Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΊΤΙΚΗ ΠΑΡΆΔΟΣΗ»

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἕ­να γε­ρον­τά­κι ἐ­νά­ρε­το ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ Ἄ­ξι­όν Ἐστι τῆς Κα­ψά­λας ἔ­λε­γε: «Θά ᾿ρθεῖ και­ρός πού ὁ Θε­ός θά πα­ρα­χω­ρεῖ ἀ­σθέ­νει­ες στο­ύς ἀν­θρώ­πους καί στά φυ­τά, καί θά ψά­χνουν οἱ ἄν­θρω­ποι νά βροῦν φάρ­μα­κο. Ὥ­σπου νά βροῦν γιά τήν μία ἀ­σθέ­νεια, θά πα­ρα­χω­ρεῖ ὁ Θε­ός ἄλ­λη». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τήν τα­πε­ί­νω­ση σή­με­ρα δύ­σκο­λα τήν βρί­σκεις ὅ­πως καί τήν δι­ά­κρι­ση. Ἀ­γά­πη θά βρεῖς, ἀλ­λοῦ λί­γη ἀλ­λοῦ πο­λλή. Τα­πε­ί­νω­ση ὅ­μως καί δι­ά­κρι­ση δύ­σκο­λα βρί­σκεις· εἶ­ναι καί ἀλ­λη­λέν­δε­τες. Ἡ τέ­λεια δι­ά­κρι­ση εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἁ­γι­ό­τη­τος».  

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέρων: «Πε­νῆν­τα πέν­τε χρό­νια εἶ­μαι ἐ­δῶ. Ἐ­χθές ἦρ­θα, αὔ­ριο φε­ύ­γω».   
Εἶ­πε Γέ­ρων: «Μία φο­ρά πού ἔ­κα­να κα­νό­να τή νύ­χτα στό κελ­λί μου εἶ­δα φῶς καί αἰ­σθάν­θη­κα μία ἀλ­λοί­ω­ση». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Τό πιό σπου­δαῖ­ο στήν προ­σευ­χή δέν εἶ­ναι οὔ­τε ἡ ἀ­να­πνο­ή οὔ­τε ἡ στά­ση μας, ἀλ­λά ἡ με­τά­νοι­α καί ἡ καρ­δια­κή προ­σευ­χή. Ἄν προ­σε­ύ­χε­σαι μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί οἱ λο­γι­σμοί τρέ­χουν συ­νέ­χεια, τό­τε στα­μά­τη­σέ τα ὅ­λα, καί τήν προ­σευ­χή καί τούς λο­γι­σμούς, καί ὁ νοῦς νά μεί­νη γιά λί­γο ἄ­δει­ος ἀπ᾿ ὅ­λα. Εἶ­ναι σάν νά ξα­πλώ­νης, ὅ­ταν ὁ ἐ­χθρός πυ­ρο­βο­λᾶ καί οἱ σφαῖ­ρες περ­νοῦν ἀ­πό πά­νω σου. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε πά­λι τήν εὐ­χή». 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά ἀ­ρε­τές, κρύ­βει τά πά­θη του, καί ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά πά­θη, κρύ­βει τίς ἀ­ρε­τές του». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Με­ρι­κοί πού ἔ­χουν φθό­νο καί μῖσος γιά κά­ποι­ον, ὅ­ταν τόν δοῦν λέ­νε: “Μ᾿ ἔ­κα­ψε πού τόν εἶ­δα. Δέν μπο­ρῶ νά τόν δῶ­”. Νι­ώ­θουν ἕ­να κά­ψι­μο ἐ­σω­τε­ρι­κό. Τέ­τοι­ου εἴ­δους, ἀλ­λά σέ βαθ­μό ἀ­συγ­κρί­τως με­γα­λύ­τε­ρο, πού κα­λύ­τε­ρα νά μή γνω­ρί­ση κα­νείς, θά εἶ­ναι καί τό κά­ψι­μο τῆς κο­λά­σε­ως. Ὁ Θε­ός νά φυ­λά­η». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος Γέ­ρον­τας ἔ­δω­σε τίς λί­γες οἰ­κο­νο­μί­ες του σέ γνω­στό του γιά νά τίς φυ­λά­ξη. Ὅ­ταν ζή­τη­σε νά τίς πά­ρη, ἐ­κεῖ­νος δέν τίς ἐ­πέ­στρε­φε καί ἄρ­χι­σε νά βρί­ζη καί νά κα­τα­ρι­έ­ται τόν μο­να­χό. Αὐ­τός, ὁ ἀδικημένος, πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­πό τήν λο­γο­μα­χί­α, δέ­χθη­κε τήν ἀ­δι­κί­α καί ἤ­ρε­μα τοῦ εἶ­πε: «Κρά­τη­σε ἐ­σύ τά χρή­μα­τα καί ἐ­γώ τίς ἀ­ρές (κα­τά­ρες)». Ἀλ­λά ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ ἐ­νήρ­γη­σε καί αὐ­τόν πού ἀ­δί­κη­σε, τόν ἔ­κλε­ψαν καί με­τά ἀρ­ρώ­στη­σε. Ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἔτσι ἡ Γρα­φή ἡ λέ­γου­σα: «Δι᾽ ὧν τις ἁ­μαρ­τά­νει, διά τού­των κο­λά­ζε­ται»

Περιστατικά ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Στό Ξη­ρο­πο­τα­μι­νό Κελ­λί τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου κά­ποι­ος Ἀ­νώ­νυ­μος[1][1] Γέ­ρον­τας Ρου­μᾶ­νος πρίν ἀ­πό χρό­νια ἐ­κοι­μή­θη, ἀλλά δέν εἶ­χε κα­λό τέ­λος. Αὐ­τό ὠ­φεί­λε­το, κα­τά τούς πα­τέ­ρες πού τόν γνώ­ρι­ζαν, στό ὅ­τι εἶ­χε πά­ει στήν Ρωσ­σί­α καί στήν Ρου­μα­νί­α καί μά­ζε­ψε ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί χρή­μα­τα μα­ζί μέ ὀ­νό­μα­τα γιά μνη­μό­νευ­ση, αὐ­τός ὅ­μως δέν μνη­μό­νευ­σε τά ὀ­νό­μα­τα. Γι᾿ αὐτό τήν ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του φώ­να­ζε: «Πάρ­τε αὐ­τά τά χαρ­τιά, μέ καῖ­νε τά ὀ­νό­μα­τα». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω–Ἀ­να­νί­ας

Στό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τό ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νον τῶν Σκουρ­ταί­ων, ἄ­νω­θεν τῶν Κα­ρε­ῶν, ἀ­σκή­θη­κε ὁ π. Παρ­θέ­νιος καί με­τά θά­να­τον εὐ­ω­δί­α­σαν τά Λεί­ψα­νά του. Στό ἴ­διο Κελ­λί ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη καί ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω–Ἀ­θα­νά­σιος, ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Ἡ­συ­χα­στοῦ, δέν ἔ­κα­νε πολ­λή ὑπα­κο­ή στόν Γέ­ρον­τά του. Μία μέ­ρα εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα στόν τό­πο τῆς εἰ­κό­νος τοῦ Χρι­στοῦ, στό τέμ­πλο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους, νά εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τοῦ Γέ­ρον­τά του.

ΚΒ΄. Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης

Κά­πο­τε πού με­τέ­φε­ρε χόρ­τα μέ τό τρα­κτέρ τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος πά­νω στό τι­μό­νι καί  ἔπε­σε μέ τό τρα­κτέρ στό πο­τά­μι. Τότε, τοῦ ξα­ναεμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Πα­να­γί­α. Τόν ἔ­σω­σε, χω­ρίς νά πά­θη τί­πο­τε, καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν  πρέ­πει νά κά­νης ὑ­περ­βο­λές. Ἄν δέν εἶ­χα ἔρ­θει, τί θά πά­θαι­νες!».

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω-Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της – Ο γε­ρω-Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της

Ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της, ὅ­ταν γέ­ρα­σε, ἀρ­ρώ­στη­σε καί βά­ρυ­νε. Ὅ­λοι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι   πλη­σι­ά­ζει ἡ κο­ί­μη­σή του. Τότε ὁ π. Γρη­γό­ριος εἶ­πε: «Πα­τέ­ρες μου, ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος Προ­ϊ­στά­με­νος ἦ­ταν·  ἄς τοῦ κά­νου­με ἕ­να εὐ­χέ­λαι­ο».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – ξζ’. Ἡ προσευχή σβήνει πυρκαγιά – ξη’. Προσηύχετο ὑπερυψωμένος

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές. Με­τά ἡ φω­τιά προ­χώ­ρη­σε καί στό δά­σος.

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Το “αθάνατο νερό” – Η υπομονή ιώβεια με χαρά.

Ενας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος γέ­ρον­τας Λαυ­ρι­ώ­της ἦ­ταν  ἄρ­ρω­στος στό κρεβ­βά­τι. Ἡ ἀρ­ρώ­στια του  κρά­τη­σε πο­λύν και­ρό καί τόν πε­ρί­με­ναν νά πε­θά­νη. Κάποια ἡ­μέ­ρα εἶ­πε στόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του νά πά­η νά τοῦ φέ­ρη νε­ρό ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Κρυμ­μέ­νο ἅ­γιο Λε­ί­ψα­νο – Θρῆ­νος Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου γιά ἕ­να λο­γι­σμό!

Γέροντας Ἁ­γι­αν­να­νί­της δι­η­γή­θη­κε: «Πέν­τε–ἕ­ξι  φο­ρές κά­τω­θεν τοῦ Κυ­ρια­κοῦ εἶ­δα ἕ­να φῶς γλυ­κό, ἤ­ρε­μο. Δέν ἔ­κα­να καμ­μί­α ἐ­νέρ­γεια. Με­τά ἀ­πό δύ­ο–τρεῖς ἡ­μέ­ρες, ἐ­νῶ ἦ­ταν νύ­χτα, ἀ­κού­ω φω­νές ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ πού βρί­σκε­ται ἀ­μέ­σως κά­τω ἀ­πό τό Κυ­ρια­κό. Μέ φώ­να­ξαν. 

ΚΔ΄. Γερω–Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης

Ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὁ π. Γε­ώρ­γιος τό ἑ­ξῆς: «Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος, δυ­ό–τρεῖς φο­ρές κα­θυ­στέ­ρη­σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Εἶ­πα· “­ἄς τε­λει­ώ­ση τό Με­σο­νυ­κτι­κό, εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος”. Εἶ­δα τό­τε τόν ἅ­γιο Παῦ­λο στόν ὕ­πνο μου μέ τό μπα­στού­νι νά μοῦ λέ­γη: “Σή­κω καί κα­τέ­βα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, δι­ό­τι θά σπά­σω τό μπα­στού­νι στήν πλά­τη σου. Ἀλ­λοί­μο­νό σου­”».

ΚΕ΄. Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης

Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι στο­ύς ἁ­γί­ους Πάν­τες, εἶ­δε τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι σέ μία τοι­χο­γρα­φί­α στήν Λι­τή τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας, μέ ξί­φος καί μαν­δύ­α. «Βά­δι­ζε», δι­η­γεῖ­το, «καί ἡ οὐ­ρά τοῦ μαν­δύ­α ἄ­νοι­γε–κλοῦ­σε». Τό ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός!».

ΙΘ΄. Γερω–Θεοδόσιος Ἁγιοπαυλίτης

Με­τά ἀ­πό με­ρι­κές μέ­ρες εἶ­χαν συ­νάν­τη­ση μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν πνευ­μα­τι­στῶν καί πῆ­γε καί αὐ­τός. Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο ὅ­μως δέν εἶ­χαν καμ­μί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό τά πνε­ύ­μα­τα. Ἐ­πι­κλή­σεις, ἐ­πι­κλή­σεις… τί­πο­τα! Τότε ἀ­κο­ύ­στη­κε φω­νή νά λέ­η: «Ἄν δέν ἀλ­λά­ξη τήν ἀ­πό­φα­ση πού ἔ­βα­λε στό νοῦ του ὁ Θε­ό­δω­ρος, δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με τί­πο­τα!».

Κ΄. Ἡγούμενος Εὐδόκιμος Ξενοφωντινός

Ἐ­νῶ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος, κά­ποι­ος τοῦ ἔ­δει­ξε σάν σέ πί­να­κα ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Τοῦ εἶ­πε μία φω­νή: –Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου δέν ἔ­χουν κα­θα­ρι­σθῆ τε­λεί­ως. Ρώ­τη­σε ὁ προ­η­γού­με­νος: –Καί πῶς θά δι­α­γρα­φοῦν; Τότε πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:
–Μέ τήν εὐ­χή. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά λέ­η τήν εὐ­χή ἀ­βί­α­στα μέ­σα του.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἐ­κεῖ πού ψέλ­να­με καί ἤ­μουν στά δε­ξιά τοῦ πρω­το­ψάλ­τη, πε­τά­γε­ται ἕ­να δαι­μό­νιο μέ μορ­φή σκε­λε­τοῦ προ­βάλ­λον­τας τό χέ­ρι του μέ κά­τι νύ­χια με­γά­λα νά μέ καρ­φώ­ση. Τρα­βή­χτη­κα πί­σω καί ξέ­φυ­γα. Τό­τε μοῦ εἶ­πε, κά­νον­τας συγ­χρό­νως μία ἄσχη­μη χει­ρο­νο­μί­α…..

Εὐ­λά­βεια καί πό­θος Θε­ο­μη­το­ρι­κός

Κά­πο­τε πού εἶ­χαν γί­νει κλο­πές σέ Κελ­λιά τῆς πε­ρι­ο­χῆς, τόν ρώ­τη­σαν   πῶς δέν φο­βᾶ­ται νά μήν τόν κλέ­ψουν∙ ἀ­πήν­τη­σε: «Ἐ­γώ ἦρ­θα νά φυ­λά­ξω τήν Πα­να­γί­α ἤ ἡ Πα­να­γί­α ἐ­μέ­να;» καί πράγ­μα­τι, παρ᾿ ὅ­τι ἦ­ταν νύ­χτα–μέ­ρα ἀ­νοι­χτό τό Κελ­λί του, δέν χά­θη­κε τί­πο­τε.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Οἱ πα­τέ­ρες ὅ­μως πί­σω ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά δι­έ­κρι­ναν τήν πρό­νοι­α τῆς θαυ­μα­τουρ­γῆς Πορ­τα­ΐτισ­σας, πού σ᾿ ὅ­λο τό Ὄ­ρος, καί πιό πο­λύ σ᾿ αὐ­τό τό Μο­να­στή­ρι, εἶ­ναι τό­σο αἰ­σθη­τή μέ­χρι σή­με­ρα μέ τά συ­νε­χῆ θαύ­μα­τα τῆς εἰ­κό­νος καί τήν κίνηση τῆς καν­δή­λας. Καί βε­βαι­ώ­θη­καν γιά μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά ὅ­τι ἡ Πα­να­γί­α ἐ­πι­θυ­μεῖ νά μή στα­μα­τᾶ ἡ εὐ­λο­γί­α καί ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι της, καί ὅτι αὐ­τή ἔ­χει τόν τρό­πο νά οἰ­κο­νο­μῆ τά ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Μέχρις ὅ­μως νά ᾿ρθῆ ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἔ­πε­σε ὁ μο­να­χός σέ κῶ­μα. Εἶ­πε ὁ Πνευ­μα­τι­κός νά βγοῦν οἱ ἄλ­λοι ἔ­ξω. Ἀ­κο­ύμ­πη­σε τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α στό τρα­πέ­ζι, γο­νά­τι­σε καί ἔ­κα­νε δυ­να­τή προ­σευ­χή: «Πα­να­γί­α μου», εἶ­πε, «μία στιγ­μο­ύ­λα νά συ­νέλ­θη νά τόν κοι­νω­νή­σω καί με­τά ἄς φύ­γη».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Στοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου πα­λαι­ό­τε­ρα ἦ­ταν ἕ­νας μο­να­χός ἀ­γω­νι­στής. Εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ μάγ­κι­πα, ἔ­κα­νε καί τά πρό­σφο­ρα. Ἦ­ταν πο­λύ πρό­θυ­μος στά δι­α­κο­νή­μα­τα καί συμ­βού­λευ­ε νε­ώ­τε­ρο: «Ὅ,τι  κά­νεις ἐ­δῶ μέ­σα, ἔ­χεις μι­σθό ἀ­πό τόν Πρό­δρο­μο». Ἐ­πί­σης ἔ­κα­νε καί με­γά­λο ἀ­γῶ­να. Ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι κά­νει χί­λι­ες με­τά­νοι­ες∙ ὅμως δέν τόν τα­πεί­νω­σε ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἀλ­λά τοῦ εἶ­πε: «Τό­σες πολ­λές!», καί ἔ­τσι δέ­χτη­κε τόν ἔ­παι­νο καί ἔ­πε­σε σέ ὑ­πε­ρη­φά­νεια.

Η’. Γερω–Μιχαήλ Καυσοκαλυβίτης

Ὁ π. Μι­χα­ήλ ἦ­ταν κα­λός ὑ­πο­τα­κτι­κός καί ἀ­γω­νι­στής. Συν­δέ­θη­κε μέ ἀ­γά­πη ἀ­δελ­φι­κή μέ τόν τό­τε μο­νά­ζον­τα στά Καυ­σο­κα­λύ­βια γε­ρω–Πορ­φύ­ριο. Ἀ­γω­νί­ζον­ταν μα­ζί ἀ­πό νέοι μοναχοί. Δέν ἦ­ταν ἁ­πλή συμ­πά­θεια ἡ φι­λί­α τους. Μέ τό χά­ρι­σμά του ὁ γε­ρω–Πορ­φύ­ριος ἔ­βλε­πε ἐμ­φα­νῶς τήν χά­ρι πού εἶ­χε ὁ π. Μιχαήλ. Γι᾿ αὐ­τό καί πρίν ­κοι­μη­θῆ εἶ­πε νά τόν θά­ψουν στόν τά­φο τοῦ π. Μι­χα­ήλ, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε.

κθ΄. Ἀ­ό­ρα­τοι–Γυ­μνοί Ἀ­σκη­τές[1]

Τόν ρώ­τη­σε: “Πά­τερ, πά­ω γιά τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να καί ἔ­χα­σα τόν δρό­μο. Μπο­ρεῖς νά μοῦ τόν δεί­ξης;”. Αὐ­τός ση­κώ­θη­κε καί τοῦ ἔ­δει­ξε. Ὁ λα­ϊ­κός ἦ­ταν δι­ψα­σμέ­νος καί ζή­τη­σε λί­γο νε­ρό. Ὁ ἀ­σκη­τής τοῦ εἶ­πε: “Ἔ­λα, θά σοῦ δώ­σω”. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ λα­ϊ­κός καί τόν ὡ­δή­γη­σε σέ μία σπη­λιά. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἄλ­λοι ἕ­ξι πα­τέ­ρες….

κε’. Ἡ προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους βοηθᾶ

Ὅ­ταν συμ­πλη­ρώ­θη­καν σα­ράν­τα μέ­ρες ἐ­κεῖ πού κα­θό­ταν καί ἔ­κα­νε τό κομ­πο­σχοι­νά­κι λέ­γον­τας «Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον τήν δο­ύ­λη σου Μα­ρί­α», βλέ­πει μί­α γυ­ναῖ­κα νά μπα­ί­νη μέ­σα στό κελ­λί του (ἦ­ταν ἡ κε­κοι­μη­μέ­νη Μα­ρί­α) καί τοῦ λέ­ει μέ εὐ­γέ­νεια πολ­λή:

