Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΊΤΙΚΗ ΠΑΡΆΔΟΣΗ»

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Δα­μα­σκη­νός ὁ Κομ­πο­σχοι­νᾶς, ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως τῆς Κου­τλου­μου­σια­νῆς Σκή­της τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ἦ­ταν ἀ­κτή­μων. Στό Κελ­λί του εἶ­χε μό­νο τίς κου­βέρ­τες πού σκε­πα­ζό­ταν, τά ροῦ­χα του, λί­γα τρό­φι­μα καί μαλ­λί γιά νά πλέ­κη κομ­πο­σχοί­νια. Αὐ­τό ἦ­ταν τό ἐρ­γό­χει­ρό του. 

Ἀρ­χι­κά ἔ­κα­νε στήν ἔ­ρη­μο στά Κα­του­νά­κια δύ­ο χρό­νια σέ κά­ποι­ον γε­ρω–Ἰ­σί­δω­ρο, ἔ­πει­τα ἦρ­θε στό Κου­τλου­μού­σι καί ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τό Κα­λύ­βι στήν Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ὅ­που ἔ­μει­νε σ᾿ ὅ­λη του τήν ζωή. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό τόν πῆ­ραν στό Κου­τλου­μού­σι, ὅ­που ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη. 

ΚΓ΄. Γερω–Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δι­ά­βο­λο ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Τό κελ­λί του γέ­μι­ζε δα­ί­μο­νες. Ἕ­νας πά­νω στό ρά­φι, ἕ­νας κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι… καί ἦ­ταν ὅ­λοι γυ­μνοί. Τό ἀ­νέ­φε­ρε στόν Γέροντα: «Τί ᾿ναι αὐ­τοί, Γέροντα; Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει, αὐ­τοί ὁ­λό­γυ­μνοι. Δέν κρυ­ώ­νουν; Δέν μέ ἀ­φή­νουν σέ ἡ­συ­χί­α».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Κων­στάν­τιος ὁ Κα­ρυ­ώ­της ἀ­πό τό Κου­τλου­μου­σια­νό Κελ­λί τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων, ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὅ­τι κά­ποι­ος μο­να­χός ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν συ­νο­δεί­α του καί πῆ­γε σ᾿ ἄλ­λο Κελ­λί, εἶ­πε βα­θυ­στό­χα­στα: «Ἡ ὀ­κά ὅ­που καί νά πά­η ἔ­χει 1.280 γραμ­μά­ρια, οὔ­τε πα­ρα­πά­νω οὔ­τε πα­ρα­κά­τω», ἐν­νο­ών­τας προ­φα­νῶς ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δέν ἀλ­λά­ζει μό­νο μέ τό νά ἀλ­λά­ξη Κελ­λί.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Κων­στάν­τιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της, πρίν γί­νη μο­να­χός, ἦ­ταν στρα­τι­ώ­της καί ἔ­λα­βε μέ­ρος στήν μά­χη τοῦ Κιλ­κίς. Βρέ­θη­κε κυ­κλω­μέ­νος ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς. Μπρο­στά στόν κίν­δυ­νο ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τήν Πα­να­γί­α νά τόν σώ­ση μέ τήν ὑ­πό­σχε­ση νά γί­νη κα­λό­γε­ρος.

Παπα–Γρηγόρης ὁ Πνευματικός

Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ λί­γοι ἐ­πι­σκέ­πτες πού ἔ­φθα­ναν ὥς τήν κα­λύ­βη τους, ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­δη εἶ­χε φή­μη ἐ­να­ρέ­του καί δι­α­κρι­τι­κοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Δι­έ­πρε­ψε ὡς Πνευ­μα­τι­κός καί ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶν ἀρ­χῶν.

Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γερω Αρσένιος ο Γρηγοριάτης

Ἀ­γα­ποῦ­σε καί εὐ­λα­βεῖ­το πά­ρα πο­λύ τήν Πα­να­γί­α, για­τί τόν ἔ­σω­σε ἀ­πό το­ύς Γερ­μα­νο­ύς καί τόν βο­ή­θη­σε πολ­λές φο­ρές. Τήν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «Μαν­νο­ύ­λα» καί ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι γιά δι­α­κο­νί­α ἔ­ξω, ἔ­παιρ­νε πάν­τα μα­ζί του μία πα­λαιά εἰ­κό­να της. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω Κο­σμᾶς, ὑ­πο­τα­κτι­κός τοῦ γε­ρω  Ἀ­βέρ­κιου ἀ­πό τό Κα­ρυ­ώ­τι­κο Κελ­λί τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων, ἦ­ταν ἕ­να ἁ­πλό καί ἀ­γα­θό γε­ρον­τά­κι. Ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του τό Κρα­νί­δι καί ἦρ­θε μέ κα­ΐ­κι στόν Πει­ραιᾶ. Θυ­μόταν τά κά­στρα τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος πε­σμέ­να, ὅ­πως τά εἶ­χε βομ­βαρ­δί­σει ὁ Κι­ου­τα­χῆς, καί μέ­χρι ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἡ προ­κυ­μα­ί­α. Εἶ­χε δεῖ τό­τε τά τραῖ­να πού τά τρα­βοῦ­σαν τά ἄ­λο­γα.

Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γερο Αρσένιος ο Αγιοπαυλίτης

Ο γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Πορ­τα­ριά Χαλ­κι­δι­κῆς. Ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός καί ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς μοῦ­τσος σ᾿ ἕ­να κα­ρά­βι πού κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­πια­σε στό Μο­να­στή­ρι. Ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας τόν κα­πε­τά­νιο: «Δέν μᾶς δί­νεις αὐ­τό τό παι­δί νά μᾶς κου­βα­λά­η τό τα­χυ­δρο­μεῖ­ο κά­θε μέ­ρα;». «Ἅ­μα θέ­λη, ἄς ἔρ­θη». Τόν ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας, ἄν θέ­λη νά μεί­νη στό Μο­να­στή­ρι, καί δέ­χθη­κε. Ἦ­ταν τό ἔ­τος 1910 τό­τε καί ὁ μι­κρός ἦ­ταν 10 ἐ­τῶν. Ἔ­κτο­τε ἔ­με­ινε στό Μο­να­στή­ρι καί ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε ἔ­γι­νε μο­να­χός. Ἔ­γι­νε ὁ πο­λυ­τε­χνί­της τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Τό μυα­λό του ἔ­κο­βε. Ἦ­ταν εὑ­ρε­σι­τέ­χνης. Ὅ­λες τίς ζη­μι­ές ὁ π. Ἀρ­σέ­νιος τίς ἐ­πι­δι­ώρ­θω­νε. Μέ­χρι τό­τε στό Μο­να­στή­ρι ὑ­πῆρ­χαν δύο κτι­στές σόμ­πες. Αὐ­τός ἀ­πό μό­νος του ἔ­φτια­ξε και­νο­ύρ­γι­ες καί γέ­μι­σε τό Μο­να­στή­ρι μέ σόμ­πες. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο δια­κο Κορ­νή­λιος ὁ Γρη­γο­ριά­της τῆς ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας ἔ­γι­νε διᾶ­κος καί τῆς ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας ἐ­κοι­μή­θη, τήν ὁ­πο­ί­α εἶ­δε μέ τά ἴ­δια του τά μά­τια πρίν κοι­μη­θῆ.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Τό Μο­να­στή­ρι τοῦ Κα­ρα­κάλ­λου πα­λαι­ά γιά ἑ­κα­τό πε­ρί­που χρό­νια εἶ­χε ἐ­ρη­μώ­σει ἀ­πό πα­τέ­ρες. Δύ­ο τρεῖς ἀ­σκη­τές ἀ­πό τά γύ­ρω Κελ­λιά πή­γαι­ναν καί ἄ­να­βαν τά καν­τή­λια. Πολ­λές φο­ρές ἔ­βλε­παν δώ­δε­κα ἄνδρες ἀνυπόδητους, πολύ σε­βά­σμιους νά βγαί­νουν ἀ­πό τήν πόρ­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί νά χά­νων­ται.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Κάλ­λι­στος ὁ Σι­μω­νο­πε­τρί­της ἔ­ζη­σε ἑ­βδο­μῆν­τα χρό­νια στό Μο­να­στή­ρι του, πο­τέ δέν βγῆ­κε στόν κό­σμο καί μό­νο δύ­ο τρεῖς φο­ρές ἀ­νέ­βη­κε στίς Κα­ρυ­ές.

