ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Στήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἁ­γί­ου Μαν­δη­λί­ου τῆς ἄ­νω Κα­ψά­λας ζοῦ­σε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­νας Ρῶσ­σος ἀ­σκη­τής ὀ­νο­μα­ζό­με­νος Ἰ­ω­ά­σαφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀ­γέ­νει­ος. Τη­ροῦ­σε σι­ω­πή διά βί­ου. Δέν μι­λοῦ­σε οὔ­τε καί συ­να­να­στρε­φό­ταν μέ κα­νέ­ναν. Ὅ­ταν κα­θό­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τό Κελ­λί του καί ἐρ­χό­ταν ἐ­πι­σκέ­πτης, ἔμ­παι­νε βι­α­στι­κά μέ­σα καί ἔ­κλει­νε τήν πόρ­τα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Έἶ­πε ὁ πα­πα–Γιά­ννης ὁ Ρου­μᾶ­νος ἀ­πό τήν Κο­λι­τσοῦ: «Ὡς νέ­ος μο­να­χός εἶ­χα πολ­λή δου­λειά, ἀλ­λά ἀγα­ποῦ­σα καί τό Ψαλ­τή­ρι. Γι᾿ αὐ­τό δι­ά­βα­ζα τούς ψαλ­μούς τήν ὥ­ρα τῆς ἐρ­γα­σί­ας καί ἔ­τσι με­τά ἀ­πό και­ρό τό ἔ­μα­θα ἀπ᾿ ἔ­ξω. Ὁ Γέ­ρον­τάς μου, ὁ π. Ἠ­λί­ας, κά­θε μέ­ρα δι­ά­βα­ζε ὅ­λο τό Ψαλ­τή­ρι».

Γερω-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινιάς

Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν ο «Γερο-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς». Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την Ευχή, την Ευχή του Ιησού.

ς΄. Καβιώτης Κώστας, διά Χριστόν σαλός

Ολοι οἱ Κα­ρυ­ῶ­τες γνώ­ρι­ζαν τόν γε­ρω–Κώστα καί τοῦ ἔ­δει­χναν ἀ­γά­πη καί συμ­πά­θεια. Τόν ἔ­βλε­παν νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στίς Κα­ρυ­ές, νά λει­τουρ­γῆ­ται τα­κτι­κά στό Πρω­τᾶ­το, νά κά­νη τίς τρέλ­λες του, καί ὅ­λοι ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α.

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης (και Ηχητικό)

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

IZ΄. Ἡγούμενος Ἀνδρέας Ἁγιοπαυλίτης

«Ὁ  Με­νά­γιας ἦ­ταν προ­σω­πι­κός φί­λος τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει μία φω­το­γρα­φί­α του καί ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό­τε ἐ­κεῖ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ὁ Με­νά­γιας γιά νά τούς ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε μία λε­κά­νη, ἔ­βα­λε ἀ­λεύ­ρι καί νε­ρό, τά ἀ­να­κά­τε­ψε, ἀ­πό πά­νω ἔ­βα­λε τό κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου καί ἀ­πό μό­νο του χω­ρίς προ­ζύ­μι φού­σκω­σε».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο Ἐ­πί­σκο­πος Μη­λι­του­πό­λε­ως Ἱ­ε­ρό­θε­ος πού σχό­λα­ζε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἦ­ταν ἅ­γιος ἄν­θρω­πος. Ὅ­ταν τόν πλη­σί­α­ζε κα­νείς κα­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, εὐ­ω­δί­α­ζε. Πολ­λοί τόν πλη­σί­α­ζαν γιά νά ὀσ- φραν­θοῦν αὐ­τήν τήν εὐ­ω­δί­α· ἰ­δί­ως ὁ διᾶ­κος πού  συλ­λει­τουρ­γοῦ­σε τό εἶ­χε δι­α­πι­στώ­σει πολ­λές φο­ρές.Ὅ­ταν εἶ­χε νά κά­νη κά­ποι­α χει­ρο­το­νί­α, τήν πα­ρα­μο­νή δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