ιε΄. Τά ἀποτελέσματα τῆς αὐτονομίας

Ἔ­χει ση­μα­σί­α γιά τό νέ­ο πού ἔρ­χε­ται νά γί­νη μο­να­χός σέ ποιό πε­ρι­βάλ­λον με­γά­λω­σε καί σέ ποιά ἐ­πο­χή ἔ­ζη­σε, γιά τό ἄν θά γί­νη σω­στός κα­λό­γε­ρος καί ἄν θά κρα­τή­ση τίς πα­ρα­δό­σεις. Πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι αὐ­τοί πού γεν­νή­θη­καν με­τά τό 1970 δυ­σκο­λε­ύ­ον­ται νά γί­νουν σω­στοί κα­λό­γε­ροι, συ­νε­χι­στές τῶν πα­λαι­ῶν. Ἔ­χουν μά­θει νά ἔ­χουν γνώ­μη γιά τό κά­θε τί, ἔ­χουν θέ­λη­μα καί δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πο­τα­χθοῦν.

ιδ΄. Ὁ διάβολος μετασχηματισμένος σέ μοναχό

Κα­τά τόν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ἕ­νας στρα­τι­ώ­της βλέ­πον­τας τόν κίν­δυ­νο ἔ­τα­ξε, ἄν δι­α­σω­θῆ, νά γί­νη μο­να­χός στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος μα­ζί μέ τά δύο του παι­διά. Πράγ­μα­τι, τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος καί ὁ στρα­τι­ώ­της πού δι­ε­φυ­λά­χθηκε σῶ­ος, δέν λη­σμό­νη­σε τό τά­μα του.

ιγ΄. Διάσωση ἀπό τούς ἁγίους Τεσσαράκοντα

Ἀ­μέ­σως τό­τε μί­α ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε γύ­ρω ἀ­πό μᾶς τούς δύ­ο καί  δέν κα­τα­λα­βαί­να­με τό κρύ­ο. Ἦ­ταν ἡ πα­ρου­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων πού καί αὐ­τοί ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πό τό ψῦ­χος. Ἡ νύ­χτα πέ­ρα­σε ἔ­τσι καί τό πρωΐ, ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­να­με τόν θά­να­το, ἦρ­θε δι­α­τα­γή ἐ­μᾶς τούς δύ­ο κα­λο­γή­ρους νά μή μᾶς ἐ­κτε­λέ­σουν.

Περιστατικά – ιβ’. Κρυφοί ἐργάτες τῆς εὐχῆς

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν νη­πτι­κός καί δι­α­κρι­τι­κός. Κάποτε πῆ­γε νά λει­τουρ­γη­θῆ σέ κά­ποι­ο Κελ­λί. Ἐ­κεῖ οἱ πα­τέ­ρες δι­ά­βα­ζαν τόν Ἅ­γιο Ἐ­φρα­ίμ καί ἔ­κα­ναν δη­μό­σια ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση πρίν ἀ­πό τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α. Το­ύς εἶ­πε ὅ­τι δέν εἶ­ναι σω­στό αὐ­τό, για­τί μέ τήν ἀ­κοή τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των μο­λύ­νε­ται ὁ λο­γι­σμός τους καί οἱ πα­τέ­ρες τό δέ­χθη­καν.

Περιστατικά – ια’. Ἡ ζάχαρη ἔδιωξε τήν γλυκύτητα τῆς εὐχῆς

Αὐ­τός εἶ­χε τήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς θε­ί­ας Χάριτος καί ἔ­πρε­πε νά πε­ρι­φρο­νῆ τίς ἀν­θρώ­πι­νες ”γλυκύτητες”. Ὑ­πο­χώ­ρη­σε ὅ­μως στήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς ζά­χα­ρης καί ὁ Θε­ός τοῦ στέ­ρη­σε γιά λί­γο τήν θε­ί­α πα­ρη­γο­ριά.

Περιστατικά – ι’. Ἐ­νά­ρε­τοι Χα­τζη­γε­ωρ­γιᾶ­τες

Ὁ ἴ­διος, πή­γαι­νε πά­λι ἀ­γόγ­γυ­στα καί τό γέ­μι­ζε. Καί ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν ἐ­πι­σκέ­πτες, οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες το­ύς ἔ­στελ­ναν στόν π. Χε­ρου­βε­ίμ, καί για­τί τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἐ­νά­ρε­το…

Σελίδες