Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (τπδ-τκς). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

τπδ’

«Μα­κρυά ἀ­πό ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ες οἱ μο­να­χοί καί νά προ­σέ­ξουν μέ το­ύς τσι­μεν­τό­λι­θους (τά κτι­σί­μα­τα)  νά μή γί­νουν καί αὐ­τοί τσι­μεν­τό­λι­θοι». (Ἀ­φή­σουν τά κα­λο­γε­ρι­κά καί σκλη­ρύ­νη καί πα­γώ­ση ἡ καρ­διά τους).

τπε’

«Σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι μέ πε­νῆν­τα μο­να­χο­ύς, πολ­λές φο­ρές οἱ πε­νῆν­τα μα­ζί δέν μπο­ροῦν νά βο­η­θή­σουν πνευ­μα­τι­κά τό Μο­να­στή­ρι ὅ­σο ὁ ἕ­νας».

τπς’

«Ὁ λο­γι­σμός με­ρι­κῶν μοι­ά­ζει μέ τό κρα­σί. Ὅταν ἀρ­χί­ση καί χα­λά­η δέν στα­μα­τᾶ, μέ­χρι νά γί­νη ξύ­δι».

τπζ’

«Στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἦρ­θε ζύ­μη (νέ­οι μο­να­χοί), ἀλ­λά τί προ­ζύ­μι βρῆ­κε ἀ­πό μᾶς το­ύς ση­με­ρι­νο­ύς μο­να­χο­ύς;».

τπη’

«Ἕ­ναν ἅ­γιο ἄν εἴ­χα­με, θά ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὅ­λα τά προ­βλή­μα­τα. Μπο­ρεῖς νά μοῦ βρῆς ἕ­ναν ἅ­γιο;».

τπθ’

«Τήν καρ­διά μου δέν τήν δί­νω σέ κα­νέ­ναν. Τήν ἔ­δω­σα με­ρι­κές φο­ρές καί εἶ­παν: ”Τί ὡ­ραία καρ­διά!”, ἀλ­λά τήν χρη­σι­μο­πο­ί­η­σαν γιά νά σπά­ζουν κα­ρύ­δια».

τ­Ϟ’

«Ρίξτε τό με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος τοῦ ἀ­γῶ­να στήν προ­σευ­χή. Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι τό πνευ­μα­τι­κό μας βα­ρό­με­τρο. Κάντε ὁ­λό­κλη­ρη τήν ζωή σας μί­α προ­σευ­χή στόν Θεό».

τ­Ϟα’

«Νά ἔ­χου­με στα­θε­ρό­τη­τα στόν ἀ­γῶ­να μας. Νά μήν εἴ­μα­στε σάν τόν χε­ί­μαρ­ρο, πού κα­τε­βά­ζει μία φο­ρά τό νε­ρό καί με­τά ξη­ρα­ί­νε­ται· ἔτσι δέν βρί­σκει ἕ­νας δι­α­βά­της νά πι­ῆ λί­γο νε­ρό».

τ­Ϟ­β’

«Ὁ ἄλ­λος κά­νει θα­ύ­μα­τα καί ὁ πει­ρα­σμός τοῦ βά­ζει λο­γι­σμο­ύς ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει Θε­ός». (Δη­λα­δή ὁ δι­ά­βο­λος προ­σπα­θεῖ νά προ­σβά­λη μέ λο­γι­σμούς ἀ­κό­μη καί ἀ­πι­στί­ας καί τούς Ἁ­γί­ους).

τ­­Ϟ­γ’

«Λε­ί­πει ἀ­πό το­ύς ση­με­ρι­νο­ύς μο­να­χο­ύς ἡ αὐ­τα­πάρ­νη­ση, γι᾿ αὐ­τό δέν προ­χω­ρᾶ­με πνευ­μα­τι­κά καί δέν ζοῦ­με σάν το­ύς ἁ­γί­ους πα­τέ­ρες».

τ­­Ϟ­δ’

Μο­να­χός τοῦ εἶ­πε ὅ­τι κά­θε χρό­νο με­τά τό Πάσχα κά­νει ἕ­να προ­σκύ­νη­μα ἐν­τός τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Ὁ Γέροντας μέ χα­ρι­τω­μέ­νο τρό­πο, ἀλ­λά δε­ί­χνον­τας μέ λε­πτό­τη­τα τήν δι­α­φω­νί­α του, εἶ­πε: «Τήν ἄ­δειά σου πα­ίρ­νεις;».

τ­Ϟε’

Σέ Μο­να­στή­ρι γυ­ναι­κεῖ­ο τοῦ πρό­σφε­ραν κα­φέ. Πάνω στό τρα­πέ­ζι εἶ­χαν στρω­μέ­νο ἕ­να ὡ­ραῖ­ο λευ­κό τρα­πε­ζο­μάν­δη­λο, κεν­τη­μέ­νο καί σι­δε­ρω­μέ­νο. Ὁ Γέροντας, γιά νά δι­δά­ξη στίς μο­να­χές πρα­κτι­κά τήν μο­να­χι­κή ἁ­πλό­τη­τα, ἔ­χυ­σε πρῶ­τα τόν κα­φέ πά­νω σ᾿ ὅ­λο τό τρα­πέ­ζι, ὕ­στε­ρα δί­πλω­σε τό τρα­πε­ζο­μάν­δη­λο, ὥ­στε νά λε­ρω­θῆ πε­ρισ­σό­τε­ρο, καί εἶ­πε: «Τώ- ρα, Γε­ρόν­τισ­σα, ἀ­φῆστε τά κομ­πο­σχο­ί­νια καί πᾶ­τε νά πλύ­νε­τε καί νά σι­δε­ρώ­σε­τε τό τρα­πε­ζο­μάν­δη­λο».

τ­Ϟς’

«Τί εἶ­ναι τό θέ­λη­μα γιά τόν κα­λό­γε­ρο! Ἦ­ταν κά­ποι­ος σ᾿ ἕ­να Κοι­νό­βιο καί ὅ­λο ἔ­κα­νε τόν ἄρ­ρω­στο καί δέν ἔ­κα­νε τί­πο­τε. Μόλις ἔ­φυ­γε καί πῆ­ρε Κελ­λί, δέν στα­μα­τᾶ κα­θό­λου. Ποῦ τήν βρί­σκει αὐ­τήν τήν δύ­να­μη; Ἄλ­λος στό Μο­να­στή­ρι του ἦ­ταν ὅ­λο λο­γι­σμο­ύς καί ἀν­τί­δρα­ση. Μόλις τόν βά­λα­νε Ἀν­τι­πρό­σω­πο καί πῆ­ρε πρω­το­βου­λί­α, ἔ­κα­νε τό κο­νά­κι του πα­λά­τι».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα