Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (ρξζ-ροδ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

ρξζ’

«Τό­σος ἀ­γώ­νας, τό­ση προ­σπά­θεια νά ξε­κολ­λή­ση ἡ ψυ­χή ἀ­πό τόν κό­σμο, καί με­τά ἔ­χει νο­σταλ­γί­α γιά τόν κό­σμο. Ἀ­κό­μη καί νά μή σκέ­φτε­ται νά πά­η στόν κό­σμο, ὅ­μως σκέ­φτε­ται τόν κό­σμο. Ὁ νοῦς τό­τε εἶ­ναι σάν ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­προ­σγεί­ω­το. Τά κα­τά­φε­ρε ὁ δι­ά­βο­λος. Σπα­τα­λᾶ ὁ μο­να­χός τήν ζω­ή του στό Μο­να­στή­ρι καί ὁ νοῦς του βρί­σκε­ται στόν κό­σμο».

ρξη’

«Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος πι­στεύ­η ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­πρό­κο­πος, βλέ­πει τά χά­λια του, ὅ­μως αἰ­σθά­νε­ται πα­ρη­γο­ριά, ἐλ­πί­δα, σι­γου­ριά, τό­τε ὑ­πάρ­χει πρό­ο­δος καί προ­κο­πή πνευ­μα­τι­κή. Ἐ­νῶ, ὅ­ταν λέ­γη εἶ­ναι ἀ­πρό­κο­πος, ἔ­χη ἄγ­χος καί ἀ­πελ­πί­ζε­ται, τό­τε δέν πο­ρεύ­ε­ται σω­στά. Ὅ­σο κα­θα­ρί­ζουν τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς, τό­σο βλέ­πει τόν ἑ­αυ­τό του κα­νείς χει­ρό­τε­ρο. Ὅ­ταν δέν βλέ­πη κα­νείς κα­λά, τόν ἑ­αυ­τό του τόν βλέ­πη μία χα­ρά. Ὅ­μως, ὅ­ταν βά­λη φα­κό, πάν­τα θά βλέ­πει πνευ­μα­τι­κή δου­λειά».

ρξθ’

    «Ἡ πνευ­μα­τι­κή συν­τρι­βή ἔ­χει πα­ρη­γο­ριά, ἐ­νῶ ἡ δι­α­βο­λι­κή ἔ­χει ἄγ­χος».

ρο’

     «Ὁ μο­να­χός πο­τέ νά μή δι­και­ώ­νη τόν ἑ­αυ­τό  του, οὔ­τε νά δέ­χε­ται λο­γι­σμούς. Ἔ­τσι ἐ­ξα­γνί­ζε­ται ἡ καρ­διά καί βλέ­πει κα­θα­ρά ὁ ἄν­θρω­πος».

ρο­α’

«Τίς ζω­η­ρές φύ­σεις τίς βο­η­θᾶ πο­λύ ἡ ὑ­πα­κο­ή. Δέν πρέ­πει νά βγοῦν ἀπ᾿ τήν ὑ­πα­κο­ή, για­τί θά βλα­φτοῦν».

ρο­β’

«Ὅ­ταν  ἕ­νας  μο­να­χός δέν  ὑ­πα­κού­η, ἀ­ναγ­κά­ζει τόν πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα νά δί­νη «μπά­τσο». Πο­νά­ει ὁ πα­τέ­ρας, ὄχι στό χέ­ρι ἀλ­λά στήν καρ­διά. Τό ἴδιο γί­νε­ται καί μέ τόν Θε­ό. Δέν φθά­νουν τά ὅ­σα τρά­βη­ξε γιά μᾶς! Πο­νά­ει ὁ Θε­ός, ὅ­πως πο­νά­ει ὁ πα­τέ­ρας πού κτυ­πᾶ τό παι­δί, ἀλ­λά ἀ­φοῦ τόν ἔ­φε­ρε στό Μο­να­στή­ρι τόν μο­να­χό, θά τόν σώ­σει μέ τίς δο­κι­μα­σί­ες. Δέν εἶ­ναι κα­λός τρό­πος, ἀλ­λά ἀ­ναγ­κά­ζε­ται ὁ Θε­ός».

ρο­γ’

«Γιά νά φύ­γη ἡ χλι­α­ρό­τη­τα, πρέ­πει νά ἔλ­θη ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Για­τί ὅ­μως δέν μέ βο­η­θᾶ ὁ Θε­ός, ἀφοῦ ζη­τῶ βο­ή­θεια; Δι­ό­τι δέν κά­νω ὑ­πα­κο­ή, δέν ἀνοί­γω τήν καρ­διά, δέν κα­θα­ρί­ζω τό δο­χεῖ­ο μου καί ζη­τῶ κρα­σί. Ἄν μοῦ δώ­ση, θά μο­λυν­θῆ καί τό κρα­σί. Ἄν βο­η­θή­ση σ᾿ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση ὁ Θε­ός, σί­γου­ρα θά βλα­φθῶ».

ρο­δ’

«Νά ἔ­χω­με ζῆ­λο. Νά μήν ἀ­ξι­ο­ποι­η­θῆ (ὁ ζῆ­λος) στήν δου­λειά, ἀλ­λά στά πνευ­μα­τι­κά».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα