ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δα­μια­νός ὁ Γρη­γο­ριά­της ἦ­ταν ρω­μα­λέ­ος καί πο­λύ ἐρ­γα­τι­κός. Εἶ­χε πολ­λά δι­α­κο­νή­μα­τα ἐ­ξω­τε­ρι­κά καί τό Οἰ­κο­νο­μεῖ­ον καί τό Δο­χεῖ­ον. Ἦ- ταν ἐκ χα­ρα­κτῆ­ρος ζω­η­ρός καί φω­να­σκῶν, ἀλ­λά καί πο­λύ εὐ­α­ί­σθη­τος, στορ­γι­κός καί πο­νό­ψυ­χος. Ἦ-ταν μο­να­χός φι­λα­κό­λου­θος, εὐ­λα­βής καί συ­νε­πής στά μο­να­χι­κά του κα­θή­κον­τα. Οὐ­δέ­πο­τε ἐ­ξήρ­χε­το τοῦ κελ­λί­ου του με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο. Ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη καί εἶ­χε ἀ­κα­τά­σχε­τη αἱ­μορ­ρα­γί­α. Ἔ­κα­νε μί­α γε­νι­κή καί κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε σέ ὅ­λη του τήν ζωή νά κοι­μη­θῆ τοῦ Σταυ­ροῦ, πού εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί. Στήν ἀ­γρυ­πνί­α τῶν Θε­ο­φα­νε­ί­ων, πού πά­λι εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί, ζή­τη­σε ἐ­πί­μο­να νά κοι­νω­νή­ση πρίν ν᾿ ἀρ­χί­ση ἡ Λει­τουρ­γί­α, για­τί προ­εῖ­δε τήν κο­ί­μη­σή του καί προεῖπε ὅτι, με­τά δέν θά προ­λά­βαινα. Ἐ­κοι­νώ­νη­σε καί ἐ­κοι­μή­θη τήν ὥ­ρα πού χτυ­ποῦ­σαν οἱ καμ­πά­νες γιά τήν Λει­τουρ­γί­α τό ἔ­τος 1993.     

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δη­μή­τριος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της γεν­νή­θη­κε στήν Μεσ­ση­νί­α τό ἔ­τος 1930. Στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου κοι­νο­βί­α­σε τό 1953. Ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα τε­λε­ί­ας ὑ­πα­κο­ῆς στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά καί σέ ὅ­λους το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἔ­γι­νε μο­να­χός στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Προ­σβλή­θη­κε ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­ση καί τόν ἔ­στει­λαν μα­ζί μέ ἄλ­λον ὁ­μοι­ο­πα­θῆ μο­να­χό στό Σα­να­τό­ριο. Ὅ­ταν θε­ρα­πε­ύ­τη­κε ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά κά­ποι­οι πα­τέ­ρες φο­βο­ύ­με­νοι μήν κολ­λή­σουν καί ἄλ­λοι, τοῦ εἶ­παν νά μέ­νη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί νά τοῦ στέλ­νουν ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται. Δέν δέ­χθη­κε. Τοῦ πρό­τει­ναν νά πά­η στό Ὄ­ρος ὅ­που θέ­λει καί αὐ­τοί θά τοῦ στέλ­νουν τρό­φι­μα. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­κα­νε με­ρο­κά­μα­τα καί ζοῦ­σε. Ἔ­κα­νε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί στόν Ἅ­γιο Πέτρο. Αὐ­τά ἦ­ταν τά κα­λύ­τε­ρα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του. Κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά καί ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος ἄν καί δέν εἶ­χε οὔ­τε ἕ­να κον­σερ­βο­κο­ύ­τι νά πί­νη νε­ρό. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἔ­λε­γε: «Οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες ἀ­γω­νί­σθη­καν διά τῆς εὐ­χῆς, διά τήν εὐ­χήν. Εἶ­ναι δῶ­ρον Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς εἶ­πε: ”αἰτεῖτε καί δο­θή­σε­ται­”. Ἡ εὐ­χή γιά τόν μο­να­χό εἶ­ναι ὅ,τι ὁ ὁ­πλι­σμός γιά τόν στρα­τι­ώ­τη. Ἐ­άν ἀ­φαι­ρέ­σου­με τόν ὁ­πλι­σμό του εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σέ αἰχ­μα­λω­σί­α».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Δι­η­γή­θη­κε ὁ πα­πα–Ἀρ­τέ­μιος, πα­λαι­ός Κων­στα­μο­νί­της: «Κα­τά­γο­μαι ἀ­πό τόν Βό­λο καί στόν κό­σμο ἤ­μουν πο­δο­σφαι­ρι­στής. Μοῦ εἶ­παν τρεῖς γνω­στοί μου ὅ­τι θά πή­γαι­ναν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά γί­νουν μο­να­χοί.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Ἀρ­τέ­μιος ἀ­πό τό Δι­ο­νυ­σι­ά­τι­κο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τοῦ Ψα­ρᾶ, πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν, κα­τή­γε­το ἀ­πό τήν Ἤ­πει­ρο καί ἦρ­θε σέ ἡ­λι­κί­α πέν­τε ἐ­τῶν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ὁ πα­τέ­ρας του χή­ρε­ψε μέ τέσ­σε­ρα παι­διά μι­κρά, δύ­ο ἀ­γό­ρια καί δύ­ο κο­ρί­τσια. Τά ἀ­γό­ρια τά ἔ­φε­ρε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τά κο­ρί­τσια τά ἔ­βα­λε σέ γυ­ναι­κεῖ­ο Μο­να­στή­ρι στήν Κέρκυρα. Ἔ­γι­νε καί αὐ­τός μο­να­χός σέ Μο­να­στή­ρι τῆς Κέρκυρας καί ἀρ­γό­τε­ρα χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρο­μό­να­χος. Ἤ­θε­λε νά ᾿ρθῆ στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἀλ­λά ἔ­μει­νε στό Μο­να­στή­ρι του, γιά νά δῆ μή­πως τά κο­ρί­τσια του ὅ­ταν με­γα­λώ­σουν δέν θε­λή­σουν νά γί­νουν μο­να­χές, γιά νά τίς παν­τρέ­ψη. Ἔ­γι­ναν καί οἱ δύ­ο μο­να­χές ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­καν καί μά­λι­στα ἡ μί­α ἔ­γι­νε Ἡ­γου­μέ­νη. Ὁ πα­τέ­ρας τους, ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰ­ω­αν­νί­κιος, εἶ­χε φή­μη Ἁ­γί­ου καί με­τά τήν κο­ί­μη­σή του συ­νέ­χι­σε νά θαυ­μα­τουρ­γῆ.  

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της (Γέ­ρον­τας τοῦ π. Ἰ­λα­ρί­ω­νος τοῦ ξυ­λο­γλύ­πτου), γιά νά κα­τα­πο­νῆ τό σῶ­μα του εἶ­χε ἕ­να δι­κέλ­λι καί γυρ­νοῦ­σε καί ἔ­σκα­βε τά πε­ζού­λια τῶν πα­τέ­ρων. Συ­νε­χῶς ψι­θύ­ρι­ζε τήν εὐ­χή καί κα­τά δι­α­στή­μα­τα φώ­να­ζε πιό δυ­να­τά: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός». Ἔ­σκα­βε ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, ἔ­τρω­γε κά­τι –αὐ­τό ἦ­ταν ἡ ἀ­μοι­βή του– καί τό βρά­δυ γύ­ρι­ζε στό Κα­λύ­βι του. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

      Εἶ­χε τε­λει­ώ­σει κά­πο­τε τό λά­δι του. Ἄ­να­ψε τό­τε τό καν­τή­λι μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῶν ἁ­γί­ων τοῦ Κελλιοῦ του καί μέ πί­στη καί ἁ­πλό­τη­τα τούς λέ­γει: «Ἅ­γιοί μου, κα­νο­νίστε. Τό λά­δι τε­λεί­ω­σε. Νά οἰ­κο­νο­μή­σε­τε λί­γο λα­δά­κι νά σᾶς ἀ­νά­βω τό καν­τή­λι καί νά τρώ­ω καί ἐ­γώ». Τήν ἄλ­λη μέ­ρα πού ἀ­νέ­βη­κε στίς Κα­ρυ­ές, βρί­σκει σέ κάποιο μα­γα­ζί ἕ­να δο­χεῖ­ο λά­δι γιά τό Κελ­λί του, χω­ρίς νά γρά­φη ποι­ός τό στέλ­νει. Εὐ­χα­ρί­στη­σε τούς Ἁ­γί­ους γιά τήν γρή­γο­ρη βο­ή­θειά τους. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Κάποια νύ­χτα ση­κώ­θη­κα νά κά­νω τήν ἀ­γρυ­πνί­α στό κελ­λί μου. Ἔ­κλα­ψα, ἔ­κλα­ψα, ὄ­χι ἀ­πό κα­τά­νυ­ξη, ἀλ­λά ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σα νά στα­θῶ ὄρ­θιος νά κά­νω τήν ἀ­κο­λου­θί­α μου. Ἐ­κε­ί­νη τήν ὥ­ρα πού ἔ­κλαι­γα μέ ἐ­πε­σκί­α­σε ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­νῶ ἤ­μουν σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση ἀ­δυ­να­μί­ας, ἦρ­θε κά­ποι­α θέρ­μη μέ­σα μου. Αὐ­τή ἦ­ταν ἡ θε­ί­α χά­ρις. Ὕ­στε­ρα ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Μο­να­χός Κοι­νο­βιά­της βγῆ­κε ἀ­πό τό κα­θο­λι­κό κα­τά τήν διά­ρκεια ἀ­γρυ­πνί­ας σέ μί­α ἁ­πλω­τα­ριά νά πά­ρη λί­γο ἀ­έ­ρα, νά ξε­κου­ρα­σθῆ. Ὅ­πως στε­κό­ταν καί κοι­τοῦ­σε τήν θά­λασ­σα, κά­ποι­α στιγ­μή σκέ­φθη­κε· «και­ρός εἶ­ναι νά πά­ω μέ­σα». Ὁ­πό­τε ἀ­κού­ει μί­α ἄ­γρια φω­νή δί­πλα του· «κά­τσε λί­γο ἀ­κό­μη». Ἔν­τρο­μος ἔ­τρε­ξε πρός τό να­ό. Μά­λι­στα κτύ­πη­σε τό κε­φά­λι του σέ μί­α χα­μη­λή κα­μά­ρα καί τοῦ ἔ­φυ­γε ὁ σκοῦ­φος μέ τό κου­κού­λι, ἀλ­λά ἀ­πό τόν φό­βο του οὔ­τε γύ­ρι­σε πί­σω. Σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση εἰ­σῆλ­θε στό ναό. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος κοι­νο­βι­ά­της μο­να­χός πα­λαιά εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ ψα­ρᾶ. Ἀ­πό τά ψά­ρια πού ἔ­πια­νε τη­γά­νι­ζε κρυ­φά καί ἔ­τρω­γε. Κάποτε πού ἦ­ταν σέ μί­α ἐ­ξο­χή βρά­χου καί ἔ­κα­νε τίς λα­θρο­φα­γί­ες του, ξε­κό­πη­κε ὁ βρά­χος καί κα­τε­πον­τί­σθη­κε στήν θά­λασ­σα, μα­ζί καί ὁ ἴ­διος. Ὁ βρά­χος φαί­νε­ται μέ­χρι σή­με­ρα καί εἶ­ναι γνω­στός σάν ”βρά­χος τῆς λα­θρο­φα­γί­α­ς”. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Στά Κα­του­νά­κια σέ μί­α κα­ται­γί­δα ἔ­βλε­παν οἱ Δα­νι­η­λαῖ­οι ἕ­ναν ἀ­σκη­τή πού περ­νών­τας ἀ­πό τό μο­νο­πά­τι εἶ­δε ἕ­ναν Σταυ­ρό πε­σμέ­νο ἀ­πό τόν ἀ­έ­ρα. Ἀ­ψή­φη­σε τήν κα­ται­γί­δα καί προ­σπα­θοῦ­σε νά στη­ρί­ξη τόν Σταυ­ρό. Ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ δί­πλα ἔ­πε­σε κε­ραυ­νός πού ἔ­σχι­σε τήν σω­λῆ­να τοῦ νε­ροῦ σέ μῆ­κος 50 μέ­τρων, καί ὁ μο­να­χός καί ὁ Σταυ­ρός δέν ἔ­πα­θαν τί­πο­τε. Καί με­τά τόν κε­ραυ­νό ὁ γεν­ναῖ­ος ἐ­κεῖ­νος κα­λό­γη­ρος μέ πί­στη δέν ἔ­φυ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ, μέ­χρι πού στε­ρέ­ω­σε τόν Σταυ­ρό. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἕ­να γε­ρον­τά­κι ἐ­νά­ρε­το ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ Ἄ­ξι­όν Ἐστι τῆς Κα­ψά­λας ἔ­λε­γε: «Θά ᾿ρθεῖ και­ρός πού ὁ Θε­ός θά πα­ρα­χω­ρεῖ ἀ­σθέ­νει­ες στο­ύς ἀν­θρώ­πους καί στά φυ­τά, καί θά ψά­χνουν οἱ ἄν­θρω­ποι νά βροῦν φάρ­μα­κο. Ὥ­σπου νά βροῦν γιά τήν μία ἀ­σθέ­νεια, θά πα­ρα­χω­ρεῖ ὁ Θε­ός ἄλ­λη». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τήν τα­πε­ί­νω­ση σή­με­ρα δύ­σκο­λα τήν βρί­σκεις ὅ­πως καί τήν δι­ά­κρι­ση. Ἀ­γά­πη θά βρεῖς, ἀλ­λοῦ λί­γη ἀλ­λοῦ πο­λλή. Τα­πε­ί­νω­ση ὅ­μως καί δι­ά­κρι­ση δύ­σκο­λα βρί­σκεις· εἶ­ναι καί ἀλ­λη­λέν­δε­τες. Ἡ τέ­λεια δι­ά­κρι­ση εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἁ­γι­ό­τη­τος».  

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ἡ με­τά­νοι­α εἶ­ναι με­γά­λη ἀ­ρε­τή», ἔ­λε­γαν οἱ πα­λαι­οί, «καί χω­ρίς αὐ­τήν δέν σω­ζό­μα­στε».    
«Ὅ­σοι ἔ­με­ναν στήν με­τά­νοιά τους μέ­χρι τέ­λους, ἔ­κα­ναν ἀ­ρε­τή». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέρων: «Πε­νῆν­τα πέν­τε χρό­νια εἶ­μαι ἐ­δῶ. Ἐ­χθές ἦρ­θα, αὔ­ριο φε­ύ­γω».   
Εἶ­πε Γέ­ρων: «Μία φο­ρά πού ἔ­κα­να κα­νό­να τή νύ­χτα στό κελ­λί μου εἶ­δα φῶς καί αἰ­σθάν­θη­κα μία ἀλ­λοί­ω­ση». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τό πιό σπου­δαῖ­ο στήν προ­σευ­χή δέν εἶ­ναι οὔ­τε ἡ ἀ­να­πνο­ή οὔ­τε ἡ στά­ση μας, ἀλ­λά ἡ με­τά­νοι­α καί ἡ καρ­δια­κή προ­σευ­χή. Ἄν προ­σε­ύ­χε­σαι μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί οἱ λο­γι­σμοί τρέ­χουν συ­νέ­χεια, τό­τε στα­μά­τη­σέ τα ὅ­λα, καί τήν προ­σευ­χή καί τούς λο­γι­σμούς, καί ὁ νοῦς νά μεί­νη γιά λί­γο ἄ­δει­ος ἀπ᾿ ὅ­λα. Εἶ­ναι σάν νά ξα­πλώ­νης, ὅ­ταν ὁ ἐ­χθρός πυ­ρο­βο­λᾶ καί οἱ σφαῖ­ρες περ­νοῦν ἀ­πό πά­νω σου. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε πά­λι τήν εὐ­χή». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά ἀ­ρε­τές, κρύ­βει τά πά­θη του, καί ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά πά­θη, κρύ­βει τίς ἀ­ρε­τές του». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Με­ρι­κοί πού ἔ­χουν φθό­νο καί μῖσος γιά κά­ποι­ον, ὅ­ταν τόν δοῦν λέ­νε: “Μ᾿ ἔ­κα­ψε πού τόν εἶ­δα. Δέν μπο­ρῶ νά τόν δῶ­”. Νι­ώ­θουν ἕ­να κά­ψι­μο ἐ­σω­τε­ρι­κό. Τέ­τοι­ου εἴ­δους, ἀλ­λά σέ βαθ­μό ἀ­συγ­κρί­τως με­γα­λύ­τε­ρο, πού κα­λύ­τε­ρα νά μή γνω­ρί­ση κα­νείς, θά εἶ­ναι καί τό κά­ψι­μο τῆς κο­λά­σε­ως. Ὁ Θε­ός νά φυ­λά­η». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος Γέ­ρον­τας ἔ­δω­σε τίς λί­γες οἰ­κο­νο­μί­ες του σέ γνω­στό του γιά νά τίς φυ­λά­ξη. Ὅ­ταν ζή­τη­σε νά τίς πά­ρη, ἐ­κεῖ­νος δέν τίς ἐ­πέ­στρε­φε καί ἄρ­χι­σε νά βρί­ζη καί νά κα­τα­ρι­έ­ται τόν μο­να­χό. Αὐ­τός, ὁ ἀδικημένος, πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­πό τήν λο­γο­μα­χί­α, δέ­χθη­κε τήν ἀ­δι­κί­α καί ἤ­ρε­μα τοῦ εἶ­πε: «Κρά­τη­σε ἐ­σύ τά χρή­μα­τα καί ἐ­γώ τίς ἀ­ρές (κα­τά­ρες)». Ἀλ­λά ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ ἐ­νήρ­γη­σε καί αὐ­τόν πού ἀ­δί­κη­σε, τόν ἔ­κλε­ψαν καί με­τά ἀρ­ρώ­στη­σε. Ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἔτσι ἡ Γρα­φή ἡ λέ­γου­σα: «Δι᾽ ὧν τις ἁ­μαρ­τά­νει, διά τού­των κο­λά­ζε­ται»

Περιστατικά ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Στό Ξη­ρο­πο­τα­μι­νό Κελ­λί τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου κά­ποι­ος Ἀ­νώ­νυ­μος[1][1] Γέ­ρον­τας Ρου­μᾶ­νος πρίν ἀ­πό χρό­νια ἐ­κοι­μή­θη, ἀλλά δέν εἶ­χε κα­λό τέ­λος. Αὐ­τό ὠ­φεί­λε­το, κα­τά τούς πα­τέ­ρες πού τόν γνώ­ρι­ζαν, στό ὅ­τι εἶ­χε πά­ει στήν Ρωσ­σί­α καί στήν Ρου­μα­νί­α καί μά­ζε­ψε ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί χρή­μα­τα μα­ζί μέ ὀ­νό­μα­τα γιά μνη­μό­νευ­ση, αὐ­τός ὅ­μως δέν μνη­μό­νευ­σε τά ὀ­νό­μα­τα. Γι᾿ αὐτό τήν ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του φώ­να­ζε: «Πάρ­τε αὐ­τά τά χαρ­τιά, μέ καῖ­νε τά ὀ­νό­μα­τα». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω–Ἀ­να­νί­ας

Στό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τό ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νον τῶν Σκουρ­ταί­ων, ἄ­νω­θεν τῶν Κα­ρε­ῶν, ἀ­σκή­θη­κε ὁ π. Παρ­θέ­νιος καί με­τά θά­να­τον εὐ­ω­δί­α­σαν τά Λεί­ψα­νά του. Στό ἴ­διο Κελ­λί ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη καί ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω–Ἀ­θα­νά­σιος, ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Ἡ­συ­χα­στοῦ, δέν ἔ­κα­νε πολ­λή ὑπα­κο­ή στόν Γέ­ρον­τά του. Μία μέ­ρα εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα στόν τό­πο τῆς εἰ­κό­νος τοῦ Χρι­στοῦ, στό τέμ­πλο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους, νά εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τοῦ Γέ­ρον­τά του.

