς κο­λά­σε­ως. Ὁ Θε­ός νά φυ­λά­η». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος Γέ­ρον­τας ἔ­δω­σε τίς λί­γες οἰ­κο­νο­μί­ες του σέ γνω­στό του γιά νά τίς φυ­λά­ξη. Ὅ­ταν ζή­τη­σε νά τίς πά­ρη, ἐ­κεῖ­νος δέν τίς ἐ­πέ­στρε­φε καί ἄρ­χι­σε νά βρί­ζη καί νά κα­τα­ρι­έ­ται τόν μο­να­χό. Αὐ­τός, ὁ ἀδικημένος, πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­πό τήν λο­γο­μα­χί­α, δέ­χθη­κε τήν ἀ­δι­κί­α καί ἤ­ρε­μα τοῦ εἶ­πε: «Κρά­τη­σε ἐ­σύ τά χρή­μα­τα καί ἐ­γώ τίς ἀ­ρές (κα­τά­ρες)». Ἀλ­λά ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ ἐ­νήρ­γη­σε καί αὐ­τόν πού ἀ­δί­κη­σε, τόν ἔ­κλε­ψαν καί με­τά ἀρ­ρώ­στη­σε. Ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἔτσι ἡ Γρα­φή ἡ λέ­γου­σα: «Δι᾽ ὧν τις ἁ­μαρ­τά­νει, διά τού­των κο­λά­ζε­ται»

Περιστατικά ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Στό Ξη­ρο­πο­τα­μι­νό Κελ­λί τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου κά­ποι­ος Ἀ­νώ­νυ­μος[1][1] Γέ­ρον­τας Ρου­μᾶ­νος πρίν ἀ­πό χρό­νια ἐ­κοι­μή­θη, ἀλλά δέν εἶ­χε κα­λό τέ­λος. Αὐ­τό ὠ­φεί­λε­το, κα­τά τούς πα­τέ­ρες πού τόν γνώ­ρι­ζαν, στό ὅ­τι εἶ­χε πά­ει στήν Ρωσ­σί­α καί στήν Ρου­μα­νί­α καί μά­ζε­ψε ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί χρή­μα­τα μα­ζί μέ ὀ­νό­μα­τα γιά μνη­μό­νευ­ση, αὐ­τός ὅ­μως δέν μνη­μό­νευ­σε τά ὀ­νό­μα­τα. Γι᾿ αὐτό τήν ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του φώ­να­ζε: «Πάρ­τε αὐ­τά τά χαρ­τιά, μέ καῖ­νε τά ὀ­νό­μα­τα». 

Σελίδες