Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (σο-σοθ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

σο’

 «Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι ἀ­πό τά γή­ϊ­να, πού δέν αἰ­σθά­νον­ται κα­θό­λου τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ».

σο­α’

 «Πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χη ἀ­να­γνώ­ρι­ση (τῶν ἐλ­λεί­ψε­ων καί τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας). Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­να­πλη­ρώ­νει πολ­λή ἄ­σκη­ση. Ἕ­νας πού δέν  μπο­ρεῖ νά κά­νη ἄ­σκη­ση τό ἀ­να­γνω­ρί­ζει. “Χρω­στά­ω, νά μέ συγ­χω­ρέ­σης δέν μπο­ρῶ νά κά­νω­” (λέ­ει στόν Χρι­στό). “Δέν πει­ρά­ζει, μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι” (τοῦ λέ­γει ὁ Χρι­στός)».

σο­β’

«Τά ὄ­νει­ρα, λέ­νε οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, νά μήν τά δί­νο­υμε ση­μα­σί­α. Καί ἂν εἶ­ναι κά­τι ἀπ᾿ τόν Θε­ό, δέν εἶ­ναι ὅ­τι θά τό χά­σου­με ἀπ᾿ τήν πε­ρι­φρό­νη­ση. Ἴ­σα–ἴ­σα συγ­κι­νεῖ­ται ὁ Θε­ός καί θά μᾶς τό ἀ­πο­κα­λύ­ψει μ᾿ ἄλ­λο καί μ᾿ ἄλ­λο τρό­πο, γιά νά ὠ­φε­λη­θοῦ­με».

σο­γ’

 «Ἂν κά­ποι­ος πα­ρα­συρ­θῆ ἀ­πό τούς αἱ­ρε­τι­κούς καί ἔ­χη κα­λή δι­ά­θε­ση, δέν θ᾿ ἀ­να­παυ­τῆ ἐ­κεῖ. Ἂν ὅμως ἕ­νας ἔ­χη πα­ρα­συρ­θῆ ἀ­πό ἐ­γω­ϊ­σμό καί μέ­νη στήν πλά­νη, αὐ­τόν νά τόν κλαῖς».

σο­δ’

«Ὁ κομ­μου­νι­σμός ἤ­θε­λε νά κά­νη τούς ἀν­θρώ­πους ὅ­λους ἴ­διους. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­δι­κί­α καί ἀ­νι­σό­τη­τα, για­τί ἄλ­λος εἶ­ναι ψη­λό­τε­ρος καί βα­ρύ­τε­ρος καί ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό πε­ρισ­σό­τε­ρο φα­γη­τό».

σο­ε’

«Ὁ  ἄν­θρω­πος πρέ­πει νά δί­νη τήν ἀ­γά­πη του στόν Θε­ό καί στόν συ­νάν­θρω­πό του, καί ὅ­ση ἀ­γά­πη ἀ­πο­μέ­νει νά τήν δι­α­θέ­τη γιά τά ὑ­πό­λοι­πα κτί­σμα­τα. Αὐ­τοί οἱ οἰ­κο­λό­γοι φι­λό­ζω­οι φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­χουν τό­ση ἀ­γά­πη μό­νο, ὅ­ση εἶ­ναι ἐ­κεί­νη πού ἀ­πο­μέ­νει ἀπό τούς Χρι­στια­νούς καί γι᾿ αὐ­τό ἀ­γα­ποῦν μό­νο τά κτί­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ, καί ὄ­χι τόν Θε­ό καί τήν εἰ­κό­να του, τόν ἄν­θρω­πο».

σο­ς’

 «Ἀν­δρι­σμός εἶ­ναι νά ἔ­χη κα­νείς παλ­λη­κα­ριά μέ­σα του. Ὅ­σοι ἀ­να­δεί­χθη­καν με­γά­λοι (ἥ­ρω­ες κ.λπ.), εἶ­χαν με­γά­λη καρ­διά, ἦ­ταν παλ­λη­κά­ρια. Ἀν­δρι­σμός εἶ­ναι νά δί­νε­σαι ὁ­λό­κλη­ρος μέ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν  Θεό­. Ἄν σοῦ πῆ μία κου­βέν­τα ὁ ἄλ­λος, δέν πει­ρά­ζει. Νά σκε­φτῆς: ”Ἐ­γώ πό­σες φο­ρές ἔ­σφα­λα;”. Εἶ­ναι παλ­λη­κα­ριά νά ση­κώ­νης ὅ,τι σοῦ λέ­νε. Αὐ­τός πού ἔχει ἀν­δρι­σμό, ἔ­χει καί ἀ­γά­πη καί ὁ Θε­ός τό ὑ­πο­λο­γί­ζει. Ὁ ἀν­δρι­σμός δέν εἶ­ναι βαρ­βα­ρό­τη­τα ἀλ­λά λε­βεν­τιά. Λε­βεν­τιά καί ὄ­χι κα­κο­μοι­ριά».

σο­ζ’

 «Ὅ­ταν κα­νε­ίς ἔ­χη παλ­λη­κα­ρί­σια ψυ­χή, μέ ὅ­,τι κι ἄν ἀ­σχο­λη­θῆ, θά προ­κό­ψει. Ἄν γί­νη στρα­τι­ω­τι­κός, θά ἐ­ξε­λι­χθῆ σέ με­γά­λο στρα­τη­λά­τη· ἄν παν­τρευ­τῆ, θά γί­νει πο­λύ κα­λός οἰ­κο­γε­νει­άρ­χης, ἄν γί­νη λη­στής θά ἐ­ξε­λι­χθῆ σέ με­γά­λο λή­σταρ­χο, καί ἄν ζή­ση πνευ­μα­τι­κά, θά γί­νει Ἅ­γιος».

σο­η’

 «Ὅ­ταν προ­σεύ­χε­ται κά­ποι­ος καρ­δια­κά, αἰ­σθάνε­ται πρῶ­τα ἕ­να ζέ­στα­μα στό μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς καί ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ αὐ­τό τό ζέ­στα­μα ἁ­πλώ­νε­ται σ᾿ ὅ­λο τό σῶ­μα».

σο­θ’

«Οἱ Αὐ­το­κρά­το­ρες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου μέ τό νά κτί­σουν τό­σα Μο­να­στή­ρια, προ­σέ­φε­ραν με­γά­λο ἔρ­γο πρός τόν Θε­ό καί τούς ἀν­θρώ­πους για­τί στά Μο­να­στή­ρια εὕ­ρι­σκαν οἱ ἄν­θρω­ποι τρο­φή πνευ­μα­τι­κή καί ὑ­λι­κή».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα