ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

Η’. Γερω–Μιχαήλ Καυσοκαλυβίτης

Ὁ π. Μι­χα­ήλ ἦ­ταν κα­λός ὑ­πο­τα­κτι­κός καί ἀ­γω­νι­στής. Συν­δέ­θη­κε μέ ἀ­γά­πη ἀ­δελ­φι­κή μέ τόν τό­τε μο­νά­ζον­τα στά Καυ­σο­κα­λύ­βια γε­ρω–Πορ­φύ­ριο. Ἀ­γω­νί­ζον­ταν μα­ζί ἀ­πό νέοι μοναχοί. Δέν ἦ­ταν ἁ­πλή συμ­πά­θεια ἡ φι­λί­α τους. Μέ τό χά­ρι­σμά του ὁ γε­ρω–Πορ­φύ­ριος ἔ­βλε­πε ἐμ­φα­νῶς τήν χά­ρι πού εἶ­χε ὁ π. Μιχαήλ. Γι᾿ αὐ­τό καί πρίν ­κοι­μη­θῆ εἶ­πε νά τόν θά­ψουν στόν τά­φο τοῦ π. Μι­χα­ήλ, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε.

Ἅγιος Ἰάκωβος (Συναξάρι γιά παιδιά)

Ἡ γνωριμία μέ ἕναν Ἅγιο ἀποτελεῖ μεγάλη εὐθύνη γι᾿ αὐτόν πού τόν συνάντησε, πού τόν ἀντίκρυσε μέ τά σαρκικά του μάτια, πού τόν ἄκουσε νά μιλάη. Σέ ἐποχές μάλιστα πού ἡ ἁγιότητα δέν συνηθίζεται. Ἔχει εὐθύνη νά μιμηθῆ τόν Ἅγιο, νά ἐφαρμόση ὅσα ἔμαθε, νά κάνη πράξη τό ἀσυνήθιστο, τήν Χριστιανική ζωή μέ συνέπεια.

Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – γ΄. «Ἑλέναμπα» ἡ προορατική

Κα­τά τήν ἐ­πο­χή τοῦ συμ­μο­ρι­το­πο­λέ­μου οἱ ἀντάρ­τες (Κομ­μου­νι­στές) ἦρ­θαν κατ᾿ ἐ­πα­νά­λη­ψη νά κά­ψουν τό χω­ριό, ἀλ­λά μό­λις ἔμ­παι­ναν στό χω­ριό ἄλ­λα­ζαν δι­ά­θε­ση, ἔ­παιρ­ναν τρό­φι­μα καί φεύ­γοντας ἔ­λε­γαν: «Κά­ποι­ος ἅ­γιος σᾶς φυ­λά­ει, δι­ό­τι ἤρ­θα­με νά κά­ψου­με τό χω­ριό καί μό­λις μπή­κα­με, ἄλ­λα­ξε ἡ δι­ά­θε­σή μας»

Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – Ἀποκάλυψη κρυμμένης εἰκόνας

“Νά πᾶς στόν πέ­μπτο ὅρ­μο[1]. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι πα­ρα­χω­μέ­νη (θαμ­μέ­νη) ἡ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Θά βρεῖς μί­α μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα ἄ­σπρη. Θά σέ ὁ­δη­γή­σω ἐ­γώ ἀ­πό ποῦ θά πᾶς. Νά πά­ρης τήν εἰ­κό­να”. Μοῦ ἔ­δει­ξε τήν το­πο­θε­σί­α καί τήν πλά­κα. Ἀλ­λά πῶς νά πά­ω ἐ­κεῖ;

Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – δ΄. Πρεσβυτέρα Κυριακή Γ. Τσιτουρίδου

Ἡ εὐ­λα­βής πρε­σβυ­τέ­ρα, ἐ­νῶ ἔ­τρε­φε τό­σα πει­να­σμέ­να στό­μα­τα, ἡ ἴ­δια ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα ἐ­νά­τη. Μέ­χρι τόν Ἑ­σπε­ρι­νό δέν ἔ­τρω­γε καί δέν ἔ­πι­νε τί­πο­τε. Πή­γαι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­παιρ­νε ἀν­τί­δω­ρο καί με­τά ἔ­τρω­γε. Κρέ­ας καί ἀρ­τύ­σι­μα δέν ἔ­τρω­γε πα­ρά μό­νο λα­χα­νι­κά καί φροῦ­τα.

Ὁδηγός Κηπουρικῆς γιά ὅλους – Νέο βιβλίο τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης

Ὁ σκοπός τοῦ βιβλίου εἶναι νά παρακινήση ἀνθρώπους πού ἔχουν τήν δυνατότητα νά δημιουργήσουν ἕναν λαχανόκηπο, νά φυτεύουν οἱ ἴδιοι, νά χαίρωνται τόν κόπο τους καί νά παράγουν οἱ ἴδιοι τά κηπευτικά τους. Νά τρώγουν ὑγιεινά καί φυσικά κηπευτικά ἀπό τόν ἱδρῶτα τους, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγεῖν τόν ἄρτον σου».

κθ΄. Ἀ­ό­ρα­τοι–Γυ­μνοί Ἀ­σκη­τές[1]

Τόν ρώ­τη­σε: “Πά­τερ, πά­ω γιά τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να καί ἔ­χα­σα τόν δρό­μο. Μπο­ρεῖς νά μοῦ τόν δεί­ξης;”. Αὐ­τός ση­κώ­θη­κε καί τοῦ ἔ­δει­ξε. Ὁ λα­ϊ­κός ἦ­ταν δι­ψα­σμέ­νος καί ζή­τη­σε λί­γο νε­ρό. Ὁ ἀ­σκη­τής τοῦ εἶ­πε: “Ἔ­λα, θά σοῦ δώ­σω”. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ λα­ϊ­κός καί τόν ὡ­δή­γη­σε σέ μία σπη­λιά. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἄλ­λοι ἕ­ξι πα­τέ­ρες….

κε’. Ἡ προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους βοηθᾶ

Ὅ­ταν συμ­πλη­ρώ­θη­καν σα­ράν­τα μέ­ρες ἐ­κεῖ πού κα­θό­ταν καί ἔ­κα­νε τό κομ­πο­σχοι­νά­κι λέ­γον­τας «Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον τήν δο­ύ­λη σου Μα­ρί­α», βλέ­πει μί­α γυ­ναῖ­κα νά μπα­ί­νη μέ­σα στό κελ­λί του (ἦ­ταν ἡ κε­κοι­μη­μέ­νη Μα­ρί­α) καί τοῦ λέ­ει μέ εὐ­γέ­νεια πολ­λή:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – κ΄. Κέτη Πατέρα

Ἐ­νῶ εἶ­χε βγῆ ἀ­πό τό ψυ­γεῖ­ο, τό ἄ­ψυ­χο σῶ­μα της εἶ­χε ἐ­λα­στι­κό­τη­τα, δέν εἶ­χε τή νε­κρι­κή ἀ­καμ­ψί­α. Ἔ­πια­ναν τό χέ­ρι της καί τό σή­κω­ναν ψη­λά. Ἦ­ταν ἁπα­λά καί ἐ­λα­στι­κά τά μέ­λη καί ἡ θερ­μο­κρα­σί­α τοῦ σώ­μα­τός της ἦ­ταν ὅ­πως ἑνός ζων­τα­νοῦ ἀν­θρώ­που.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ς΄. Παπα–Γιάννης ὁ ἐξορκιστής

Αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι ἡ προ­σευ­χή του εἰ­σα­κού­ε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό καί γι᾿ αὐ­τό γί­νονται θαύ­μα­τα. Ἔ­λε­γε: «Ὅ­ταν ζη­τή­σω ἀ­πό τόν Θε­ό νά ἰ­σο­πε­δώ­ση τό βου­νό δι­ά τῆς προ­σευ­χῆς, τῆς νη­στεί­ας καί τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, θά ἰ­σο­πε­δω­θῆ. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν τη­ρή­ση αὐ­τά τά τρί­α εἶ­ναι ἀ­πό τώ­ρα στόν πα­ρά­δει­σο».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἔμαθε νά διαβάζη ὑπερφυσικά

»Ὕ­στε­ρα ἔ­πε­σα νά κοι­μη­θῶ καί εἶ­δα στόν ὕ­πνο μου ὅ­τι βρέ­θη­κα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐκεῖ ἀντί­κρυ­σα στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη τόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο ὁ­λο­ζώντα­νο σέ φυ­σι­κό μέ­γε­θος. Μέ ἔ­πια­σε με­γά­λος φό­βος. Βλέ­πω νά ἔρ­χε­ται κοντά μου ἕ­νας Δε­σπό­της μέ ἄμ­φια καί πα­τε­ρί­τσα, κρα­τοῦ­σε ἕ­να Χρυ­σό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί ἄ­στρα­φτε ὁ­λό­κλη­ρος. Μοῦ ἔδωσε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί­ μοῦ εἶ­πε:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – «Χριστός Ἀνέστη καί δαίμονες φρίττουσι»

Ο κ. Ἀ­πό­στο­λος… δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι κά­ποι­α χρο­νιά γι­όρ­τα­σε μό­νος του τό Πά­σχα, μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν οἰ­κο­γέ­νειά του, γι᾿ αὐ­τό ἦ­ταν στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Ἐ­πέ­στρε­φε στό σπί­τι του καί σέ μιά ἐ­ρη­μιά βρῆ­κε στόν δρό­μο του ἕ­να προ­σκυ­νη­τά­ρι.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Διόρθωση βλασφήμου

Ο Μιχαήλ … κά­τοι­κος Σμύρ­νης πρίν ἀπό τήν Ἀνταλ­λα­γή, κά­ποι­α μέ­ρα πῆ­γε νά ὀρ­γώ­ση τό χω­ρά­φι του μέ τά βό­δια. Σέ μιά στιγ­μή τό ὑνί[1] σκά­λω­σε κά­που, τά βό­δια δέν προ­χω­ροῦ­σαν καί ὁ ἴδιος δέν ­μπο­ροῦ­σε νά βγά­λη τό ὑ­νί ἀ­πό τό χῶ­μα. Ἀφοῦ κου­ρά­στη­κε καί ἀ­γα­νά­κτη­σε, ἄρ­χι­σε νά βλα­στη­μᾶ τόν Χρι­στό καί­ τούς Ἁ­γί­ους.

Γ΄ τόμος ”Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο΄΄

Αὐτήν τήν διπλῆ ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον εἶχαν καί οἱ βιογραφούμενοι Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο καί αὐτή τούς ἐνέπνεε καί τούς ὠθοῦσε σέ ἀγῶνες πνευματικούς γιά τόν Θεόν καί θυσιαστική προσφορά καί διακονία πρός τόν πλησίον.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Χαράλαμπος κατέπαυσε τό θανατικό

Χτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να καί βγῆ­καν ὅ­λοι ἔ­ξω ἀ­πό τό χω­ριό νά ὑ­πο­δε­χθοῦν τόν Ἅ­γιο. Ἔ­κα­ναν ἁ­για­σμό καί λι­τα­νεί­α. Τό θα­να­τι­κό κα­τέ­παυ­σε ἀ­μέ­σως καί ἡ θα­να­τη­φό­ρος νό­σος φυ­γα­δεύ­θη­κε ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἀπό ἐκεί­νη τήν ἡμέ­ρα κα­νέ­να παι­δί δέν πέ­θα­νε ἀπό ὀστρα­κιά.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Μι­κρός μέ δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα

Τόν Σε­πτέμ­βριο κά­ποιου ἔτους στό ὀγ­κο­λο­γι­κό τμῆ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου τοῦ Ρί­ου ἐ­πι­κρα­τεῖ με­γά­λη ἀ­να­στά­τω­ση. Ὁ μι­κρός Δη­μη­τρά­κης ζη­τοῦ­σε ἐπει­γό­ντως τόν ἱε­ρέ­α τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου. Ἤθελε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά κοι­νω­νή­ση.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ διάβολος δέν θέλει τόν Ἐκκλησιασμό

Ξαφ­νι­κά ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, ἕ­να ἀρ­κου­δά­κι (κου­κλά­κι) πού ὑ­πῆρ­χε στό ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἄρ­χι­σε ἀ­πό μό­νο του νά τρα­γου­δᾶ, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χη ὡ­ρο­λο­για­κός μη­χα­νι­σμός. Συγ­κλο­νι­στή­κα­με καί οἱ δυ­ό μας. Στήν στιγ­μή ντυ­θή­κα­με καί πή­γα­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

ιε΄. Τά ἀποτελέσματα τῆς αὐτονομίας

Ἔ­χει ση­μα­σί­α γιά τό νέ­ο πού ἔρ­χε­ται νά γί­νη μο­να­χός σέ ποιό πε­ρι­βάλ­λον με­γά­λω­σε καί σέ ποιά ἐ­πο­χή ἔ­ζη­σε, γιά τό ἄν θά γί­νη σω­στός κα­λό­γε­ρος καί ἄν θά κρα­τή­ση τίς πα­ρα­δό­σεις. Πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι αὐ­τοί πού γεν­νή­θη­καν με­τά τό 1970 δυ­σκο­λε­ύ­ον­ται νά γί­νουν σω­στοί κα­λό­γε­ροι, συ­νε­χι­στές τῶν πα­λαι­ῶν. Ἔ­χουν μά­θει νά ἔ­χουν γνώ­μη γιά τό κά­θε τί, ἔ­χουν θέ­λη­μα καί δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πο­τα­χθοῦν.

ιδ΄. Ὁ διάβολος μετασχηματισμένος σέ μοναχό

Κα­τά τόν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ἕ­νας στρα­τι­ώ­της βλέ­πον­τας τόν κίν­δυ­νο ἔ­τα­ξε, ἄν δι­α­σω­θῆ, νά γί­νη μο­να­χός στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος μα­ζί μέ τά δύο του παι­διά. Πράγ­μα­τι, τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος καί ὁ στρα­τι­ώ­της πού δι­ε­φυ­λά­χθηκε σῶ­ος, δέν λη­σμό­νη­σε τό τά­μα του.

ιγ΄. Διάσωση ἀπό τούς ἁγίους Τεσσαράκοντα

Ἀ­μέ­σως τό­τε μί­α ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε γύ­ρω ἀ­πό μᾶς τούς δύ­ο καί  δέν κα­τα­λα­βαί­να­με τό κρύ­ο. Ἦ­ταν ἡ πα­ρου­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων πού καί αὐ­τοί ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πό τό ψῦ­χος. Ἡ νύ­χτα πέ­ρα­σε ἔ­τσι καί τό πρωΐ, ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­να­με τόν θά­να­το, ἦρ­θε δι­α­τα­γή ἐ­μᾶς τούς δύ­ο κα­λο­γή­ρους νά μή μᾶς ἐ­κτε­λέ­σουν.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμωρία βλασφήμου

Ἀ­πό κα­κή συ­νή­θεια μέ κά­ποι­α ἀ­φορ­μή ὁ ἄν­δρας βλα­σφή­μη­σε τά θεῖα καί τό­τε ἀ­μέ­σως πα­ρου­σι­ά­στη­καν μπρο­στά του δαί­μο­νες, τόν ἅρ­πα­ξαν καί τόν πῆ­γαν σέ μί­α σπη­λιά πού βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πό τό χω­ριό. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν κα­τοι­κί­α δαι­μό­νων.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἀγάπη πρός ὅλους

Ὁ σύλ­λο­γος εἶ­χε στό­χους φι­λαν­θρω­πι­κούς. Βο­η­θοῦ­σαν πτω­χές οἰ­κο­γέ­νει­ες, πάντρευ­αν πτω­χά κο­ρί­τσια, δι­έ­θε­ταν χρή­μα­τα καί σπού­δα­ζαν πτω­χά παι­διά πού εἶ­χαν ζῆ­λο γι­ά μά­θη­ση. Δέν πα­ρέ­λει­παν νά βο­η­θοῦν στό κτί­σι­μο καί ἐ­ξω­ρα­ϊ­σμό να­ῶν.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἐμφάνιση τῆς Παναγίας στό Ἀλβανικό Μέτωπο

Ἐ­γώ ὅ­λως μη­χα­νι­κῶς ἔ­λα­βον θέ­σιν ἡ­μι­γο­νυ­πε­τῆ, ἵ­να ἀ­σπα­σθῶ τήν δε­ξιάν της. Ἐκ τῆς συγ­κι­νή­σε­ως οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ἐ­δά­κρυ­ζον, οἱ πό­δες καί τά χεί­λη μου ἔ­τρε­μον ἐ­πί πολ­λήν ὥ­ραν. Ἤ­κου­σα νά ὁ­μι­λῆ: «Εἶ­μαι ἡ Πα­να­γί­α. Μή φο­βᾶ­σαι, παι­δί μου. Ἐ­γώ ἐ­νε­φα­νί­σθην νά σοῦ εἰ­πῶ τρεῖς λό­γους, τούς ὁ­ποί­ους νά μή λη­σμο­νή­σῃς.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Λαϊκοί ἀσκητές στό Ἅγιον Ὄρος

Ὁ λα­ϊ­κός αὐ­τός ἀ­σκη­τής ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἀ­γω­νι­στής. Ἔ­τρω­γε κά­θε δέ­κα μέ­ρες καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν νά μι­μη­θῆ τόν ὅ­σιο Μά­ξι­μο τόν Καυ­σο­κα­λυ­βί­τη, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια.

Περιστατικά – ιβ’. Κρυφοί ἐργάτες τῆς εὐχῆς

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν νη­πτι­κός καί δι­α­κρι­τι­κός. Κάποτε πῆ­γε νά λει­τουρ­γη­θῆ σέ κά­ποι­ο Κελ­λί. Ἐ­κεῖ οἱ πα­τέ­ρες δι­ά­βα­ζαν τόν Ἅ­γιο Ἐ­φρα­ίμ καί ἔ­κα­ναν δη­μό­σια ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση πρίν ἀ­πό τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α. Το­ύς εἶ­πε ὅ­τι δέν εἶ­ναι σω­στό αὐ­τό, για­τί μέ τήν ἀ­κοή τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των μο­λύ­νε­ται ὁ λο­γι­σμός τους καί οἱ πα­τέ­ρες τό δέ­χθη­καν.

Περιστατικά – ια’. Ἡ ζάχαρη ἔδιωξε τήν γλυκύτητα τῆς εὐχῆς

Αὐ­τός εἶ­χε τήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς θε­ί­ας Χάριτος καί ἔ­πρε­πε νά πε­ρι­φρο­νῆ τίς ἀν­θρώ­πι­νες ”γλυκύτητες”. Ὑ­πο­χώ­ρη­σε ὅ­μως στήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς ζά­χα­ρης καί ὁ Θε­ός τοῦ στέ­ρη­σε γιά λί­γο τήν θε­ί­α πα­ρη­γο­ριά.

Περιστατικά – ι’. Ἐ­νά­ρε­τοι Χα­τζη­γε­ωρ­γιᾶ­τες

Ὁ ἴ­διος, πή­γαι­νε πά­λι ἀ­γόγ­γυ­στα καί τό γέ­μι­ζε. Καί ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν ἐ­πι­σκέ­πτες, οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες το­ύς ἔ­στελ­ναν στόν π. Χε­ρου­βε­ίμ, καί για­τί τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἐ­νά­ρε­το…

