ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (πγ-πθ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τα­πε­ί­νω­ση ἔ­χει αὐ­τός πού ὅ,τι κα­λό κά­νει, τό ξε­χνᾶ ἀ­μέ­σως καί τό πα­ρα­μι­κρό κα­λό πού τοῦ κά­νουν τό θε­ω­ρεῖ πο­λύ με­γά­λο καί νι­ώ­θει εὐ­γνω­μο­σύ­νη».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (οε-πβ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ὁ δι­ά­βο­λος δέν μπο­ρεῖ νά θε­ρα­πεύ­ση καμ­μί­α ἀρ­ρώ­στια, π.χ. πάρ­κιν­σον. Μπο­ρεῖ ὅ­μως νά κά­νη κα­λά κά­ποι­ον πού ἀ­πό δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γεια ἔ­χει πά­θει κά­τι». (Π.χ. ὅ­ταν πα­ρα­λύ­ση τό χέ­ρι κά­ποι­ου ἀ­πό δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γεια ὁ δι­ά­βο­λος μπο­ρεῖ νά ἀ­να­στεί­λη τήν ἐ­νέρ­γειά του, καί τό χέ­ρι νά ἀ­πο­κα­τα­στα­θῆ. Καί αὐ­τό νά φα­νῆ σάν θαῦ­μα).

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (ξη-οδ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ὁ πνευ­μα­τι­κά προ­χω­ρη­μέ­νος ἄν­θρω­πος κα­τα­λα­βαί­νει τίς δι­α­θέ­σεις τῶν ἄλ­λων, ἄν π.χ. θέ­λουν νά τόν ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν, νά τόν κλέ­ψουν· βά­ζει ὅμως πάν­τα κα­λό λο­γι­σμό, ὅ­τι ὁ ἄλ­λος τό ἔ­χει ἀ­νάγ­κη  καί δέν ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τόν ἑ­αυ­τό του. Ὁ ἅ­γιος ἔ­χει μία δι­αί­σθη­ση πού κα­τα­λα­βαί­νει τίς δι­α­θέ­σεις τῶν ἄλ­λων».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (νη-ξγ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ὅ,τι εἶ­ναι γιά μί­α μη­χα­νή ἡ βεν­ζί­νη, ἔ­τσι εἶ­ναι καί ἡ καρ­διά γιά τήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Ὅ,τι κά­νει ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πό τήν καρ­διά του δέν κου­ρά­ζει. Γι᾿ αὐ­τό σέ ὅ­σους μέ ρω­τᾶ­νε τί νά σπου­δά­σουν, τούς λέ­ω ὅ,τι ἀ­γα­πᾶ­νε. Ἰ­δί­ως με­ρι­κά ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ὅ­πως για­τρός, δά­σκα­λος, θέ­λουν νά τ᾿ ἀ­γα­πᾶ κα­νείς πο­λύ. Καί στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, στήν προ­σευ­χή πρέ­πει νά συμ­με­τέ­χη ἡ καρ­διά».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (ν-νζ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Σέ πολ­λούς πού κοι­νω­νοῦν τα­κτι­κά δέν βλέ­πω με­γά­λη προ­κο­πή. Σή­με­ρα πη­γαί­νει νά μπῆ σ᾿ ἕ­να πρό­γραμ­μα ἡ θεί­α Με­τά­λη­ψη· ὅ­πως δη­λα­δή νη­στεύ­ου­με Δευ­τέ­ρα, Τε­τάρ­τη, Πα­ρα­σκευ­ή, ἔ­τσι τό κά­νουν καί πολ­λοί μέ τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α. Πα­λαι­ά στό Κοι­νό­βιο κοι­νω­νο­ύ­σα­με κά­θε ἑ­βδο­μά­δα, καί ἐν­δι­ά­με­σα ὅ­ταν ὑ­πῆρ­χε Δε­σπο­τι­κή ἤ Θε­ο­μη­το­ρι­κή ἑ­ορ­τή ἤ με­γά­λου Ἁ­γί­ου. Πρῶ­τα (τήν προ­η­γο­ύ­με­νη μέ­ρα) παίρ­να­με Με­γά­λο Ἁ­για­σμό μέ νη­στεί­α καί τήν ἄλ­λη μέ­ρα θεί­α Κοι­νω­νί­α».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (με-μθ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Σή­με­ρα ἦρ­θε ἡ ἐ­πο­χή νά πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ ἡ προ­φη­τεί­α τοῦ Μ. Ἀν­τω­νί­ου: “Θά ᾿ρθεῖ και­ρός πού οἱ ἄν­θρω­ποι θα τρελ­λα­θοῦν, καί ἄν κά­ποι­ος εἶ­ναι λο­γι­κός, αὐ­τόν οἱ ἄλ­λοι θά τόν λέ­γουν τρελ­λό”, για­τί δέν θά εἶ­ναι σάν κι αὐ­το­ύς».

ΚΓ΄. Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (μ-μδ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Οἱ εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς πού θέ­λουν τά παι­διά τους νά γί­νουν κα­λό­γε­ροι, νά μήν τά λέ­νε νά γί­νουν κα­λό­γε­ροι, ἀλ­λά νά ζοῦν αὐ­τοί σάν μο­να­χοί. Οὔ­τε νά τά­ζουν τά παι­διά τους στόν Θε­ό νά γί­νουν μο­να­χοί, δι­ό­τι ἄν δέν ἔ­χη τό παι­δί τήν κλί­ση καί γίνη μοναχός, τό­τε θά βα­σα­νί­ζε­ται σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή. Σ᾿ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση νά τά δι­α­βά­ση ὁ Ἐ­πί­σκο­πος μία εὐ­χή καί νά μήν γί­νουν μο­να­χοί».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (λς-λθ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, πού γιά χρό­νια πολ­λά δέν ἀ­να­παύ­ε­ται που­θε­νά, αὐ­τός θά βρεῖ ἀ­νά­παυ­ση, ἄν κοι­τά­ξη τόν ἑ­αυ­τό του καί κά­νη ἐρ­γα­σί­α στόν πα­λαι­ό ἄν­θρω­πο. Δέν θά βρεῖ ἀ­νά­παυ­ση δηλαδή στά ἐξωτερικά μέ τό νά ψάχνη καί νά ἐπισκέπτεται Μοναστήρια. Ἄλ­λο, ἄν κα­νείς εἶ­ναι στίς ἀρ­χές καί ψά­χνη μέ τα­πεί­νω­ση νά βρῆ κά­τι».

Παπα–Γρηγόρης ὁ Πνευματικός

Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ λί­γοι ἐ­πι­σκέ­πτες πού ἔ­φθα­ναν ὥς τήν κα­λύ­βη τους, ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­δη εἶ­χε φή­μη ἐ­να­ρέ­του καί δι­α­κρι­τι­κοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Δι­έ­πρε­ψε ὡς Πνευ­μα­τι­κός καί ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶν ἀρ­χῶν.

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (κθ-λε). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   «Ἡ βα­σκα­νί­α εἶ­ναι ἕ­νας ζῆ­λος μέ κα­κί­α καί φθό­νο. Πρέ­πει ὁ ζῆ­λος μας νά εἶ­ναι κα­λός χω­ρίς κα­κί­α. Αὐ­τό μπο­ροῦ­με νά τό κα­τα­λα­βαί­νου­με, ὅ­ταν δοῦ­με κά­ποι­ον πού ζη­λεύ­ου­με, (θαυ­μά­ζου­με), καί ἔχη πά­θει κα­κό. Ἄν χα­ροῦ­με, τό­τε ὁ ζῆ­λος μας ἔ­χει κα­κί­α».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (κβ-κη). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ἡ ἐ­πο­χή μας εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λη. Καί πρέ­πει σή­με­ρα οἱ Χρι­στια­νοί νά κά­νουν πολ­λή ὑ­πο­μο­νή, γιά νά ἔ­χουν με­γά­λο μι­σθό. Πολ­λοί Ἅ­γιοι θά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νά ζοῦ­σαν στήν ση­με­ρι­νή ἐ­πο­χή, γιά νἄ­χουν με­γα­λύ­τε­ρο μι­σθό».

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (ις-κα). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   «Κά­πο­τε μοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ὁ Σα­τα­νᾶς καί μοῦ εἶ­πε: “Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Χρι­στός, προ­σκύ­να με”. Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα: “Ἐ­γώ τόν Χρι­στό μου πάν­τα τόν προ­σκυ­νῶ. Καί ἄν ἤ­σουν ὁ Χρι­στός, δέν θά μοῦ ζη­τοῦ­σες νά σέ προ­σκυ­νή­σω”».

Ρήσεις και Διηγήσεις γερόντος Παϊσίου ια-ιε. Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Γιά τούς δρό­μους στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὁ ἅ­γιος  Νεῖ­λος εἶ­χε προ­φη­τέ­ψει ὅ­τι θἄρ­θη και­ρός πού τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος θά ζω­σθῆ ὅ­λο μέ μία κορ­δέλ­λα πα­νί (δρό­μοι), καί ὅ­τι τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος θά μεί­νει ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Παῦ­λο καί πέ­ρα». (Δη­λα­δή μέ­χρι τήν Βί­γλα, δι­ό­τι μό­νο αὐ­τό τό κομ­μά­τι ἔ­μει­νε χω­ρίς δρό­μους).

ΙΒ΄. Γερω–Ἀρσένιος Σιμωνοπετρίτης

Ὁ Γέροντας τοῦ συ­νέ­στη­σε νά δι­α­βά­ση τόν Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ. Τόν δι­ά­βα­ζε καί ἡ ἄ­σκη­σή του ἀ­πέ­κτη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ζῆ­λο. Ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες καί ὁ­λο­νύ­κτια προ­σευ­χή. Γιά νά μπο­ρῆ νά κρα­τι­έ­ται ὄρ­θιος ἔ­κα­νε κρε­μα­στῆ­ρες ἀ­πό τήν ὀ­ρο­φή τοῦ κελ­λιοῦ ἤ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τό κοι­νῶς λε­γό­με­νον «ἀκουμπιστήρι». Στό κε­φά­λι του ἀ­πό τίς πολ­λές με­τά­νοι­ες ἔ­κα­νε κα­ρο­ύ­μπα­λο.

Ι’. Παπα–Μεθόδιος Καρυώτης

Τε­λι­κά βρῆ­κε καί τόν τε­νε­κέ μέ τίς λί­ρες. Στε­νο­χω­ρέ­θη­κε, τοῦ ἔδωσε μί­α κλω­τσιά καί γέ­μι­σε ὁ τό­πος λί­ρες. «Πώ, πώ», ἔ­λε­γε, «δι­ά­βο­λος. Γι᾿  αὐ­τό ἔ­κα­ψε τό σπί­τι. Ὅ­ποι­ος θέ­λει ἄς πά­ρη. Ἐ­γώ δέν παίρ­νω τί­πο­τε». Πῆ­ραν ἀ­πό αὐ­τές τίς λί­ρες δύ­ο πα­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­πει­τα ἀρ­ρώ­στη­σαν καί τα­λαι­πω­ρή­θη­καν πο­λύ.

Ρήσεις και Διηγήσεις γερόντος Παϊσίου ε – ι. Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ὁ ἄν­θρω­πος πού ἔ­χει τα­πεί­νω­ση, καί νά ξε­κλί­νη κά­πο­τε, τόν σκε­πά­ζει ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ, ἐ­νῶ ὁ ὑ­πε­ρή­φα­νος εἶ­ναι σάν τό χα­λα­σμέ­νο τι­μό­νι πού  πάν­τα βα­δί­ζει στρα­βά, ἤ σάν ἕ­να πρι­ό­νι σι­γι­α­σμέ­νο (τρο­χι­σμέ­νο) ἀ­πό τήν μί­α πλευ­ρά».

Ρήσεις και Διηγήσεις γερόντος Παϊσίου α-δ. Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

    «Ὅ­ποι­ος μι­λᾶ ἤ γρά­φει γιά τούς Ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες καί δέν ἔ­χει κα­θα­ρι­σθῆ ἀ­πό τά πά­θη, μοιά­ζει μέ τε­νε­κέ πού εἶχε πετρέλαιο καί τώρα ἔχει μέ­λι, ἀλ­λά μυ­ρί­ζει πε­τρέ­λαι­ο».

ΙΑ’. Νηπτικός Αὐξέντιος Γρηγοριάτης

«Ἔ­λαμ­πε τό­σο τό πρό­σω­πό του», δι­η­γεῖ­ται ὁ λει­τουρ­γός, «πού ὅ­ταν τόν  κοί­τα­ξα, ζα­λί­στη­κα καί πα­ρά λί­γο νά πέ­σω κά­τω. Ἔ­βα­λα τό χέ­ρι μου καί σκέ­πα­σα τά μά­τια μου για­τί δέν ἄν­τε­χα τό δυ­να­τό φῶς. Ἔ­λαμ­πε ὁ­λό­κλη­ρος». Ὅ­ταν σέ λί­γο ὑ­πε­στά­λη τό ἄ­κτι­στον φῶς καί συ­νῆλ­θε ὁ ἔκ­πλη­κτος ἱ­ε­ρέ­ας, τό­τε τόν κοι­νώ­νη­σε. 

Γερω-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινιάς

Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν ο «Γερο-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς». Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την Ευχή, την Ευχή του Ιησού.

ς΄. Καβιώτης Κώστας, διά Χριστόν σαλός

Ολοι οἱ Κα­ρυ­ῶ­τες γνώ­ρι­ζαν τόν γε­ρω–Κώστα καί τοῦ ἔ­δει­χναν ἀ­γά­πη καί συμ­πά­θεια. Τόν ἔ­βλε­παν νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στίς Κα­ρυ­ές, νά λει­τουρ­γῆ­ται τα­κτι­κά στό Πρω­τᾶ­το, νά κά­νη τίς τρέλ­λες του, καί ὅ­λοι ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α.

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης (και Ηχητικό)

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

IZ΄. Ἡγούμενος Ἀνδρέας Ἁγιοπαυλίτης

«Ὁ  Με­νά­γιας ἦ­ταν προ­σω­πι­κός φί­λος τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει μία φω­το­γρα­φί­α του καί ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό­τε ἐ­κεῖ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ὁ Με­νά­γιας γιά νά τούς ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε μία λε­κά­νη, ἔ­βα­λε ἀ­λεύ­ρι καί νε­ρό, τά ἀ­να­κά­τε­ψε, ἀ­πό πά­νω ἔ­βα­λε τό κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου καί ἀ­πό μό­νο του χω­ρίς προ­ζύ­μι φού­σκω­σε».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Κάποια χρο­νιά τό Πάσχα πῆ­γα προ­σκύ­νη­μα στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἦ­ταν τό προ­η­γο­ύ­με­νο ἔ­τος ἀ­πό τήν ἔ­κρη­ξη στό Τσερ­νομ­πίλ. Εἶ­δα στό Ναό μί­α εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας νά δα­κρύ­ζη· αὐ­τό ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτό ἀ­πό πολ­λο­ύς καί ἀ­πό ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα Ἀ­στυ­νο­μι­κό.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   Ο γε­ρω Ἡ­σύ­χιος Κων­στα­μο­νί­της γεν­νή­θη­κε στήν Προῦ­σα καί ἦρ­θε στήν Ἑλ­λά­δα μέ τήν Ἀν­ταλ­λα­γή. Ἦ­ταν τουρ­κό­φω­νος. Εἶ­χε δι­α­βά­σει μι­κρός τόν βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου στά Κα­ρα­μαν­λί­δι­κα (τουρ­κι­κά μέ ἑλ­λη­νι­κο­ύς χα­ρα­κτῆ­ρες) καί θέ­λη­σε νά τόν μι­μη­θῆ. Ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος σέ ἡ­λι­κί­α πε­ρί­που  18 ἐ­τῶν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κων­στα­μο­νί­του. Τοῦ ἄ­ρε­σε τό ἀ­πό­μα­κρον καί ἡ­συ­χα­στι­κό της. Ἄρ­χι­σε νά μα­θα­ί­νη τήν Ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο πα­πα–Χρυ­σό­στο­μος ὁ Γρη­γο­ριά­της πε­ί­σθη­κε νά χει­ρο­το­νη­θῆ πα­πᾶς καί νά μπῆ καί στήν Σύνα- ξη ἐ­πει­δή εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἡ Μο­νή. Λει­τουρ­γοῦ­σε πάν­τα μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξη.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος

Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος εἶ­χε δεῖ στόν ὕ­πνο του ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο κε­κοι­μημέ­νο καί τόν ρώ­τη­σε:  

–Τί κά­νεις, παι­δί μου; Πῶς πέ­ρα­σες στήν ἐ­ξέ­τα­ση;  

–Γέροντα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, ὡς πρός τά κα­λο­γε­ρι­κά κα­θή­κον­τα πῆ­γα κα­λά. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός ἦ­ταν ἐ­πι­ει­κής μα­ζί μου. Ὡς πρός τά τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης δυ­σκο­λε­ύ­τη­κα πο­λύ, δι­ό­τι ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός μοῦ ἔ­κα­νε λε­πτο­με­ρῆ καί ἀ­συγ­κα­τά­βα­τη ἐ­ξέ­τα­ση.  

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Η πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι μυ­στή­ριο ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο γιά τούς  ἄλ­λους, καί  μό­νο  στόν Θε­ό εἶ­ναι γνω­στή. Γι᾿ αὐ­τό δέν πρέ­πει νά κρί­νου­με κατ᾿ ὄ­ψιν, δι­ό­τι πολ­λές φο­ρές ὁ ἄν­θρω­πος δέν εἶ­ναι αὐ­τό πού φαί­νε­ται.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Χρι­στό­δου­λος ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της, ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός τοῦ  με­γά­λου ἡ­συ­χα­στοῦ Καλ­λι­νί­κου, δέν ἀ­κο­λο­ύ­θη­σε τόν Γέροντά του στήν θε­ω­ρη­τι­κή ζωή, ἀλ­λά κλη­ρο­νό­μη­σε τήν πρά­ξη.

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Χα­τζη–Γι­ώρ­γης

Παρ᾽ ὅ­τι ἔ­κα­νε τό­σο αὐ­στη­ρή, ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, τό πρό­σω­πό του φαι­νό­ταν εὐ­τρα­φές. Εἶ­χε μά­τια ἐκ­φρα­στι­κά καί μι­λοῦ­σε λί­γο μέ κο­φτές φρά­σεις. Ὁ Χα­τζη–Γε­ώρ­γης ζοῦ­σε μέ πολ­λή ἁ­πλό­τη­τα, μέ φτώ­χεια καί ὅ­λα τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά τά πα­ρα­με­λοῦ­σε.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης

Ο γέροντας πα­πα Ἐ­φρα­ίμ ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της ἀ­πό λα­ϊ­κός εἶ­χε πο­λύ με­γά­λη κα­θα­ρό­τη­τα. Δέν ἤ­ξε­ρε, τί ση­μαί­νει σαρ­κι­κή ἁ­μαρ­τί­α καί πῶς ἐ­πι­τε­λεῖ­ται. Οἱ κο­πέλ­λες τόν κο­ρό­ϊ­δευ­αν «μι­σο­γύ­νη».  Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του τόν κα­τα­ρά­στη­κε, ὅ­ταν τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θέ­λει νά γί­νη μο­να­χός. «Νά ἔ­χης τήν κα­τά­ρα τῶν 318 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τῆς Πρώ­της Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου», τοῦ εἶ­πε. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως με­τά­νοι­ω­σε καί ἦρ­θε καί ὁ ἴ­διος καί ἐ­μό­να­σε μα­ζί του, καί ὁ πα­πα–Ἐ­φρα­ίμ τόν γη­ρο­κό­μη­σε. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο πα­πα–Χα­ρί­των, ὁ Πνευ­μα­τι­κός καί Ἡ­συ­χα­στής, ὅ­ταν ἦ­ταν στό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­ί­λου, τό 1872, ὅ­που ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος καί ἱ­ε­ρε­ύς, ἀ­γω­νι­ζό­ταν πο­λύ.

Σελίδες