ΙΗ΄. Γερω–Εὐδόκιμος Ἁγιοπαυλίτης

Κα­θό­ταν σ᾿ ἕ­να στα­σί­δι, κα­τέ­βα­ζε τό κου­κο­ύ­λι νά μή φα­ί­νε­ται, ἅ­πλω­νε τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή. Τόν ρω­τοῦ­σε ἕ­να κα­λο­γέ­ρι: «Τί κά­νεις, γε­ρω–Εὐ­δό­κι­με;». Ἀ­παν­τοῦ­σε: «Τόν πο­λε­μά­ω. Βλέ­πεις τό κα­νό­νι;», καί ἔ­δει­χνε τό τρι­α­κο­σά­ρι του.

ΙΒ΄. Γερω–Ἀρσένιος Σιμωνοπετρίτης

Ὁ Γέροντας τοῦ συ­νέ­στη­σε νά δι­α­βά­ση τόν Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ. Τόν δι­ά­βα­ζε καί ἡ ἄ­σκη­σή του ἀ­πέ­κτη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ζῆ­λο. Ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες καί ὁ­λο­νύ­κτια προ­σευ­χή. Γιά νά μπο­ρῆ νά κρα­τι­έ­ται ὄρ­θιος ἔ­κα­νε κρε­μα­στῆ­ρες ἀ­πό τήν ὀ­ρο­φή τοῦ κελ­λιοῦ ἤ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τό κοι­νῶς λε­γό­με­νον «ἀκουμπιστήρι». Στό κε­φά­λι του ἀ­πό τίς πολ­λές με­τά­νοι­ες ἔ­κα­νε κα­ρο­ύ­μπα­λο.

Ι’. Παπα–Μεθόδιος Καρυώτης

Τε­λι­κά βρῆ­κε καί τόν τε­νε­κέ μέ τίς λί­ρες. Στε­νο­χω­ρέ­θη­κε, τοῦ ἔδωσε μί­α κλω­τσιά καί γέ­μι­σε ὁ τό­πος λί­ρες. «Πώ, πώ», ἔ­λε­γε, «δι­ά­βο­λος. Γι᾿  αὐ­τό ἔ­κα­ψε τό σπί­τι. Ὅ­ποι­ος θέ­λει ἄς πά­ρη. Ἐ­γώ δέν παίρ­νω τί­πο­τε». Πῆ­ραν ἀ­πό αὐ­τές τίς λί­ρες δύ­ο πα­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­πει­τα ἀρ­ρώ­στη­σαν καί τα­λαι­πω­ρή­θη­καν πο­λύ.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Ἰ­ω­σήφ ὁ Κύ­πριος, ἀ­πό τήν Κου­τλου­μου­σια­νή Σκή­τη, ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τό Ψαλ­τή­ρι, γι᾿ αὐ­τό συ­νε­χῶς τό δι­ά­βα­ζε. Ἔ­λε­γε: «Τό­σο πο­λύ κα­νέ­να βι­βλί­ο δέν ἀ­γά­πη­σα».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Ἰ­ω­σήφ ὁ Ἡ­συ­χα­στής ἔ­κα­νε γιά κα­νό­να 700 με­τά­νοι­ες καί 60 τρι­α­κο­σά­ρια μέ σταυ­ρο­ύς.  Ἔ­κτι­ζε πε­ζο­ύ­λια καί αἰ­σθα­νό­ταν το­ύς δα­ί­μο­νες νά τοῦ ἐ­πι­τί­θεν­ται. Το­ύς πο­λε­μοῦ­σε μέ τήν εὐ­χή καί τή νη­στε­ί­α.

ΙΑ’. Νηπτικός Αὐξέντιος Γρηγοριάτης

«Ἔ­λαμ­πε τό­σο τό πρό­σω­πό του», δι­η­γεῖ­ται ὁ λει­τουρ­γός, «πού ὅ­ταν τόν  κοί­τα­ξα, ζα­λί­στη­κα καί πα­ρά λί­γο νά πέ­σω κά­τω. Ἔ­βα­λα τό χέ­ρι μου καί σκέ­πα­σα τά μά­τια μου για­τί δέν ἄν­τε­χα τό δυ­να­τό φῶς. Ἔ­λαμ­πε ὁ­λό­κλη­ρος». Ὅ­ταν σέ λί­γο ὑ­πε­στά­λη τό ἄ­κτι­στον φῶς καί συ­νῆλ­θε ὁ ἔκ­πλη­κτος ἱ­ε­ρέ­ας, τό­τε τόν κοι­νώ­νη­σε. 

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Στήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἁ­γί­ου Μαν­δη­λί­ου τῆς ἄ­νω Κα­ψά­λας ζοῦ­σε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­νας Ρῶσ­σος ἀ­σκη­τής ὀ­νο­μα­ζό­με­νος Ἰ­ω­ά­σαφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀ­γέ­νει­ος. Τη­ροῦ­σε σι­ω­πή διά βί­ου. Δέν μι­λοῦ­σε οὔ­τε καί συ­να­να­στρε­φό­ταν μέ κα­νέ­ναν. Ὅ­ταν κα­θό­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τό Κελ­λί του καί ἐρ­χό­ταν ἐ­πι­σκέ­πτης, ἔμ­παι­νε βι­α­στι­κά μέ­σα καί ἔ­κλει­νε τήν πόρ­τα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Έἶ­πε ὁ πα­πα–Γιά­ννης ὁ Ρου­μᾶ­νος ἀ­πό τήν Κο­λι­τσοῦ: «Ὡς νέ­ος μο­να­χός εἶ­χα πολ­λή δου­λειά, ἀλ­λά ἀγα­ποῦ­σα καί τό Ψαλ­τή­ρι. Γι᾿ αὐ­τό δι­ά­βα­ζα τούς ψαλ­μούς τήν ὥ­ρα τῆς ἐρ­γα­σί­ας καί ἔ­τσι με­τά ἀ­πό και­ρό τό ἔ­μα­θα ἀπ᾿ ἔ­ξω. Ὁ Γέ­ρον­τάς μου, ὁ π. Ἠ­λί­ας, κά­θε μέ­ρα δι­ά­βα­ζε ὅ­λο τό Ψαλ­τή­ρι».

ς΄. Καβιώτης Κώστας, διά Χριστόν σαλός

Ολοι οἱ Κα­ρυ­ῶ­τες γνώ­ρι­ζαν τόν γε­ρω–Κώστα καί τοῦ ἔ­δει­χναν ἀ­γά­πη καί συμ­πά­θεια. Τόν ἔ­βλε­παν νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στίς Κα­ρυ­ές, νά λει­τουρ­γῆ­ται τα­κτι­κά στό Πρω­τᾶ­το, νά κά­νη τίς τρέλ­λες του, καί ὅ­λοι ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α.

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης (και Ηχητικό)

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

IZ΄. Ἡγούμενος Ἀνδρέας Ἁγιοπαυλίτης

«Ὁ  Με­νά­γιας ἦ­ταν προ­σω­πι­κός φί­λος τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει μία φω­το­γρα­φί­α του καί ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό­τε ἐ­κεῖ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ὁ Με­νά­γιας γιά νά τούς ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε μία λε­κά­νη, ἔ­βα­λε ἀ­λεύ­ρι καί νε­ρό, τά ἀ­να­κά­τε­ψε, ἀ­πό πά­νω ἔ­βα­λε τό κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου καί ἀ­πό μό­νο του χω­ρίς προ­ζύ­μι φού­σκω­σε».

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο Ἐ­πί­σκο­πος Μη­λι­του­πό­λε­ως Ἱ­ε­ρό­θε­ος πού σχό­λα­ζε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἦ­ταν ἅ­γιος ἄν­θρω­πος. Ὅ­ταν τόν πλη­σί­α­ζε κα­νείς κα­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, εὐ­ω­δί­α­ζε. Πολ­λοί τόν πλη­σί­α­ζαν γιά νά ὀσ- φραν­θοῦν αὐ­τήν τήν εὐ­ω­δί­α· ἰ­δί­ως ὁ διᾶ­κος πού  συλ­λει­τουρ­γοῦ­σε τό εἶ­χε δι­α­πι­στώ­σει πολ­λές φο­ρές.Ὅ­ταν εἶ­χε νά κά­νη κά­ποι­α χει­ρο­το­νί­α, τήν πα­ρα­μο­νή δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

     Ο γε­ρω Ἰ­γνά­τιος ὁ Ρου­μᾶ­νος ἦρ­θε ἀ­πό 13 χρόνων στό Ἅγιον Ὄ­ρος, στήν Λακ­κο­υσκή­τη, καί δέν ἤ­ξε­ρε ἀ­πό ἠ­λε­κτρι­κό ρεῦ­μα, ρα­δι­ό­φω­νο, τη­λε­ό­ρα­ση, πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Εἶ­χε 60 χρό­νια νά βγῆ στόν κό­σμο. Στά γε­ρά­μα­τα πῆ­γε στόν για­τρό, στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μόλις τόν βά­λα­νε στό ἀ­σαν­σέρ, εἶ­πε στόν συ­νο­δό του: «Γιατί μέ ἔ­βα­λες στήν πλά­στιγ­γα;». Ἔ­πει­τα ὅταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα γιά τό Ἀ­πό­δει­πνο, κα­θό­ταν στό μπαλ­κό­νι καί πε­ρί­με­νε νά δύ­ση ὁ ἥ­λιος γιά νά κά­νη τό Ἀ­πό­δει­πνο. Ἔ­βλε­πε τά φῶ­τα τῶν δρό­μων καί τό φῶς πού ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, καί νό­μι­ζε ὅ­τι δέν ἔ­δυ­σε ὁ ἥ­λιος, ἐ­νῶ ἦ­ταν νύ­χτα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Ἰάκωβος Ἁ­γι­αν­να­νί­της, ὁ κοι­νῶς ἀ­πο­κα­λο­ύ­με­νος «Ἰ­α­κω­βά­κης», κα­ταγόταν ἀ­πό τά Βρύ­ου­λα τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Πῆ­γε γιά μο­να­χός στήν κα­λύ­βη τοῦ πα­πα–Σάββα τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ, στόν γέ­ρον­τα Ὀ­νο­ύ­φριο. Λένε ὅτι ἐρ­χό­ταν σέ δι­α­πλη­κτι­σμο­ύς μέ τόν Γέ­ροντά του, για­τί ἤ­θε­λε νά κά­νη 2.000 με­τά­νοι­ες καί δέν τόν ἄ­φη­νε. Με­τά ἀ­πό και­ρό ἀ­πε­φά­σι­σε ὁ γε­ρω–Ὀ­νο­ύ­φριος νά κά­νη τήν κου­ρά του. Ἐ­νῶ εἶ­χαν γί­νει οἱ ἑ­τοι­μα­σί­ες καί ἦρ­θαν οἱ πα­τέ­ρες, ὁ Γέ­ρον­τας συ­ζη­τών­τας μέ τόν δό­κι­μο γιά τό ὄ­νο­μα δι­ε­φώ­νη­σαν. Ὁ δό­κι­μος ἤ­θε­λε νά τόν ὀ­νο­μά­ση Ἀ­να­στά­σιο, ἐ­νῶ ὁ Γέροντας ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση ἄλ­λο ὄ­νο­μα.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

  Ο γε­ρω Θε­ό­κτι­στος ὁ Δι­ο­νυ­σι­ά­της τά πρῶ­τα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του ἀ­πέ­κτη­σε τήν εὐ­χή. Δέν ἤ­θε­λε οὔ­τε νά τρώ­η οὔ­τε νά κοι­μᾶ­ται. Τοῦ πέ­ρα­σε λο­γι­σμός ἀ­πό τήν ἁ­πλό­τη­τα καί τήν ἀπει­ρί­α του ὅ­τι πλέ­ον ἁ­γί­α­σε καί ἀ­μέ­σως ἔ­χα­σε τήν εὐ­χή.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

   Ο γε­ρω Ἡ­σύ­χιος Κων­στα­μο­νί­της γεν­νή­θη­κε στήν Προῦ­σα καί ἦρ­θε στήν Ἑλ­λά­δα μέ τήν Ἀν­ταλ­λα­γή. Ἦ­ταν τουρ­κό­φω­νος. Εἶ­χε δι­α­βά­σει μι­κρός τόν βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου στά Κα­ρα­μαν­λί­δι­κα (τουρ­κι­κά μέ ἑλ­λη­νι­κο­ύς χα­ρα­κτῆ­ρες) καί θέ­λη­σε νά τόν μι­μη­θῆ. Ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος σέ ἡ­λι­κί­α πε­ρί­που  18 ἐ­τῶν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κων­στα­μο­νί­του. Τοῦ ἄ­ρε­σε τό ἀ­πό­μα­κρον καί ἡ­συ­χα­στι­κό της. Ἄρ­χι­σε νά μα­θα­ί­νη τήν Ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος

Ο ἐ­νά­ρε­τος Ἡ­γού­με­νος τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Ἀ­θα­νά­σιος εἶ­χε δεῖ στόν ὕ­πνο του ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο κε­κοι­μημέ­νο καί τόν ρώ­τη­σε:  

–Τί κά­νεις, παι­δί μου; Πῶς πέ­ρα­σες στήν ἐ­ξέ­τα­ση;  

–Γέροντα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, ὡς πρός τά κα­λο­γε­ρι­κά κα­θή­κον­τα πῆ­γα κα­λά. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός ἦ­ταν ἐ­πι­ει­κής μα­ζί μου. Ὡς πρός τά τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης δυ­σκο­λε­ύ­τη­κα πο­λύ, δι­ό­τι ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός μοῦ ἔ­κα­νε λε­πτο­με­ρῆ καί ἀ­συγ­κα­τά­βα­τη ἐ­ξέ­τα­ση.  

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

     Ο γε­ρω Ἡ­σύ­χιος ὁ Γρη­γο­ριά­της πάν­το­τε στε­κό­ταν ὄρ­θιος στό Κα­θο­λι­κό σέ ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­ταν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στό στα­σί­δι τόν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος, ἀ­πε­φά­σι­σε νά στέ­κε­ται ὄρ­θιος μέ τά χέ­ρια κά­τω. Ὁ­πό­τε μία φο­ρά τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος καί ἔ­πε­σε μέ τό κε­φά­λι πά­νω στήν κο­λώνα. Ἀ­πό τόν ζῆ­λο του νά νι­κή­ση τόν ὕ­πνο κόν­τε­ψε νά σκο­τω­θῆ. Ἀ­πό τά πό­δια του πού ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρα σάν πλη­γές, ἔ­ρε­ε πυ­ῶ­δες ὑ­γρό καί ἦ­ταν τό δέρ­μα σάν νά εἶ­χε λέ­πια.

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω Ἡ­σα­ΐ­ας ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της κα­τα­γόταν ἀ­πό τήν Λῆ­μνο. Πο­λέ­μη­σε στά ὀ­χυ­ρά τοῦ Με­τα­ξᾶ. Βλέ­πον­τας τόν κίν­δυ­νο ἔ­κα­νε τά­μα, ἄν τόν σώ­ση ἡ Πα­να­γί­α νά γί­νη κα­λό­γε­ρος. Με­τά τόν πό­λε­μο ἦρ­θε καί ὑ­πε­τά­γη στόν γε­ρω Συ­με­ών στήν καλύβη τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου στά Καυσοκαλύβια. Ὁ Γέ­ρον­τάς του Συ­με­ών τοῦ εἶ­πε: «Συ­νή­θως τούς δο­κίμους τούς κρα­τοῦν ἕ­να χρό­νο. Ἐ­μεῖς θά κά­νου­με τό τοῦ ἁ­γί­ου Πα­χω­μί­ου, τρεῖς χρό­νους δο­κι­μή».

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

O γε­ρω–Ἐ­φραίμ ὁ Λαυ­ρι­ώ­της δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι πα­λαιά στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου ἕ­νας Ἐ­πί­τρο­πος ἔ­δω­σε ἐν­το­λή νά μή δώ­ση ὁ Δο­χειά­ρης στούς ἀ­σκη­τές εὐ­λο­γί­α λά­δι, ὅ­πως ἦ­ταν τό κα­θι­ε­ρω­μέ­νο, για­τί εἶ­χαν λί­γο, μή­πως καί δέν φθά­ση. Ὁ Δο­χει­ά­ρης ὅ­μως ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του καί ἔδι­νε καί τό πιθά­ρι δέν ἄ­δεια­ζε.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ο γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης

Ο γέροντας πα­πα Ἐ­φρα­ίμ ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της ἀ­πό λα­ϊ­κός εἶ­χε πο­λύ με­γά­λη κα­θα­ρό­τη­τα. Δέν ἤ­ξε­ρε, τί ση­μαί­νει σαρ­κι­κή ἁ­μαρ­τί­α καί πῶς ἐ­πι­τε­λεῖ­ται. Οἱ κο­πέλ­λες τόν κο­ρό­ϊ­δευ­αν «μι­σο­γύ­νη».  Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του τόν κα­τα­ρά­στη­κε, ὅ­ταν τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θέ­λει νά γί­νη μο­να­χός. «Νά ἔ­χης τήν κα­τά­ρα τῶν 318 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τῆς Πρώ­της Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου», τοῦ εἶ­πε. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως με­τά­νοι­ω­σε καί ἦρ­θε καί ὁ ἴ­διος καί ἐ­μό­να­σε μα­ζί του, καί ὁ πα­πα–Ἐ­φρα­ίμ τόν γη­ρο­κό­μη­σε. 

Σελίδες