     Ο γε­ρω Ἰ­γνά­τιος ὁ Ρου­μᾶ­νος ἦρ­θε ἀ­πό 13 χρόνων στό Ἅγιον Ὄ­ρος, στήν Λακ­κο­υσκή­τη, καί δέν ἤ­ξε­ρε ἀ­πό ἠ­λε­κτρι­κό ρεῦ­μα, ρα­δι­ό­φω­νο, τη­λε­ό­ρα­ση, πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Εἶ­χε 60 χρό­νια νά βγῆ στόν κό­σμο. Στά γε­ρά­μα­τα πῆ­γε στόν για­τρό, στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μόλις τόν βά­λα­νε στό ἀ­σαν­σέρ, εἶ­πε στόν συ­νο­δό του: «Γιατί μέ ἔ­βα­λες στήν πλά­στιγ­γα;». Ἔ­πει­τα ὅταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα γιά τό Ἀ­πό­δει­πνο, κα­θό­ταν στό μπαλ­κό­νι καί πε­ρί­με­νε νά δύ­ση ὁ ἥ­λιος γιά νά κά­νη τό Ἀ­πό­δει­πνο. Ἔ­βλε­πε τά φῶ­τα τῶν δρό­μων καί τό φῶς πού ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, καί νό­μι­ζε ὅ­τι δέν ἔ­δυ­σε ὁ ἥ­λιος, ἐ­νῶ ἦ­ταν νύ­χτα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Ἰάκωβος Ἁ­γι­αν­να­νί­της, ὁ κοι­νῶς ἀ­πο­κα­λο­ύ­με­νος «Ἰ­α­κω­βά­κης», κα­ταγόταν ἀ­πό τά Βρύ­ου­λα τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Πῆ­γε γιά μο­να­χός στήν κα­λύ­βη τοῦ πα­πα–Σάββα τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ, στόν γέ­ρον­τα Ὀ­νο­ύ­φριο. Λένε ὅτι ἐρ­χό­ταν σέ δι­α­πλη­κτι­σμο­ύς μέ τόν Γέ­ροντά του, για­τί ἤ­θε­λε νά κά­νη 2.000 με­τά­νοι­ες καί δέν τόν ἄ­φη­νε. Με­τά ἀ­πό και­ρό ἀ­πε­φά­σι­σε ὁ γε­ρω–Ὀ­νο­ύ­φριος νά κά­νη τήν κου­ρά του. Ἐ­νῶ εἶ­χαν γί­νει οἱ ἑ­τοι­μα­σί­ες καί ἦρ­θαν οἱ πα­τέ­ρες, ὁ Γέ­ρον­τας συ­ζη­τών­τας μέ τόν δό­κι­μο γιά τό ὄ­νο­μα δι­ε­φώ­νη­σαν. Ὁ δό­κι­μος ἤ­θε­λε νά τόν ὀ­νο­μά­ση Ἀ­να­στά­σιο, ἐ­νῶ ὁ Γέροντας ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση ἄλ­λο ὄ­νο­μα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

  Ο γε­ρω Θε­ό­κτι­στος ὁ Δι­ο­νυ­σι­ά­της τά πρῶ­τα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του ἀ­πέ­κτη­σε τήν εὐ­χή. Δέν ἤ­θε­λε οὔ­τε νά τρώ­η οὔ­τε νά κοι­μᾶ­ται. Τοῦ πέ­ρα­σε λο­γι­σμός ἀ­πό τήν ἁ­πλό­τη­τα καί τήν ἀπει­ρί­α του ὅ­τι πλέ­ον ἁ­γί­α­σε καί ἀ­μέ­σως ἔ­χα­σε τήν εὐ­χή.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   Ο γε­ρω Ἡ­σύ­χιος Κων­στα­μο­νί­της γεν­νή­θη­κε στήν Προῦ­σα καί ἦρ­θε στήν Ἑλ­λά­δα μέ τήν Ἀν­ταλ­λα­γή. Ἦ­ταν τουρ­κό­φω­νος. Εἶ­χε δι­α­βά­σει μι­κρός τόν βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου στά Κα­ρα­μαν­λί­δι­κα (τουρ­κι­κά μέ ἑλ­λη­νι­κο­ύς χα­ρα­κτῆ­ρες) καί θέ­λη­σε νά τόν μι­μη­θῆ. Ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος σέ ἡ­λι­κί­α πε­ρί­που  18 ἐ­τῶν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κων­στα­μο­νί­του. Τοῦ ἄ­ρε­σε τό ἀ­πό­μα­κρον καί ἡ­συ­χα­στι­κό της. Ἄρ­χι­σε νά μα­θα­ί­νη τήν Ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος

Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος εἶ­χε δεῖ στόν ὕ­πνο του ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο κε­κοι­μημέ­νο καί τόν ρώ­τη­σε:  

–Τί κά­νεις, παι­δί μου; Πῶς πέ­ρα­σες στήν ἐ­ξέ­τα­ση;  

–Γέροντα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, ὡς πρός τά κα­λο­γε­ρι­κά κα­θή­κον­τα πῆ­γα κα­λά. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός ἦ­ταν ἐ­πι­ει­κής μα­ζί μου. Ὡς πρός τά τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης δυ­σκο­λε­ύ­τη­κα πο­λύ, δι­ό­τι ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός μοῦ ἔ­κα­νε λε­πτο­με­ρῆ καί ἀ­συγ­κα­τά­βα­τη ἐ­ξέ­τα­ση.  

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

     Ο γε­ρω Ἡ­σύ­χιος ὁ Γρη­γο­ριά­της πάν­το­τε στε­κό­ταν ὄρ­θιος στό Κα­θο­λι­κό σέ ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­ταν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στό στα­σί­δι τόν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος, ἀ­πε­φά­σι­σε νά στέ­κε­ται ὄρ­θιος μέ τά χέ­ρια κά­τω. Ὁ­πό­τε μία φο­ρά τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος καί ἔ­πε­σε μέ τό κε­φά­λι πά­νω στήν κο­λώνα. Ἀ­πό τόν ζῆ­λο του νά νι­κή­ση τόν ὕ­πνο κόν­τε­ψε νά σκο­τω­θῆ. Ἀ­πό τά πό­δια του πού ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρα σάν πλη­γές, ἔ­ρε­ε πυ­ῶ­δες ὑ­γρό καί ἦ­ταν τό δέρ­μα σάν νά εἶ­χε λέ­πια.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Ἡ­σα­ΐ­ας ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της κα­τα­γόταν ἀ­πό τήν Λῆ­μνο. Πο­λέ­μη­σε στά ὀ­χυ­ρά τοῦ Με­τα­ξᾶ. Βλέ­πον­τας τόν κίν­δυ­νο ἔ­κα­νε τά­μα, ἄν τόν σώ­ση ἡ Πα­να­γί­α νά γί­νη κα­λό­γε­ρος. Με­τά τόν πό­λε­μο ἦρ­θε καί ὑ­πε­τά­γη στόν γε­ρω Συ­με­ών στήν καλύβη τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου στά Καυσοκαλύβια. Ὁ Γέ­ρον­τάς του Συ­με­ών τοῦ εἶ­πε: «Συ­νή­θως τούς δο­κίμους τούς κρα­τοῦν ἕ­να χρό­νο. Ἐ­μεῖς θά κά­νου­με τό τοῦ ἁ­γί­ου Πα­χω­μί­ου, τρεῖς χρό­νους δο­κι­μή».

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

O γε­ρω–Ἐ­φραίμ ὁ Λαυ­ρι­ώ­της δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι πα­λαιά στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου ἕ­νας Ἐ­πί­τρο­πος ἔ­δω­σε ἐν­το­λή νά μή δώ­ση ὁ Δο­χειά­ρης στούς ἀ­σκη­τές εὐ­λο­γί­α λά­δι, ὅ­πως ἦ­ταν τό κα­θι­ε­ρω­μέ­νο, για­τί εἶ­χαν λί­γο, μή­πως καί δέν φθά­ση. Ὁ Δο­χει­ά­ρης ὅ­μως ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του καί ἔδι­νε καί τό πιθά­ρι δέν ἄ­δεια­ζε.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης

Ο γέροντας πα­πα Ἐ­φρα­ίμ ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της ἀ­πό λα­ϊ­κός εἶ­χε πο­λύ με­γά­λη κα­θα­ρό­τη­τα. Δέν ἤ­ξε­ρε, τί ση­μαί­νει σαρ­κι­κή ἁ­μαρ­τί­α καί πῶς ἐ­πι­τε­λεῖ­ται. Οἱ κο­πέλ­λες τόν κο­ρό­ϊ­δευ­αν «μι­σο­γύ­νη».  Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του τόν κα­τα­ρά­στη­κε, ὅ­ταν τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θέ­λει νά γί­νη μο­να­χός. «Νά ἔ­χης τήν κα­τά­ρα τῶν 318 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τῆς Πρώ­της Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου», τοῦ εἶ­πε. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως με­τά­νοι­ω­σε καί ἦρ­θε καί ὁ ἴ­διος καί ἐ­μό­να­σε μα­ζί του, καί ὁ πα­πα–Ἐ­φρα­ίμ τόν γη­ρο­κό­μη­σε. 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γε­ρω-Ἀ­γά­πιος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της

Ο γε­ρω–Ἀ­γά­πιος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ἦ­ταν πρᾶ­ος καί ἁ­πλοῦς. Κάποτε, δι­α­κο­νών­τας στό μα­γει­ρεῖ­ο, ἔ­βρα­ζε τρα­χα­νᾶ καί ἐ­πει­δή φο­ύ­σκω­νε τό φα­γη­τό καί δέν εὕ­ρι­σκε τήν κου­τά­λα ἔ­βα­λε τό χέ­ρι του στόν τα­βᾶ καί ἀ­να­κά­τε­ψε τό φα­γη­τό χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Έλεγε ὁ γε­ρω–Μα­κά­ριος γιά τόν Γέ­ρον­τά του πα­πα–Εὐ­θύ­μιο τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου, τόν Πνευ­μα­τι­κό: «Ὁ Γέ­ρον­τάς μου ἦ­ταν ἐ­λε­ή­μων, ἀ­γρυ­πνοῦ­σε τίς νύ­χτες […]

Ε’. Ἀσκητής Γαβριήλ Καρουλιώτης

Κά­ποι­ον νέ­ο πού πέ­ρα­σε ἀ­πό τό Ἀ­σκη­τή­ριό του καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν κρα­τή­ση γιά μο­να­χό, ὁ Γέ­ρον­τας ἄν καί ἤ­θε­λε ὑ­πο­τα­κτι­κό τόν ἔ­δι­ω­ξε, για­τί αἰ­σθάν­θη­κε δυ­σω­δί­α. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τοῦ τοῦ νέ­ου δι­κα­ί­ω­σε τόν γέ­ρον­τα Γα­βρι­ήλ καί ἀ­πέ­δει­ξε τήν γνη­σι­ό­τη­τα τοῦ χα­ρί­σμα­τός του. Ὁ ἀ­νω­τέ­ρω νέ­ος, ἔ­γι­νε μέν μο­να­χός, ἀλ­λά ὕ­στε­ρα ἀ­πέ­βα­λε τό Σχῆ­μα· ὄ­χι μό­νο παν­τρε­ύ­τη­κε ἀλ­λά ἔ­γι­νε καί μο­να­χο­μά­χος, ἁ­γι­ο­μά­χος καί θε­ο­μά­χος.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω–Ἐνώχ ὁ Ρου­μᾶ­νος ἔ­γι­νε κα­λό­γε­ρος ἀ­πό τά­μα στήν Πα­να­γί­α. Ἦ­ταν στρα­τι­ώ­της καί σέ μία μά­χη σκο­τώ­θη­καν ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Αὐ­τός τό­τε ἔκα­νε τά­μα καί πα­ρα­κά­λε­σε στήν Πα­να­γί­α, ἄν τόν σώ­ση, νά γί­νη κα­λό­γε­ρος στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   Ο γε­ρω–Ἐμ­μα­νου­ήλ Νε­ο­σκη­τι­ώ­της γεν­νή­θη­κε στό Πλω­μά­ρι τῆς Λέσβου τό ἔ­τος 1918. Ἦ­ταν ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Μη­θύ­μνης Ἰ­α­κώ­βου. Ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς τρα­πε­ζι­κός ὑ­πάλ­λη­λος καί, ὅ­ταν πῆ­ρε τήν σύν­τα­ξή του, ἦρ­θε καί μό­να­σε στήν Κου­τλου­μου­σια­νή Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος τό ἔ­τος 1974. Τό 1976 πῆ­ρε τήν Καλύβη τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων στή Νέα Σκή­τη καί τό ἔ­τος 1992 κοι­νο­βί­α­σε στή Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου ὅ­που καί ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 2008 σέ ἡ­λι­κί­α 90 ἐ­τῶν.    

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ὁ Μι­κρα­γι­αν­να­νί­της, ἤ­θε­λε ἀ­πό μι­κρός νά γί­νη μο­να­χός. Σέ ἡλι­κί­α 12 ἐ­τῶν ἔ­φυ­γε καί πῆ­γε σέ ἕ­να μο­να­στή­ρι τῆς Ἀτ­τι­κῆς, ἀλ­λά οἱ δι­κοί του τόν πῆ­ραν πί­σω.  

Ἀ­πό τόν Πνευ­μα­τι­κό του στόν κό­σμο ἔ­μα­θε ὑ­πα­κοή. Στήν ἐ­νο­ρί­α τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ του πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ὅ­λες τίς ἀ­κο­λου­θί­ες πού τίς ἔ­κα­νε, ὅ­πως στά μο­να­στή­ρια. Ζήτησε εὐ­λο­γί­α ὁ μι­κρός Θε­ο­δό­σης νά γί­νη μο­να­χός καί ὁ Πνευ­μα­τι­κός του τοῦ εἶ­πε: «Ἄν θέ­λης νά γί­νης κα­λό­γε­ρος, δέν ἔ­χεις εὐ­λο­γί­α νά πᾶς που­θε­νά ἀλ­λοῦ πα­ρά μό­νο στόν Γέ­ροντά μου Ἀ­βι­μέ­λεχ». Πίστευε ὅ­τι δέν θά ἄν­τε­χε τήν αὐ­στη­ρή ζωή τοῦ γε­ρω–Ἀ­βι­μέ­λεχ καί θά γύ­ρι­ζε πά­λι στόν κό­σμο, δι­ό­τι τόν προ­ώ­ρι­ζε γιά δι­ά­δο­χό του. 

ΙΓ’. Γερω–Γεώργιος τοῦ «Φανερωμένου»

Κάποτε, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α του, κά­τι τόν πα­ρα­κί­νη­σε ἐ­σω­τε­ρι­κά νά πῆ το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας. Ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό στα­σί­δι καί πῆ­γε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να της. Ἐ­νῶ ἔ­λε­γε το­ύς Χαι­ρε­τι­σμο­ύς, ξαφ­νι­κά πέ­φτει ἕ­να τοῦ­βλο με­γά­λο μέ σο­βᾶ, ἀ­κρι­βῶς στό μέ­ρος πού στε­κό­ταν προ­η­γου­μέ­νως.  Ἄν  κα­θό­ταν  ἐ­κεῖ,  θά  τόν  εἶ­χε  σκο­τώ­σει. Ἀλ­λά ἡ Πα­να­γί­α τόν ἔ­σω­σε μ᾿ αὐ­τόν τόν τρό­πο. Πῆ­γε στούς­ γείτονές του, το­ύς Τρυ­γω­νά­δες, καί τό δι­ηγή-θηκε μέ δά­κρυ­α λέ­γον­τας ὅ­τι ἔ­γι­νε θαῦ­μα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

     Εἶ­πε ὁ πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος τῆς Κο­λι­τσοῦ, ὁ Ρου­μᾶ­νος Πνευ­μα­τι­κός: «Ὅ­ταν πή­ρα­με τόν Ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο στήν Κο­λι­τσοῦ, ἦ­ταν ἐ­ρεί­πιο. Πη­γαί­να­με καί φέρ­να­με ξύ­λα ἀ­πό τήν Φι­λο­θέ­ου μέ τήν βάρ­κα τρα­βών­τας κου­πί. Κά­να­με δύ­ο τρί­α δρο­μο­λό­για τήν ἡμέ­ρα. Εἴ­χα­με εἰ­δι­κά σα­μα­ρά­κια γιά τήν πλά­τη, γιά νά κου­βα­λᾶ­με τίς πέ­τρες. Ἀ­κο­λου­θί­α οὔ­τε μία μέ­ρα δέν χά­σα­με. Κά­να­με 150 με­τά­νοι­ες καί 12 ἑ­κα­το­στά­ρια σταυ­ρω­τά. Τότε, ἅ­μα ἔ­λε­γες στόν Πνευ­μα­τι­κό ὅ­τι δέν ἔ­κα­νες τόν κα­νό­να, δέν σέ κοι­νω­νοῦ­σε». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος ὑ­πο­τα­κτι­κός στε­νο­χώ­ρη­σε τόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος τόν κα­τα­ρά­στη­κε, ἀλ­λοί­μο­νο, νά πε­θά­νη στόν δρό­μο. Με­τά ἀ­πό δε­κα­ε­τί­ες, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του, δυστυχῶς ἔ­πια­σε ἡ κα­τά­ρα τοῦ Γέ­ρον­τά του καί πράγ­μα­τι ἐ­κοι­μή­θη στόν δρό­μο. Ἴ­σως ὁ ὑποτακτικός ἀ­μέ­λη­σε νά συγ­χω­ρη­θῆ ἤ δέν ἔδω­σε ση­μα­σί­α γιά νά πά­ρη πί­σω ὁ Γέ­ρον­τας τήν κα­τά­ρα του. Χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή νά μήν δί­νου­με ἀ­φορ­μές. «Μή δῶς τό­πον ἀν­θρώ­πῳ κα­τα­ρά­σα­σθαί σε»[1][1]. Ἡ ἄ­δι­κη κα­τά­ρα δέν πιά­νει. Ἀλ­λά ἄν κα­τα­ρα­στῆ κά­ποι­ος πο­νε­μέ­νος πού ἔ­χει δί­και­ο, τό­τε πιά­νει, ἄν καί δέν πρέ­πη πο­τέ νά κα­τα­ρι­ώ­μα­στε.  

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. κζ’. Γιά λο­γι­σμό ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας δαι­μο­νί­στη­κε.  κη΄. Ὁ θε­λη­μα­τά­ρης δέν κά­νει γιά μο­να­χός 

Ο γε­ρω–Ἀ­γά­πιος ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της ἦρ­θε 20 ἐτῶν γιά μο­να­χός καί ἐ­κοι­μή­θη 90. Οὐ­δέ­πο­τε βγῆ­κε ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἄν καί ἦ­ταν ἀ- σθε­νι­κός καί ὑ­πέ­φε­ρε, ὅ­μως ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἦ­ταν ἄ­κρως νη­στευ­τής καί νη­πτι­κός. Πο­λε­μοῦ­σε μέ το­ύς δα­ί­μο­νες πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν φα­νε­ρά, καί το­ύς ἔ­βλε­πε. Κάποτε εἶ­χε ἀ­γρυ­πνί­α στό Κυ­ρια­κό καί αὐ­τός δέν τό ἤ­ξε­ρε. Ὅ­λη τή νύ­χτα ἀγρυπνώντας στό Κελλί του δει­νο­πά­θη­σε πα­λε­ύ­ον­τας μέ το­ύς δα­ί­μο­νες. 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση.  κδ’. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε νά με­ί­νη στήν με­τά­νοιά του.  κς’. «Ἄν θέ­λη ἡ Πα­να­γί­α…»  

Γέρων δι­η­γή­θη­κε: «Ἀ­φοῦ ἔ­γι­να μο­να­χός, ἔ­βλε­πα κά­ποι­α πράγ­μα­τα στήν με­τά­νοιά μου καί δέν ἀ­να­παυ­ό­μουν∙ ἤ­θε­λα νά φύ­γω. Ὅμως τρεῖς φο­ρές ἐμ­πο­δί­στη­κα καί στό τέ­λος κα­τά­λα­βα ὅ­τι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι νά με­ί­νω στήν με­τά­νοιά μου.  

»Τήν  πρώ­τη  φο­ρά  συμ­βου­λε­ύ­τη­κα δυό  γε­ρον­τά­κια. Μέ ρώ­τη­σαν ἄν εἶ­μαι με­γα­λό­σχη­μος. Καί ὅταν το­ύς εἶ­πα ὅ­τι εἶ­μαι, μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν: ”Δέν μπο­ρεῖς νά φύ­γης ἀ­πό τήν με­τά­νοιά σου, ἐ­κτός ἄν ἐ­πι­ζη­τῆς ἀ­νώ­τε­ρη ζω­ή­”. Σκέ­φθη­κα ὅ­τι δέν μπο­ρῶ νά κά­νω ἀ­νώ­τε­ρη ζωή καί γύ­ρι­σα.  