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἑπτάκις ἐσώθη

Ὁ πα­τέ­ρας μου κιν­δύ­νε­ψε νά θα­να­τω­θῆ ἑ­πτά φο­ρές. Προ­τί­μη­σε τόν θά­να­το, παρά νά ὑποκύψη στούς ἐκ­βια­σμούς τῶν Τούρ­κων νά βε­βη­λώ­ση τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες. Ἔ­φθα­νε μέ­χρι τήν καρ­μα­νι­ό­λα καί πά­ντα τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή κά­ποι­ος τοῦ χά­ρι­ζε τήν ζωή. Ἦταν δί­και­ος καί πι­στός ἄν­θρω­πος.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Κατά τήν πίστη καί τά θαύματα

Τό­τε τό τουρ­κά­κι συγ­κλο­νί­σθη­κε καί ὡ­μο­λό­γη­σε: «Ἀ­φέντη, ἡ πί­στη ἐ­σᾶς τῶν χρι­στια­νῶν εἶ­ναι με­γά­λη. Τό νε­ρό δέν εἶ­ναι ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα». Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος τό δέ­χθη­κε ὡς ἁ­γί­α­σμα καί κα­τά τήν πί­στη του ἔ­γι­νε καί ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ ζώ­ου.

Περιστατικά – η΄. Κόπος καί παράκληση μοναχοῦ – θ΄. Τό παλάτι τοῦ μοναχοῦ

Τά γε­γο­νό­τα, ὅ­πως ἐ­ξε­λί­χθη­καν, δεί­χνουν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ ὁ­ρά­μα­τος. Ἀλ­λά καί ὁ μο­να­χός αὐ­τός θά ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος καί ἀ­γω­νι­στής γιά νά τοῦ ἑ­τοι­μα­σθῆ τέ­τοι­ο πα­λά­τι.

Περιστατικά – ς΄. Ἡ Παναγία δείχνει ἐργόχειρο σέ μοναχό – ζ΄. Ὁ μοναχός πού ἔβγαλε ἁγίασμα

Δι­η­γοῦν­ται πα­λαι­οί Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες ὅ­τι κά­πο­τε στή Νέ­α Σκή­τη ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας εὐ­λα­βής καί ἀ­γω­νι­στής μο­να­χός. Ἀλ­λά μή γνω­ρί­ζον­τας ἐρ­γό­χει­ρο, ζοῦ­σε ἀ­πό εὐ­λο­γί­ες (ἐ­λε­η­μο­σύ­νες). Ὁ­πό­τε μία φο­ρά τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ λέ­γει:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἐλευθερώνει αἰχμάλωτο

Τόν πα­τέ­ρα μου, πρίν προ­λά­βη νά φύ­γη γι­ά τήν Ἑλ­λά­δα, τόν ἔ­πια­σαν ὡς ἀντάρ­τη καί τόν ἔ­κλει­σαν στό κρα­τη­τή­ριο ὁ­λο­μό­να­χο. Οἱ στιγ­μές πού περ­νοῦ­σε ἦ­ταν γε­μᾶ­τες φό­βο καί ἀ­γω­νί­α. Ξαφ­νι­κά ἔ­λαμ­ψε κά­τι σάν ἀ­στρα­πή καί ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας θό­ρυ­βος. Μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἄ­κου­σε κά­ποι­ο ψί­θυ­ρο:

Περιστατικά – δ΄. Συ­νέ­δριο δαι­μό­νων – ε΄. Ἀ­σκη­τι­κό σπή­λαι­ο πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν

Ἐ­κεῖ εἶ­δε δαί­μο­νες μα­ζε­μέ­νους νά ἔ­χουν σύ­να­ξη, νά συ­νε­δριά­ζουν. Εἶ­χε ἀ­ρε­τή ὁ Πνευ­μα­τι­κός καί τούς ρώ­τη­σε τί συ­ζη­τᾶ­νε. Ἀ­πάν­τη­σε ἕ­νας ἀ­πό τούς δαί­μο­νες: «Προ­σπα­θοῦ­με νά βά­λου­με χα­λι­νά­ρι στούς Ἡ­γου­μέ­νους καί με­τά μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦν καί οἱ κα­λό­γε­ροι».

Σελίδες