ΚΒ΄. Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης

Κά­πο­τε πού με­τέ­φε­ρε χόρ­τα μέ τό τρα­κτέρ τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος πά­νω στό τι­μό­νι καί  ἔπε­σε μέ τό τρα­κτέρ στό πο­τά­μι. Τότε, τοῦ ξα­ναεμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Πα­να­γί­α. Τόν ἔ­σω­σε, χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε, καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν  πρέ­πει νά κά­νης ὑ­περ­βο­λές. Ἄν δέν εἶ­χα ἔρ­θει, τί θά πά­θαι­νες!».

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω-Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της – Ο γε­ρω-Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της

Ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της, ὅ­ταν γέ­ρα­σε, ἀρ­ρώ­στη­σε καί βά­ρυ­νε. Ὅ­λοι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι   πλη­σι­ά­ζει ἡ κο­ί­μη­σή του. Τότε ὁ π. Γρη­γό­ριος εἶ­πε: «Πα­τέ­ρες μου, ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος Προ­ϊ­στά­με­νος ἦ­ταν·  ἄς τοῦ κά­νου­με ἕ­να εὐ­χέ­λαι­ο».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – ξθ’. Γέροντας πού δαιμονίστηκε – ο’. Ὁ ὑποτακτικός πού δέν ἀνέπαυσε τόν Γέροντά του

Κάποιος Γέροντας φι­λο­ξε­νοῦ­σε στό Κα­λύ­βι του νέ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νο καί ἀ­πό συμ­πό­νι­α προ­σπα­θοῦ­σε νά τόν βο­η­θή­ση. Ὁ Γέροντας νή­στευ­ε πο­λύ καί σχε­δόν δέν κοι­μό­ταν κα­θό­λου. Κάποια μέ­ρα, ἐ­νῶ νου­θε­τοῦ­σε τό νέ­ο, εἶ­δε ξαφ­νι­κά πά­νω στό κε­φά­λι του ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἀ­μέ­σως σκέ­φθη­κε ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί ἔ­πε­σε καί τό προ­σκύ­νη­σε. Τήν ἴ­δια στιγμή ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι εἶ­χε δαι­μο­νι­σθῆ καί ἔ­τρε­ξε σέ γει­το­νι­κό Κελ­λί.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – ξζ’. Ἡ προσευχή σβήνει πυρκαγιά – ξη’. Προσηύχετο ὑπερυψωμένος

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές. Με­τά ἡ φω­τιά προ­χώ­ρη­σε καί στό δά­σος.

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Το “αθάνατο νερό” – Η υπομονή ιώβεια με χαρά.

Ενας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος γέ­ρον­τας Λαυ­ρι­ώ­της ἦ­ταν  ἄρ­ρω­στος στό κρεβ­βά­τι. Ἡ ἀρ­ρώ­στια του  κρά­τη­σε πο­λύν και­ρό καί τόν πε­ρί­με­ναν νά πε­θά­νη. Κάποια ἡ­μέ­ρα εἶ­πε στόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του νά πά­η νά τοῦ φέ­ρη νε­ρό ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Κρυμ­μέ­νο ἅ­γιο Λε­ί­ψα­νο – Θρῆ­νος Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου γιά ἕ­να λο­γι­σμό!

Γέροντας Ἁ­γι­αν­να­νί­της δι­η­γή­θη­κε: «Πέν­τε–ἕ­ξι  φο­ρές κά­τω­θεν τοῦ Κυ­ρια­κοῦ εἶ­δα ἕ­να φῶς γλυ­κό, ἤ­ρε­μο. Δέν ἔ­κα­να καμ­μί­α ἐ­νέρ­γεια. Με­τά ἀ­πό δύ­ο–τρεῖς ἡ­μέ­ρες, ἐ­νῶ ἦ­ταν νύ­χτα, ἀ­κού­ω φω­νές ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ πού βρί­σκε­ται ἀ­μέ­σως κά­τω ἀ­πό τό Κυ­ρια­κό. Μέ φώ­να­ξαν. 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ἡ Πα­να­γί­α πα­ρη­γο­ρεῖ νέ­ο μο­να­χό – Ἡ Πα­να­γί­α το­ύς ἤ­θε­λε