Β. Ἡσυχαστής παπα–Δανιήλ Ἁγιοπετρίτης

Κάποτε ἕ­νας Γέ­ρον­τας ἔ­στει­λε τό κα­λο­γέ­ρι του νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ στόν πα­πα–Δα­νι­ήλ. Τό κα­λο­γέ­ρι πῆ­γε, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα καί εἶ­πε τό «Δι᾿ εὐ­χῶν…», ἀλ­λά δέν πῆ­ρε ἀ­πό­κρι­ση. Κο­ί­τα­ξε τό­τε ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί εἶ­δε τόν πα­πα–Δα­νι­ήλ γο­να­τι­στό κά­τω ἀ­πό τόν πο­λυ­έ­λαι­ο νά προ­σε­ύ­χε­ται καί νά εἶ­ναι μέ­σα σέ φλό­γες.

Ζ’. Ἐρημίτης παπα–Τύχων

Στήν Λει­τουρ­γί­α ἔ­βλε­παν νά ἀλ­λοι­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πό του. Τά μά­τια του μέ­σα στό σκο­τά­δι ἦ­ταν πο­λύ φω­τει­νά. Πάν­τα λει­τουρ­γοῦ­σε μέ κα­τά­νυ­ξη καί δά­κρυ­α. Τήν ὥ­ρα τῆς θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τό δι­ά­βα­ζε μέ δά­κρυ­α. Μέ δά­κρυ­α σή­κω­νε τά Ἅ­για καί ἔ­κα­νε τήν Εἴ­σο­δο, ἐ­κτός βέ­βαι­α ἀ­πό τίς ἁρ­πα­γές καί τίς θεῖ­ες ὀ­πτα­σί­ες πού εἶ­χε.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. κβ’. Ἀνεξάλειπτο τό μοναχικό Σχῆμα κγ’. Ἡ ἄκρα ταπείνωση τοῦ Ἡγουμένου

Ο γε­ρω–Μα­κά­ριος ἐ­γεν­νή­θη στό Ἄρ­γος τό ἔ­τος 1892. Ἐ­κά­ρη μο­να­χός στήν Ἱ. Μ. Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου, ἀλ­λά ἔ­πει­τα ὁ πει­ρα­σμός κα­τά­φε­ρε νά τόν βγά­λη ἀ­πό τήν με­τά­νοιά του στόν κό­σμο καί νυμ­φε­ύ­θη­κε. Ἀ­πέ­κτη­σε μά­λι­στα καί ἕ­να παι­δά­κι. Ζοῦ­σε λοι­πόν ἐν λή­θῃ τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ών του, ὥ­σπου μί­α μέ­ρα ὁ Θε­ός τοῦ ἔ­δει­ξε ση­μεῖ­ο καί συγ­κλο­νί­στη­κε: 

«Θα περάσουμε δύσκολες μέρες, γιατί ο κόσμος δεν εξομολογείται, και αυτοί που εξομολογούνται δεν κάνουν καθαρά εξομολόγηση»

Ὁ μακαριστός γέροντας Νεόφυτος (κατά κόσμον Ναούμ Σκαρκαλᾶς), πού ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τόν Μάιο τοῦ 2005, ἄφησε μνήμη πολύ ἐναρέτου καί ἁγίου ἀνδρός. Ἐφλέγετο ἀπό διάπυρο ἔρωτα πρός τόν Θεό καί τήν ἁγία Του Ἐκκλησία, τήν ὁποία διηκόνησε μέ πολύ ζῆλο, μέ ὅλη τήν ζωή του..

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. νε΄. Οἱ ἅ­γιοι Τα­ξιά­ρχες ἐ­πι­σκέ­φθη­καν ἀ­σθε­νῆ , νς΄. Φο­βε­ρός πό­λε­μος μέ δαι­μό­νια ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας

Στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Με­γί­στης Λαύ­ρας ζοῦ­σε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­να γε­ρον­τά­κι, ὀ­νό­μα­τι Μᾶρ­κος.  Στόν κό­σμο ἦ­ταν χω­ρο­φύ­λα­κας. Ἔ­γι­νε μο­να­χός καί τοῦ ἔ­δω­σαν τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ βορ­δο­νά­ρη (φρόν­τι­ζε τά ζῶ­α). Στήν ἀρχή κά­πνι­ζε κα­νέ­να τσι­γά­ρο καί ἔ­πι­νε κα­νέ­να κρα­σά­κι ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­δει­ξε με­τά­νοι­α καί ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος. Ὕστε­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε καί ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι.

Σελίδες