ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Μι­κρός μέ δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα

Τόν Σε­πτέμ­βριο κά­ποιου ἔτους στό ὀγ­κο­λο­γι­κό τμῆ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου τοῦ Ρί­ου ἐ­πι­κρα­τεῖ με­γά­λη ἀ­να­στά­τω­ση. Ὁ μι­κρός Δη­μη­τρά­κης ζη­τοῦ­σε ἐπει­γό­ντως τόν ἱε­ρέ­α τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου. Ἤθελε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά κοι­νω­νή­ση.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ διάβολος δέν θέλει τόν Ἐκκλησιασμό

Ξαφ­νι­κά ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, ἕ­να ἀρ­κου­δά­κι (κου­κλά­κι) πού ὑ­πῆρ­χε στό ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἄρ­χι­σε ἀ­πό μό­νο του νά τρα­γου­δᾶ, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χη ὡ­ρο­λο­για­κός μη­χα­νι­σμός. Συγ­κλο­νι­στή­κα­με καί οἱ δυ­ό μας. Στήν στιγ­μή ντυ­θή­κα­με καί πή­γα­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

ιε΄. Τά ἀποτελέσματα τῆς αὐτονομίας

Ἔ­χει ση­μα­σί­α γιά τό νέ­ο πού ἔρ­χε­ται νά γί­νη μο­να­χός σέ ποιό πε­ρι­βάλ­λον με­γά­λω­σε καί σέ ποιά ἐ­πο­χή ἔ­ζη­σε, γιά τό ἄν θά γί­νη σω­στός κα­λό­γε­ρος καί ἄν θά κρα­τή­ση τίς πα­ρα­δό­σεις. Πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι αὐ­τοί πού γεν­νή­θη­καν με­τά τό 1970 δυ­σκο­λε­ύ­ον­ται νά γί­νουν σω­στοί κα­λό­γε­ροι, συ­νε­χι­στές τῶν πα­λαι­ῶν. Ἔ­χουν μά­θει νά ἔ­χουν γνώ­μη γιά τό κά­θε τί, ἔ­χουν θέ­λη­μα καί δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πο­τα­χθοῦν.

ιδ΄. Ὁ διάβολος μετασχηματισμένος σέ μοναχό

Κα­τά τόν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ἕ­νας στρα­τι­ώ­της βλέ­πον­τας τόν κίν­δυ­νο ἔ­τα­ξε, ἄν δι­α­σω­θῆ, νά γί­νη μο­να­χός στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος μα­ζί μέ τά δύο του παι­διά. Πράγ­μα­τι, τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος καί ὁ στρα­τι­ώ­της πού δι­ε­φυ­λά­χθηκε σῶ­ος, δέν λη­σμό­νη­σε τό τά­μα του.

ιγ΄. Διάσωση ἀπό τούς ἁγίους Τεσσαράκοντα

Ἀ­μέ­σως τό­τε μί­α ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε γύ­ρω ἀ­πό μᾶς τούς δύ­ο καί  δέν κα­τα­λα­βαί­να­με τό κρύ­ο. Ἦ­ταν ἡ πα­ρου­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων πού καί αὐ­τοί ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πό τό ψῦ­χος. Ἡ νύ­χτα πέ­ρα­σε ἔ­τσι καί τό πρωΐ, ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­να­με τόν θά­να­το, ἦρ­θε δι­α­τα­γή ἐ­μᾶς τούς δύ­ο κα­λο­γή­ρους νά μή μᾶς ἐ­κτε­λέ­σουν.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμωρία βλασφήμου

Ἀ­πό κα­κή συ­νή­θεια μέ κά­ποι­α ἀ­φορ­μή ὁ ἄν­δρας βλα­σφή­μη­σε τά θεῖα καί τό­τε ἀ­μέ­σως πα­ρου­σι­ά­στη­καν μπρο­στά του δαί­μο­νες, τόν ἅρ­πα­ξαν καί τόν πῆ­γαν σέ μί­α σπη­λιά πού βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πό τό χω­ριό. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν κα­τοι­κί­α δαι­μό­νων.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἀγάπη πρός ὅλους

Ὁ σύλ­λο­γος εἶ­χε στό­χους φι­λαν­θρω­πι­κούς. Βο­η­θοῦ­σαν πτω­χές οἰ­κο­γέ­νει­ες, πάντρευ­αν πτω­χά κο­ρί­τσια, δι­έ­θε­ταν χρή­μα­τα καί σπού­δα­ζαν πτω­χά παι­διά πού εἶ­χαν ζῆ­λο γι­ά μά­θη­ση. Δέν πα­ρέ­λει­παν νά βο­η­θοῦν στό κτί­σι­μο καί ἐ­ξω­ρα­ϊ­σμό να­ῶν.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἐμφάνιση τῆς Παναγίας στό Ἀλβανικό Μέτωπο

Ἐ­γώ ὅ­λως μη­χα­νι­κῶς ἔ­λα­βον θέ­σιν ἡ­μι­γο­νυ­πε­τῆ, ἵ­να ἀ­σπα­σθῶ τήν δε­ξιάν της. Ἐκ τῆς συγ­κι­νή­σε­ως οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ἐ­δά­κρυ­ζον, οἱ πό­δες καί τά χεί­λη μου ἔ­τρε­μον ἐ­πί πολ­λήν ὥ­ραν. Ἤ­κου­σα νά ὁ­μι­λῆ: «Εἶ­μαι ἡ Πα­να­γί­α. Μή φο­βᾶ­σαι, παι­δί μου. Ἐ­γώ ἐ­νε­φα­νί­σθην νά σοῦ εἰ­πῶ τρεῖς λό­γους, τούς ὁ­ποί­ους νά μή λη­σμο­νή­σῃς.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Λαϊκοί ἀσκητές στό Ἅγιον Ὄρος

Ὁ λα­ϊ­κός αὐ­τός ἀ­σκη­τής ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἀ­γω­νι­στής. Ἔ­τρω­γε κά­θε δέ­κα μέ­ρες καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν νά μι­μη­θῆ τόν ὅ­σιο Μά­ξι­μο τόν Καυ­σο­κα­λυ­βί­τη, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια.

Περιστατικά – ιβ’. Κρυφοί ἐργάτες τῆς εὐχῆς

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν νη­πτι­κός καί δι­α­κρι­τι­κός. Κάποτε πῆ­γε νά λει­τουρ­γη­θῆ σέ κά­ποι­ο Κελ­λί. Ἐ­κεῖ οἱ πα­τέ­ρες δι­ά­βα­ζαν τόν Ἅ­γιο Ἐ­φρα­ίμ καί ἔ­κα­ναν δη­μό­σια ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση πρίν ἀ­πό τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α. Το­ύς εἶ­πε ὅ­τι δέν εἶ­ναι σω­στό αὐ­τό, για­τί μέ τήν ἀ­κοή τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των μο­λύ­νε­ται ὁ λο­γι­σμός τους καί οἱ πα­τέ­ρες τό δέ­χθη­καν.

Περιστατικά – ια’. Ἡ ζάχαρη ἔδιωξε τήν γλυκύτητα τῆς εὐχῆς

Αὐ­τός εἶ­χε τήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς θε­ί­ας Χάριτος καί ἔ­πρε­πε νά πε­ρι­φρο­νῆ τίς ἀν­θρώ­πι­νες ”γλυκύτητες”. Ὑ­πο­χώ­ρη­σε ὅ­μως στήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς ζά­χα­ρης καί ὁ Θε­ός τοῦ στέ­ρη­σε γιά λί­γο τήν θε­ί­α πα­ρη­γο­ριά.

Περιστατικά – ι’. Ἐ­νά­ρε­τοι Χα­τζη­γε­ωρ­γιᾶ­τες

Ὁ ἴ­διος, πή­γαι­νε πά­λι ἀ­γόγ­γυ­στα καί τό γέ­μι­ζε. Καί ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν ἐ­πι­σκέ­πτες, οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες το­ύς ἔ­στελ­ναν στόν π. Χε­ρου­βε­ίμ, καί για­τί τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἐ­νά­ρε­το…

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἑπτάκις ἐσώθη

Ὁ πα­τέ­ρας μου κιν­δύ­νε­ψε νά θα­να­τω­θῆ ἑ­πτά φο­ρές. Προ­τί­μη­σε τόν θά­να­το, παρά νά ὑποκύψη στούς ἐκ­βια­σμούς τῶν Τούρ­κων νά βε­βη­λώ­ση τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες. Ἔ­φθα­νε μέ­χρι τήν καρ­μα­νι­ό­λα καί πά­ντα τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή κά­ποι­ος τοῦ χά­ρι­ζε τήν ζωή. Ἦταν δί­και­ος καί πι­στός ἄν­θρω­πος.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Κατά τήν πίστη καί τά θαύματα

Τό­τε τό τουρ­κά­κι συγ­κλο­νί­σθη­κε καί ὡ­μο­λό­γη­σε: «Ἀ­φέντη, ἡ πί­στη ἐ­σᾶς τῶν χρι­στια­νῶν εἶ­ναι με­γά­λη. Τό νε­ρό δέν εἶ­ναι ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα». Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος τό δέ­χθη­κε ὡς ἁ­γί­α­σμα καί κα­τά τήν πί­στη του ἔ­γι­νε καί ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ ζώ­ου.

Περιστατικά – η΄. Κόπος καί παράκληση μοναχοῦ – θ΄. Τό παλάτι τοῦ μοναχοῦ

Τά γε­γο­νό­τα, ὅ­πως ἐ­ξε­λί­χθη­καν, δεί­χνουν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ ὁ­ρά­μα­τος. Ἀλ­λά καί ὁ μο­να­χός αὐ­τός θά ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος καί ἀ­γω­νι­στής γιά νά τοῦ ἑ­τοι­μα­σθῆ τέ­τοι­ο πα­λά­τι.

Περιστατικά – ς΄. Ἡ Παναγία δείχνει ἐργόχειρο σέ μοναχό – ζ΄. Ὁ μοναχός πού ἔβγαλε ἁγίασμα

Δι­η­γοῦν­ται πα­λαι­οί Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες ὅ­τι κά­πο­τε στή Νέ­α Σκή­τη ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας εὐ­λα­βής καί ἀ­γω­νι­στής μο­να­χός. Ἀλ­λά μή γνω­ρί­ζον­τας ἐρ­γό­χει­ρο, ζοῦ­σε ἀ­πό εὐ­λο­γί­ες (ἐ­λε­η­μο­σύ­νες). Ὁ­πό­τε μία φο­ρά τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ λέ­γει:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἐλευθερώνει αἰχμάλωτο

Τόν πα­τέ­ρα μου, πρίν προ­λά­βη νά φύ­γη γι­ά τήν Ἑλ­λά­δα, τόν ἔ­πια­σαν ὡς ἀντάρ­τη καί τόν ἔ­κλει­σαν στό κρα­τη­τή­ριο ὁ­λο­μό­να­χο. Οἱ στιγ­μές πού περ­νοῦ­σε ἦ­ταν γε­μᾶ­τες φό­βο καί ἀ­γω­νί­α. Ξαφ­νι­κά ἔ­λαμ­ψε κά­τι σάν ἀ­στρα­πή καί ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας θό­ρυ­βος. Μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἄ­κου­σε κά­ποι­ο ψί­θυ­ρο:

Περιστατικά – δ΄. Συ­νέ­δριο δαι­μό­νων – ε΄. Ἀ­σκη­τι­κό σπή­λαι­ο πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν

Ἐ­κεῖ εἶ­δε δαί­μο­νες μα­ζε­μέ­νους νά ἔ­χουν σύ­να­ξη, νά συ­νε­δριά­ζουν. Εἶ­χε ἀ­ρε­τή ὁ Πνευ­μα­τι­κός καί τούς ρώ­τη­σε τί συ­ζη­τᾶ­νε. Ἀ­πάν­τη­σε ἕ­νας ἀ­πό τούς δαί­μο­νες: «Προ­σπα­θοῦ­με νά βά­λου­με χα­λι­νά­ρι στούς Ἡ­γου­μέ­νους καί με­τά μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦν καί οἱ κα­λό­γε­ροι».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἡ Παναγία ἔδιωξε τήν θανατηφόρο γρίππη

Δι­η­γή­θη­κε ἡ Με­σο­λογ­γί­τισ­σα Γε­ωρ­γί­α Μω­ρα­ΐ­του: «Τό ἔ­τος 1918 ἔ­πε­σε θα­να­τη­φό­ρα γρίπ­πη στό Με­σο­λόγ­γι. Παρ᾽ ὅ­λες τίς φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες τῶν για­τρῶν, ὁ ἕ­νας με­τά τόν ἄλ­λον κολ­λοῦ­σαν γρίπ­πη καί με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες πέ­θαι­ναν ἐ­ξαντλη­μέ­νοι.

Φοβερός πόλεμος μέ δαιμόνια ὑπερηφανείας

«Εἶσαι σπουδαῖος ψάλτης! Εἶσαι θαυμάσιος! Εἶσαι ἄφθαστος!». Εἶχε τό κεφάλι ψηλά, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τέσσερις εἶχαν τό κεφάλι κάτω. Ἐγώ μονολόγησα: «Τά δαιμόνια θά μοῦ πάρουν τό μυαλό. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμή στίς ἑορτές

Ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ κελ­λα­ριοῦ καί μπῆ­κε μέ­σα ὁ ἅγιος Βα­σί­λει­ος, ψη­λός, φο­ρώ­ντας ἄσ­πρα ἄμ­φια, καί τῆς εἶ­πε: “Τέ­τοι­α μέ­ρα βρῆ­κες;” καί τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι. Τά ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα τῶν δα­κτύ­λων πα­ρέ­μει­ναν στό μά­γου­λό της σ᾿ ὅ­λη τήν ζω­ή της.

Ζ’. Ἐρημίτης παπα–Τύχων

Στήν Λει­τουρ­γί­α ἔ­βλε­παν νά ἀλ­λοι­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πό του. Τά μά­τια του μέ­σα στό σκο­τά­δι ἦ­ταν πο­λύ φω­τει­νά. Πάν­τα λει­τουρ­γοῦ­σε μέ κα­τά­νυ­ξη καί δά­κρυ­α. Τήν ὥ­ρα τῆς θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τό δι­ά­βα­ζε μέ δά­κρυ­α. Μέ δά­κρυ­α σή­κω­νε τά Ἅ­για καί ἔ­κα­νε τήν Εἴ­σο­δο, ἐ­κτός βέ­βαι­α ἀ­πό τίς ἁρ­πα­γές καί τίς θεῖ­ες ὀ­πτα­σί­ες πού εἶ­χε.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τήρηση ἀργίας

Οἱ χρι­στια­νοί πα­λαι­ό­τε­ρα σέ­βο­νταν πο­λύ τήν ἀρ­γί­α, τήν τη­ροῦ­σαν μέ φό­βο Θε­οῦ, δέν ἦ­ταν μί­α ἁ­πλῆ τυ­πι­κή πρά­ξη. Ἡ τή­ρη­σή της ἦ­ταν πρό­ξε­νος εὐ­λο­γί­ας καί ἡ πα­ρά­βα­ση ἐ­πέ­φε­ρε δο­κι­μα­σί­ες καί ὄ­λε­θρο.

Περιστατικά – γ΄. Τό κα­λό τέ­λος τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ

Τρεῖς ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του εἶ­δε τό ἑ­ξῆς ὅ­ρα­μα. Τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­καν τέσ­σε­ρις νέ­οι, πού φο­ροῦ­σαν δι­α­κο­νι­κά στι­χά­ρια καί ἦ­ταν πε­ρι­ζω­σμέ­νοι μέ ὀ­ρά­ρια. Αὐ­τοί οἱ νέ­οι τόν προ­σκα­λοῦ­σαν νά πά­η μα­ζί τους τα­ξί­δι. Τούς ἀ­πήν­τη­σε:

Περιστατικά – β΄. Πειρατές σεβάστηκαν τήν ἀρετή

Εἶ­δαν το­ύς πα­τέ­ρες νά ξε­φουρ­νί­ζουν τό ψω­μί τους καί το­ύς πα­ρα­κά­λε­σαν νά το­ύς δώ­σουν ψω­μί. Το­ύς ἔ­δω­σαν ὅ­λα τά ψω­μιά, οἱ πει­ρα­τές το­ύς εὐ­χα­ρί­στη­σαν, τά πλή­ρω­σαν μέ δη­νά­ρια καί ἔ­φυ­γαν. Ἐ­δῶ ἐ­φαρ­μό­στη­κε τό «οἶ­δεν ἀ­ρε­τήν ἀν­δρῶν καί πο­λέ­μιος θαυ­μά­ζειν».

Περιστατικά – α΄. Ἡ μετάνοια τοῦ ἐξωμότου Ἐπισκόπου

Με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα ἕ­νας ἀπ᾿ αὐ­τούς ἀ­πάν­τη­σε: «Πα­πᾶ ἐ­φέν­τημ, ὅ­ση ὥ­ρα τό ἔ­κα­νες αὐ­τό ἤ­σου­να δύ­ο πή­χεις πά­νω ἀ­πό τήν γῆ».
Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τό ὁ Ἐ­πί­σκο­πος ἐ­ξε­πλά­γη καί βγαί­νον­τας ἔ­ξω ἔ­κλα­ψε με­τα­νοι­ω­μέ­νος λέ­γον­τας: «Ἐ­γώ ἀρ­νή­θη­κα τόν Κύ­ριο, ἀλ­λά αὐ­τός δέν μέ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Ἡ θεί­α χά­ρις Του μέ σκε­πά­ζει ἀ­κό­μα».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Γυναῖκα προορατική

Ο Ἁ­γι­ο­ρεί­της γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πος ὁ Κα­ψα­λι­ώ­της, ὁ κομ­πο­σχοι­νᾶς, δι­η­γή­θη­κε τό ἑ­ξῆς γι­ά νά δεί­ξη τήν ἀ­ρε­τή με­ρι­κῶν λα­ϊ­κῶν:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Προκόπιος τόν πῆρε στό ἄλογό του

Ἡ μη­τέ­ρα κα­τά­λα­βε ὅ­τι πρό­κει­ται γι­ά θαῦ­μα τοῦ ἁ­γί­ου Προ­κο­πί­ου. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα παίρ­νει τόν Ἀντώ­νη καί πη­γαί­νουν στήν Ἐκ­κλη­σί­α του στό κοντι­νό Χω­ριό Ψω­ρα­ροί (σή­με­ρα Ἅγιος Προ­κό­πιος). Μό­λις εἶ­δε τήν εἰ­κό­να του ὁ Ἀντώ­νης ξε­φώ­νη­σε: «Αὐ­τός ἦ­ταν, μάν­να μου, πού μέ γλύ­τω­σε».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Θεραπεία κωφάλαλης Τουρκάλας

Ὁ παπα– Πα­να­γιώ­της ἐ­νή­στευ­σε, προ­σευ­χή­θη­κε, τῆς δι­ά­βα­σε εὐ­χή καί τήν σταύ­ρω­σε. Ἡ κω­φά­λα­λη θαυ­μα­τουρ­γι­κά μί­λη­σε καί ἀ­πέ­κτη­σε τήν ἀ­κο­ή της. Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη δώ­ρη­σε στό Βα­κού­φι (Ἐκ­κλη­σί­α) 80 στρέμ­μα­τα χω­ρά­φια πού ἡ ἐκ­κλη­σί­α τά ἔ­χει μέ­χρι σή­με­ρα

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Διάσωση τοῦ Εὐαγγελίου[1]

Τό­τε δι­η­γή­θη­καν οἱ βο­σκοί ὅ­τι σ᾽ ἐ­κεῖ­νο τό μέ­ρος ἔβα­ζαν φω­τι­ές κά­θε χρό­νο γι­ά νά καοῦν οἱ θά­μνοι, νά βγά­ζη χόρ­το γιά τά πρό­βα­τά τους, ἀλ­λά ὅταν ἡ φω­τιά ἔ­φθα­νε σ᾽ ἐκεῖ­νον τόν θά­μνο, πάντα ἔ­σβη­νε.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιϚ΄. Γερόντισσα Ἄννα

Εἶ­δε τόν προ­φή­τη Ἠ­λί­α καί τοῦ ἀ­σπά­σθη­κε τό χέ­ρι˙ τόν Τί­μιο Πρό­δρο­μο καί μά­λι­στα πα­ρα­τή­ρη­σε τό ση­μά­δι τῆς ἀ­πο­το­μῆς ἀ­πό τό ξῖ­φος στόν λαι­μό του˙ τούς ἁ­γί­ους Θε­ο­δώ­ρους τούς ἔ­βλε­πε συ­χνά νά περ­νοῦν τίς νύ­χτες μέ τά ἄ­λο­γα καί τίς στο­λές τους μέ­σα ἀ­πό τό Δο­ξᾶ­το. Ὑ­πάρ­χει ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων καί αὐ­τοί προ­στα­τεύ­ουν τό χω­ριό. Εἶ­δε καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο σέ ὥ­ρα θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας.

Ις΄. Ἡσυχαστής Φανούριος Καψαλιώτης

Κλεί­στη­κε στήν φί­λη του ἡ­συ­χί­α καί ἐ­νέ­τει­νε τήν προ­σευ­χή καί τά δά­κρυ­α. Τό ἔ­τος 1986 εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τοῦ εἶ­παν: «Ἐ­φέ­τος δέν θά κά­νεις Πρω­το­χρο­νιά ἐ­δῶ στό Κελ­λί, ἀλ­λά θά ᾿ρθεῖς νά γι­ορ­τά­σου­με μα­ζί».

ΙΕ’. Παπα–Κύριλλος Καρυώτης

«Ὅ­λη τή  νύ­χτα προ­σευ­χό­ταν.  Κοι­μό­ταν μό­νο δύ­ο ὧ­ρες. Νήστευε πά­ρα πο­λύ. Ἦ­ταν πρός ὅ­λους εὐ­γε­νής καί κα­λο­συ­νάτος. Πο­τέ δέν τόν εἶ­δαν νά θυ­μώ­νη ὅ­ταν τόν ὕ­βρι­ζαν ἤ τόν κα­κο­λο­γοῦ­σαν. Ἦ­ταν πο­λύ τα­πει­νός καί, ὅ­ταν συ­νέ­βαι­ναν πα­ρε­ξη­γή­σεις, αὐ­τός πρῶ­τος ἔ­βα­ζε με­τά­νοι­α λέ­γον­τας ”εὐ­λό­γη­σον”».

Σελίδες