Πα­λαιά ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοί λα­ϊ­κοί πού ζοῦ­σαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἦ­ταν φτω­χοί, δέν δο­ύ­λευ­αν καί ζοῦ­σαν ἀ­πό τίς εὐ­λο­γί­ες τῶν πα­τέ­ρων. Κάποτε ἡ Κοι­νό­τη­τα ἀ­πε­φά­σι­σε νά το­ύς δι­ώ­ξη ἀ­πό τό Ὄ­ρος. Το­ύς συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους, ἦ­ταν 50 μέ 60. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πα­λαι­ός φω­το­γρά­φος καί το­ύς ἔ­βγα­λε μί­α ἀ­να­μνη­στι­κή φω­το­γρα­φί­α μπρο­στά στό Πρω­τᾶ­το.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ δαί­μο­νες ἐμ­πο­δί­ζουν ἀ­πό τόν κα­νό­να – Ὁ πλα­νε­μέ­νος ἀ­σκη­τής – Ὑ­πο­στο­λή εὐ­ω­δί­ας ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου

Καί οἱ πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ στήν ἀρ­χή, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζαν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἄ­κου­γαν ἔ­ξω φω­νές καί κτύ­πους σάν νά γκρε­μι­ζό­ταν τό σπί­τι γιά ἐκ­φο­βι­σμό. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σαν αὐ­τά καί ἄ­κου­γαν τίς δαι­μο­νι­κές φω­νές στίς 2 με­τά τά με­σά­νυ­χτα. Αὐ­τήν τήν ὥ­ρα ἔρ­χον­ταν γιά νά ἐμ­πο­δί­σουν τούς πα­τέ­ρες ἀ­πό τόν κα­νό­να τους, για­τί τό­τε ξυ­πνοῦ­σαν γιά νά κά­νουν τόν κα­νό­να τους.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. Πόλεμος καί βοήθεια Ἱερομονάχου – Ὁ γερω–Ἰωσήφ διώχνει τόν πειρασμό

Κα­τά θε­ί­α πρό­νοι­α συ­νέ­βη νά ἀ­πο­κτή­ση ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό Λει­ψα­νά­κι τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Σπη­λαι­ώ­του. Μέ εὐ­λά­βεια τό με­τέ­φε­ρε στόν κῆ­πο καί πα­ρα­κά­λε­σε: «Θέ­λω νά μοῦ τό ἀ­πο­δεί­ξης, γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ, ἄν ἔ­χης παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό, δι­ό­τι τό­σο και­ρό βα­σα­νί­ζο­μαι μέ τήν σκιά πού τήν βλέ­πω καί τήν ἀ­κού­ω, καί μέ τόν σει­σμό». Ἀ­πό τό πρῶ­το βρά­δυ ἔ­πα­ψαν ὅ­λα. Ἀ­πό τό­τε βε­βαι­ώ­θη­κε ὁ κη­που­ρός ὅ­τι ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ ἔ­χει παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. «Πά­τερ, ἐ­σύ μ᾿ ἔ­κα­νες Χρι­στια­νό» – Ἡ ὑ­πα­κο­ή ὑ­πέρ τή νη­στεί­αν – Ὁ πα­ρή­κο­ος φο­βᾶ­ται

Μή μπο­ρών­τας νά τόν ἀν­τέ­ξη, ἔ­ψα­ξε, βρῆ­κε τά σπίρ­τα καί ἄ­να­ψε φῶς. Τό­τε ἔκ­πλη­κτος δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι ὁ θό­ρυ­βος, πού τό­σο τόν τρό­μα­ξε, ὠ­φει­λό­ταν στά πον­τί­κια πού ἦρ­θαν νά φᾶν τό πί­του­ρο πού εἶ­χε βά­λει μέ­σα στό κου­τί μέ τά ἐρ­γα­λεῖ­α τῆς ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς. «Τα­λαί­πω­ρε», σκέ­φθη­κε, «ἐ­δῶ σέ τρό­μα­ξαν με­ρι­κά πον­τί­κια, ποῦ νά ἔρ­θουν καί οἱ δαί­μο­νες;».

Σελίδες