ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τό πιό σπου­δαῖ­ο στήν προ­σευ­χή δέν εἶ­ναι οὔ­τε ἡ ἀ­να­πνο­ή οὔ­τε ἡ στά­ση μας, ἀλ­λά ἡ με­τά­νοι­α καί ἡ καρ­δια­κή προ­σευ­χή. Ἄν προ­σε­ύ­χε­σαι μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί οἱ λο­γι­σμοί τρέ­χουν συ­νέ­χεια, τό­τε στα­μά­τη­σέ τα ὅ­λα, καί τήν προ­σευ­χή καί τούς λο­γι­σμούς, καί ὁ νοῦς νά μεί­νη γιά λί­γο ἄ­δει­ος ἀπ᾿ ὅ­λα. Εἶ­ναι σάν νά ξα­πλώ­νης, ὅ­ταν ὁ ἐ­χθρός πυ­ρο­βο­λᾶ καί οἱ σφαῖ­ρες περ­νοῦν ἀ­πό πά­νω σου. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε πά­λι τήν εὐ­χή». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος Γέ­ρον­τας ἔ­δω­σε τίς λί­γες οἰ­κο­νο­μί­ες του σέ γνω­στό του γιά νά τίς φυ­λά­ξη. Ὅ­ταν ζή­τη­σε νά τίς πά­ρη, ἐ­κεῖ­νος δέν τίς ἐ­πέ­στρε­φε καί ἄρ­χι­σε νά βρί­ζη καί νά κα­τα­ρι­έ­ται τόν μο­να­χό. Αὐ­τός, ὁ ἀδικημένος, πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­πό τήν λο­γο­μα­χί­α, δέ­χθη­κε τήν ἀ­δι­κί­α καί ἤ­ρε­μα τοῦ εἶ­πε: «Κρά­τη­σε ἐ­σύ τά χρή­μα­τα καί ἐ­γώ τίς ἀ­ρές (κα­τά­ρες)». Ἀλ­λά ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ ἐ­νήρ­γη­σε καί αὐ­τόν πού ἀ­δί­κη­σε, τόν ἔ­κλε­ψαν καί με­τά ἀρ­ρώ­στη­σε. Ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἔτσι ἡ Γρα­φή ἡ λέ­γου­σα: «Δι᾽ ὧν τις ἁ­μαρ­τά­νει, διά τού­των κο­λά­ζε­ται»

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω–Ἀ­να­νί­ας

Στό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τό ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νον τῶν Σκουρ­ταί­ων, ἄ­νω­θεν τῶν Κα­ρε­ῶν, ἀ­σκή­θη­κε ὁ π. Παρ­θέ­νιος καί με­τά θά­να­τον εὐ­ω­δί­α­σαν τά Λεί­ψα­νά του. Στό ἴ­διο Κελ­λί ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη καί ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος

Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος εἶ­χε δεῖ στόν ὕ­πνο του ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο κε­κοι­μημέ­νο καί τόν ρώ­τη­σε:  

–Τί κά­νεις, παι­δί μου; Πῶς πέ­ρα­σες στήν ἐ­ξέ­τα­ση;  

–Γέροντα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, ὡς πρός τά κα­λο­γε­ρι­κά κα­θή­κον­τα πῆ­γα κα­λά. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός ἦ­ταν ἐ­πι­ει­κής μα­ζί μου. Ὡς πρός τά τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης δυ­σκο­λε­ύ­τη­κα πο­λύ, δι­ό­τι ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός μοῦ ἔ­κα­νε λε­πτο­με­ρῆ καί ἀ­συγ­κα­τά­βα­τη ἐ­ξέ­τα­ση.  

Ε’. Ἀσκητής Γαβριήλ Καρουλιώτης

Κά­ποι­ον νέ­ο πού πέ­ρα­σε ἀ­πό τό Ἀ­σκη­τή­ριό του καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν κρα­τή­ση γιά μο­να­χό, ὁ Γέ­ρον­τας ἄν καί ἤ­θε­λε ὑ­πο­τα­κτι­κό τόν ἔ­δι­ω­ξε, για­τί αἰ­σθάν­θη­κε δυ­σω­δί­α. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τοῦ τοῦ νέ­ου δι­κα­ί­ω­σε τόν γέ­ρον­τα Γα­βρι­ήλ καί ἀ­πέ­δει­ξε τήν γνη­σι­ό­τη­τα τοῦ χα­ρί­σμα­τός του. Ὁ ἀ­νω­τέ­ρω νέ­ος, ἔ­γι­νε μέν μο­να­χός, ἀλ­λά ὕ­στε­ρα ἀ­πέ­βα­λε τό Σχῆ­μα· ὄ­χι μό­νο παν­τρε­ύ­τη­κε ἀλ­λά ἔ­γι­νε καί μο­να­χο­μά­χος, ἁ­γι­ο­μά­χος καί θε­ο­μά­χος.

ΙΓ’. Γερω–Γεώργιος τοῦ «Φανερωμένου»

Κάποτε, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α του, κά­τι τόν πα­ρα­κί­νη­σε ἐ­σω­τε­ρι­κά νά πῆ το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας. Ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό στα­σί­δι καί πῆ­γε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να της. Ἐ­νῶ ἔ­λε­γε το­ύς Χαι­ρε­τι­σμο­ύς, ξαφ­νι­κά πέ­φτει ἕ­να τοῦ­βλο με­γά­λο μέ σο­βᾶ, ἀ­κρι­βῶς στό μέ­ρος πού στε­κό­ταν προ­η­γου­μέ­νως.  Ἄν  κα­θό­ταν  ἐ­κεῖ,  θά  τόν  εἶ­χε  σκο­τώ­σει. Ἀλ­λά ἡ Πα­να­γί­α τόν ἔ­σω­σε μ᾿ αὐ­τόν τόν τρό­πο. Πῆ­γε στούς­ γείτονές του, το­ύς Τρυ­γω­νά­δες, καί τό δι­ηγή-θηκε μέ δά­κρυ­α λέ­γον­τας ὅ­τι ἔ­γι­νε θαῦ­μα.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ἡ Πα­να­γί­α πα­ρη­γο­ρεῖ νέ­ο μο­να­χό – Ἡ Πα­να­γί­α το­ύς ἤ­θε­λε

Πα­λαιά ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοί λα­ϊ­κοί πού ζοῦ­σαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἦ­ταν φτω­χοί, δέν δο­ύ­λευ­αν καί ζοῦ­σαν ἀ­πό τίς εὐ­λο­γί­ες τῶν πα­τέ­ρων. Κάποτε ἡ Κοι­νό­τη­τα ἀ­πε­φά­σι­σε νά το­ύς δι­ώ­ξη ἀ­πό τό Ὄ­ρος. Το­ύς συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους, ἦ­ταν 50 μέ 60. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πα­λαι­ός φω­το­γρά­φος καί το­ύς ἔ­βγα­λε μί­α ἀ­να­μνη­στι­κή φω­το­γρα­φί­α μπρο­στά στό Πρω­τᾶ­το.

Β. Ἡσυχαστής παπα–Δανιήλ Ἁγιοπετρίτης

Κάποτε ἕ­νας Γέ­ρον­τας ἔ­στει­λε τό κα­λο­γέ­ρι του νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ στόν πα­πα–Δα­νι­ήλ. Τό κα­λο­γέ­ρι πῆ­γε, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα καί εἶ­πε τό «Δι᾿ εὐ­χῶν…», ἀλ­λά δέν πῆ­ρε ἀ­πό­κρι­ση. Κο­ί­τα­ξε τό­τε ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί εἶ­δε τόν πα­πα–Δα­νι­ήλ γο­να­τι­στό κά­τω ἀ­πό τόν πο­λυ­έ­λαι­ο νά προ­σε­ύ­χε­ται καί νά εἶ­ναι μέ­σα σέ φλό­γες.

Ζ’. Ἐρημίτης παπα–Τύχων

Στήν Λει­τουρ­γί­α ἔ­βλε­παν νά ἀλ­λοι­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πό του. Τά μά­τια του μέ­σα στό σκο­τά­δι ἦ­ταν πο­λύ φω­τει­νά. Πάν­τα λει­τουρ­γοῦ­σε μέ κα­τά­νυ­ξη καί δά­κρυ­α. Τήν ὥ­ρα τῆς θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τό δι­ά­βα­ζε μέ δά­κρυ­α. Μέ δά­κρυ­α σή­κω­νε τά Ἅ­για καί ἔ­κα­νε τήν Εἴ­σο­δο, ἐ­κτός βέ­βαι­α ἀ­πό τίς ἁρ­πα­γές καί τίς θεῖ­ες ὀ­πτα­σί­ες πού εἶ­χε.

ΚΔ΄. Γερω–Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης

Ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὁ π. Γε­ώρ­γιος τό ἑ­ξῆς: «Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος, δυ­ό–τρεῖς φο­ρές κα­θυ­στέ­ρη­σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Εἶ­πα· “­ἄς τε­λει­ώ­ση τό Με­σο­νυ­κτι­κό, εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος”. Εἶ­δα τό­τε τόν ἅ­γιο Παῦ­λο στόν ὕ­πνο μου μέ τό μπα­στού­νι νά μοῦ λέ­γη: “Σή­κω καί κα­τέ­βα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, δι­ό­τι θά σπά­σω τό μπα­στού­νι στήν πλά­τη σου. Ἀλ­λοί­μο­νό σου­”».

Κ΄. Ἡγούμενος Εὐδόκιμος Ξενοφωντινός

Ἐ­νῶ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος, κά­ποι­ος τοῦ ἔ­δει­ξε σάν σέ πί­να­κα ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Τοῦ εἶ­πε μία φω­νή: –Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου δέν ἔ­χουν κα­θα­ρι­σθῆ τε­λεί­ως. Ρώ­τη­σε ὁ προ­η­γού­με­νος: –Καί πῶς θά δι­α­γρα­φοῦν; Τότε πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:
–Μέ τήν εὐ­χή. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά λέ­η τήν εὐ­χή ἀ­βί­α­στα μέ­σα του.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά ἀ­ρε­τές, κρύ­βει τά πά­θη του, καί ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά πά­θη, κρύ­βει τίς ἀ­ρε­τές του». 

Περιστατικά ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Στό Ξη­ρο­πο­τα­μι­νό Κελ­λί τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου κά­ποι­ος Ἀ­νώ­νυ­μος[1][1] Γέ­ρον­τας Ρου­μᾶ­νος πρίν ἀ­πό χρό­νια ἐ­κοι­μή­θη, ἀλλά δέν εἶ­χε κα­λό τέ­λος. Αὐ­τό ὠ­φεί­λε­το, κα­τά τούς πα­τέ­ρες πού τόν γνώ­ρι­ζαν, στό ὅ­τι εἶ­χε πά­ει στήν Ρωσ­σί­α καί στήν Ρου­μα­νί­α καί μά­ζε­ψε ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί χρή­μα­τα μα­ζί μέ ὀ­νό­μα­τα γιά μνη­μό­νευ­ση, αὐ­τός ὅ­μως δέν μνη­μό­νευ­σε τά ὀ­νό­μα­τα. Γι᾿ αὐτό τήν ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του φώ­να­ζε: «Πάρ­τε αὐ­τά τά χαρ­τιά, μέ καῖ­νε τά ὀ­νό­μα­τα». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω–Ἀ­θα­νά­σιος, ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Ἡ­συ­χα­στοῦ, δέν ἔ­κα­νε πολ­λή ὑπα­κο­ή στόν Γέ­ρον­τά του. Μία μέ­ρα εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα στόν τό­πο τῆς εἰ­κό­νος τοῦ Χρι­στοῦ, στό τέμ­πλο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους, νά εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τοῦ Γέ­ρον­τά του.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω-Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της – Ο γε­ρω-Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της

Ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της, ὅ­ταν γέ­ρα­σε, ἀρ­ρώ­στη­σε καί βά­ρυ­νε. Ὅ­λοι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι   πλη­σι­ά­ζει ἡ κο­ί­μη­σή του. Τότε ὁ π. Γρη­γό­ριος εἶ­πε: «Πα­τέ­ρες μου, ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος Προ­ϊ­στά­με­νος ἦ­ταν·  ἄς τοῦ κά­νου­με ἕ­να εὐ­χέ­λαι­ο».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – ξθ’. Γέροντας πού δαιμονίστηκε – ο’. Ὁ ὑποτακτικός πού δέν ἀνέπαυσε τόν Γέροντά του

Κάποιος Γέροντας φι­λο­ξε­νοῦ­σε στό Κα­λύ­βι του νέ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νο καί ἀ­πό συμ­πό­νι­α προ­σπα­θοῦ­σε νά τόν βο­η­θή­ση. Ὁ Γέροντας νή­στευ­ε πο­λύ καί σχε­δόν δέν κοι­μό­ταν κα­θό­λου. Κάποια μέ­ρα, ἐ­νῶ νου­θε­τοῦ­σε τό νέ­ο, εἶ­δε ξαφ­νι­κά πά­νω στό κε­φά­λι του ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἀ­μέ­σως σκέ­φθη­κε ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί ἔ­πε­σε καί τό προ­σκύ­νη­σε. Τήν ἴ­δια στιγμή ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι εἶ­χε δαι­μο­νι­σθῆ καί ἔ­τρε­ξε σέ γει­το­νι­κό Κελ­λί.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Το “αθάνατο νερό” – Η υπομονή ιώβεια με χαρά.

Ενας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος γέ­ρον­τας Λαυ­ρι­ώ­της ἦ­ταν  ἄρ­ρω­στος στό κρεβ­βά­τι. Ἡ ἀρ­ρώ­στια του  κρά­τη­σε πο­λύν και­ρό καί τόν πε­ρί­με­ναν νά πε­θά­νη. Κάποια ἡ­μέ­ρα εἶ­πε στόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του νά πά­η νά τοῦ φέ­ρη νε­ρό ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

«Θα περάσουμε δύσκολες μέρες, γιατί ο κόσμος δεν εξομολογείται, και αυτοί που εξομολογούνται δεν κάνουν καθαρά εξομολόγηση»

Ὁ μακαριστός γέροντας Νεόφυτος (κατά κόσμον Ναούμ Σκαρκαλᾶς), πού ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τόν Μάιο τοῦ 2005, ἄφησε μνήμη πολύ ἐναρέτου καί ἁγίου ἀνδρός. Ἐφλέγετο ἀπό διάπυρο ἔρωτα πρός τόν Θεό καί τήν ἁγία Του Ἐκκλησία, τήν ὁποία διηκόνησε μέ πολύ ζῆλο, μέ ὅλη τήν ζωή του..

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. Πόλεμος καί βοήθεια Ἱερομονάχου – Ὁ γερω–Ἰωσήφ διώχνει τόν πειρασμό

Κα­τά θε­ί­α πρό­νοι­α συ­νέ­βη νά ἀ­πο­κτή­ση ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό Λει­ψα­νά­κι τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Σπη­λαι­ώ­του. Μέ εὐ­λά­βεια τό με­τέ­φε­ρε στόν κῆ­πο καί πα­ρα­κά­λε­σε: «Θέ­λω νά μοῦ τό ἀ­πο­δεί­ξης, γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ, ἄν ἔ­χης παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό, δι­ό­τι τό­σο και­ρό βα­σα­νί­ζο­μαι μέ τήν σκιά πού τήν βλέ­πω καί τήν ἀ­κού­ω, καί μέ τόν σει­σμό». Ἀ­πό τό πρῶ­το βρά­δυ ἔ­πα­ψαν ὅ­λα. Ἀ­πό τό­τε βε­βαι­ώ­θη­κε ὁ κη­που­ρός ὅ­τι ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ ἔ­χει παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. νε΄. Οἱ ἅ­γιοι Τα­ξιά­ρχες ἐ­πι­σκέ­φθη­καν ἀ­σθε­νῆ , νς΄. Φο­βε­ρός πό­λε­μος μέ δαι­μό­νια ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας

Στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Με­γί­στης Λαύ­ρας ζοῦ­σε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­να γε­ρον­τά­κι, ὀ­νό­μα­τι Μᾶρ­κος.  Στόν κό­σμο ἦ­ταν χω­ρο­φύ­λα­κας. Ἔ­γι­νε μο­να­χός καί τοῦ ἔ­δω­σαν τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ βορ­δο­νά­ρη (φρόν­τι­ζε τά ζῶ­α). Στήν ἀρχή κά­πνι­ζε κα­νέ­να τσι­γά­ρο καί ἔ­πι­νε κα­νέ­να κρα­σά­κι ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­δει­ξε με­τά­νοι­α καί ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος. Ὕστε­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε καί ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι.

ΚΕ΄. Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης

Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι στο­ύς ἁ­γί­ους Πάν­τες, εἶ­δε τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι σέ μία τοι­χο­γρα­φί­α στήν Λι­τή τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας, μέ ξί­φος καί μαν­δύ­α. «Βά­δι­ζε», δι­η­γεῖ­το, «καί ἡ οὐ­ρά τοῦ μαν­δύ­α ἄ­νοι­γε–κλοῦ­σε». Τό ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός!».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἐ­κεῖ πού ψέλ­να­με καί ἤ­μουν στά δε­ξιά τοῦ πρω­το­ψάλ­τη, πε­τά­γε­ται ἕ­να δαι­μό­νιο μέ μορ­φή σκε­λε­τοῦ προ­βάλ­λον­τας τό χέ­ρι του μέ κά­τι νύ­χια με­γά­λα νά μέ καρ­φώ­ση. Τρα­βή­χτη­κα πί­σω καί ξέ­φυ­γα. Τό­τε μοῦ εἶ­πε, κά­νον­τας συγ­χρό­νως μία ἄσχη­μη χει­ρο­νο­μί­α…..

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Με­ρι­κοί πού ἔ­χουν φθό­νο καί μῖσος γιά κά­ποι­ον, ὅ­ταν τόν δοῦν λέ­νε: “Μ᾿ ἔ­κα­ψε πού τόν εἶ­δα. Δέν μπο­ρῶ νά τόν δῶ­”. Νι­ώ­θουν ἕ­να κά­ψι­μο ἐ­σω­τε­ρι­κό. Τέ­τοι­ου εἴ­δους, ἀλ­λά σέ βαθ­μό ἀ­συγ­κρί­τως με­γα­λύ­τε­ρο, πού κα­λύ­τε­ρα νά μή γνω­ρί­ση κα­νείς, θά εἶ­ναι καί τό κά­ψι­μο τῆς κο­λά­σε­ως. Ὁ Θε­ός νά φυ­λά­η». 

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια

ΚΒ΄. Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης

Κά­πο­τε πού με­τέ­φε­ρε χόρ­τα μέ τό τρα­κτέρ τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος πά­νω στό τι­μό­νι καί  ἔπε­σε μέ τό τρα­κτέρ στό πο­τά­μι. Τότε, τοῦ ξα­ναεμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Πα­να­γί­α. Τόν ἔ­σω­σε, χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε, καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν  πρέ­πει νά κά­νης ὑ­περ­βο­λές. Ἄν δέν εἶ­χα ἔρ­θει, τί θά πά­θαι­νες!».

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γε­ρω-Ἀ­γά­πιος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της

Ο γε­ρω–Ἀ­γά­πιος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ἦ­ταν πρᾶ­ος καί ἁ­πλοῦς. Κάποτε, δι­α­κο­νών­τας στό μα­γει­ρεῖ­ο, ἔ­βρα­ζε τρα­χα­νᾶ καί ἐ­πει­δή φο­ύ­σκω­νε τό φα­γη­τό καί δέν εὕ­ρι­σκε τήν κου­τά­λα ἔ­βα­λε τό χέ­ρι του στόν τα­βᾶ καί ἀ­να­κά­τε­ψε τό φα­γη­τό χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – ξζ’. Ἡ προσευχή σβήνει πυρκαγιά – ξη’. Προσηύχετο ὑπερυψωμένος

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές. Με­τά ἡ φω­τιά προ­χώ­ρη­σε καί στό δά­σος.

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Κρυμ­μέ­νο ἅ­γιο Λε­ί­ψα­νο – Θρῆ­νος Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου γιά ἕ­να λο­γι­σμό!

Γέροντας Ἁ­γι­αν­να­νί­της δι­η­γή­θη­κε: «Πέν­τε–ἕ­ξι  φο­ρές κά­τω­θεν τοῦ Κυ­ρια­κοῦ εἶ­δα ἕ­να φῶς γλυ­κό, ἤ­ρε­μο. Δέν ἔ­κα­να καμ­μί­α ἐ­νέρ­γεια. Με­τά ἀ­πό δύ­ο–τρεῖς ἡ­μέ­ρες, ἐ­νῶ ἦ­ταν νύ­χτα, ἀ­κού­ω φω­νές ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ πού βρί­σκε­ται ἀ­μέ­σως κά­τω ἀ­πό τό Κυ­ρια­κό. Μέ φώ­να­ξαν. 

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ δαί­μο­νες ἐμ­πο­δί­ζουν ἀ­πό τόν κα­νό­να – Ὁ πλα­νε­μέ­νος ἀ­σκη­τής – Ὑ­πο­στο­λή εὐ­ω­δί­ας ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου

Καί οἱ πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ στήν ἀρ­χή, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζαν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἄ­κου­γαν ἔ­ξω φω­νές καί κτύ­πους σάν νά γκρε­μι­ζό­ταν τό σπί­τι γιά ἐκ­φο­βι­σμό. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σαν αὐ­τά καί ἄ­κου­γαν τίς δαι­μο­νι­κές φω­νές στίς 2 με­τά τά με­σά­νυ­χτα. Αὐ­τήν τήν ὥ­ρα ἔρ­χον­ταν γιά νά ἐμ­πο­δί­σουν τούς πα­τέ­ρες ἀ­πό τόν κα­νό­να τους, για­τί τό­τε ξυ­πνοῦ­σαν γιά νά κά­νουν τόν κα­νό­να τους.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. «Πά­τερ, ἐ­σύ μ᾿ ἔ­κα­νες Χρι­στια­νό» – Ἡ ὑ­πα­κο­ή ὑ­πέρ τή νη­στεί­αν – Ὁ πα­ρή­κο­ος φο­βᾶ­ται

Μή μπο­ρών­τας νά τόν ἀν­τέ­ξη, ἔ­ψα­ξε, βρῆ­κε τά σπίρ­τα καί ἄ­να­ψε φῶς. Τό­τε ἔκ­πλη­κτος δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι ὁ θό­ρυ­βος, πού τό­σο τόν τρό­μα­ξε, ὠ­φει­λό­ταν στά πον­τί­κια πού ἦρ­θαν νά φᾶν τό πί­του­ρο πού εἶ­χε βά­λει μέ­σα στό κου­τί μέ τά ἐρ­γα­λεῖ­α τῆς ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς. «Τα­λαί­πω­ρε», σκέ­φθη­κε, «ἐ­δῶ σέ τρό­μα­ξαν με­ρι­κά πον­τί­κια, ποῦ νά ἔρ­θουν καί οἱ δαί­μο­νες;».

Γ΄. Ἀκτήμων Φιλάρετος Καρουλιώτης

«Ὅ­ταν γε­μί­ζης τό λα­δι­κό, νά πη­γαί­νης μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, νά τό σταυ­ρώ­νης καί νά τήν πα­ρα­κα­λᾶς νά τό εὐ­λο­γή­ση», τοῦ εἶ­πε. Ἔ­τσι ἔ­κα­νε πάν­τα ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε λά­δι, καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! Τό πεν­το­κά­ρι­κο ἔ­φθα­σε καί πε­ρίσ­σε­ψε.»

ΙΘ΄. Γερω–Θεοδόσιος Ἁγιοπαυλίτης

Με­τά ἀ­πό με­ρι­κές μέ­ρες εἶ­χαν συ­νάν­τη­ση μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν πνευ­μα­τι­στῶν καί πῆ­γε καί αὐ­τός. Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο ὅ­μως δέν εἶ­χαν καμ­μί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό τά πνε­ύ­μα­τα. Ἐ­πι­κλή­σεις, ἐ­πι­κλή­σεις… τί­πο­τα! Τότε ἀ­κο­ύ­στη­κε φω­νή νά λέ­η: «Ἄν δέν ἀλ­λά­ξη τήν ἀ­πό­φα­ση πού ἔ­βα­λε στό νοῦ του ὁ Θε­ό­δω­ρος, δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με τί­πο­τα!».

Δ΄. Ἡσυχαστής «Πετράκης»

Φα­ί­νε­ται πώς αὐ­τό τό γε­γο­νός τοῦ συ­νέ­βη τό­τε γιά πρώ­τη φο­ρά, για­τί στήν συ­νέ­χεια ζοῦ­σε πολ­λές τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις, ὅ­πως ἀ­πε­κά­λυ­ψε στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ἔ­βλε­πε συ­χνά τό Ἄ­κτι­στο Φῶς, εἶ­χε ἀ­ε­ίρ­ρο­α δά­κρυ­α πού συ­νώ­δευ­αν τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή του καί εἶ­χε ξε­πε­ρά­σει τά τυ­πι­κά. 

Σελίδες