ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γερω–Ἀ­θα­νά­σιος, ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Ἡ­συ­χα­στοῦ, δέν ἔ­κα­νε πολ­λή ὑπα­κο­ή στόν Γέ­ρον­τά του. Μία μέ­ρα εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα στόν τό­πο τῆς εἰ­κό­νος τοῦ Χρι­στοῦ, στό τέμ­πλο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους, νά εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τοῦ Γέ­ρον­τά του.

Οἱ ἀρετὲς τῆς Παναγίας μας

Ἡ Παναγία μας εἶναι τὸ πιὸ τιμημένο πρόσωπο στὴν Ἐκκλησία μας, ἀφοῦ συνεργάστηκε στὸ σχέδιο τῆς ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτὴ μας Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πιστοὶ τὴν περιβάλλουν μὲ πολὺ σεβασμὸ ὅσο κανέναν ἄλλο Ἅγιο. Ἂς δοῦμε μὲ συντομία τὶς ἀρετές της.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω-Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της – Ο γε­ρω-Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της

Ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος ὁ Κων­στα­μο­νί­της, ὅ­ταν γέ­ρα­σε, ἀρ­ρώ­στη­σε καί βά­ρυ­νε. Ὅ­λοι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι   πλη­σι­ά­ζει ἡ κο­ί­μη­σή του. Τότε ὁ π. Γρη­γό­ριος εἶ­πε: «Πα­τέ­ρες μου, ὁ γε­ρω–Ἀ­γλά­ϊ­ος Προ­ϊ­στά­με­νος ἦ­ταν·  ἄς τοῦ κά­νου­με ἕ­να εὐ­χέ­λαι­ο».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – ξθ’. Γέροντας πού δαιμονίστηκε – ο’. Ὁ ὑποτακτικός πού δέν ἀνέπαυσε τόν Γέροντά του

Κάποιος Γέροντας φι­λο­ξε­νοῦ­σε στό Κα­λύ­βι του νέ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νο καί ἀ­πό συμ­πό­νι­α προ­σπα­θοῦ­σε νά τόν βο­η­θή­ση. Ὁ Γέροντας νή­στευ­ε πο­λύ καί σχε­δόν δέν κοι­μό­ταν κα­θό­λου. Κάποια μέ­ρα, ἐ­νῶ νου­θε­τοῦ­σε τό νέ­ο, εἶ­δε ξαφ­νι­κά πά­νω στό κε­φά­λι του ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἀ­μέ­σως σκέ­φθη­κε ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί ἔ­πε­σε καί τό προ­σκύ­νη­σε. Τήν ἴ­δια στιγμή ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι εἶ­χε δαι­μο­νι­σθῆ καί ἔ­τρε­ξε σέ γει­το­νι­κό Κελ­λί.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – ξζ’. Ἡ προσευχή σβήνει πυρκαγιά – ξη’. Προσηύχετο ὑπερυψωμένος

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές. Με­τά ἡ φω­τιά προ­χώ­ρη­σε καί στό δά­σος.

O πα­πα–Φι­λό­θε­ος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ὁ πα­λαι­ός, κά­πο­τε θέ­λη­σε μέ εὐ­λο­γί­α τοῦ Γέροντά του νά κά­ψη τά ἀ­πό­κλα­δα γιά νά κα­θα­ρί­ση τόν ἐ­λαι­ῶ­να στήν το­πο­θε­σί­α «Παρ­θέ­νιου». Ὅ­ταν ἄ­να­ψε τήν φω­τιά, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ἴ­σως τοῦ Θε­οῦ, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας δυ­να­τός καί ἄρ­χι­σαν νά πα­ίρ­νουν φω­τιά ἐ­κτός ἀ­πό τά κλα­διά καί οἱ ἐ­λιές.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Το “αθάνατο νερό” – Η υπομονή ιώβεια με χαρά.

Ενας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος γέ­ρον­τας Λαυ­ρι­ώ­της ἦ­ταν  ἄρ­ρω­στος στό κρεβ­βά­τι. Ἡ ἀρ­ρώ­στια του  κρά­τη­σε πο­λύν και­ρό καί τόν πε­ρί­με­ναν νά πε­θά­νη. Κάποια ἡ­μέ­ρα εἶ­πε στόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του νά πά­η νά τοῦ φέ­ρη νε­ρό ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Κρυμ­μέ­νο ἅ­γιο Λε­ί­ψα­νο – Θρῆ­νος Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου γιά ἕ­να λο­γι­σμό!

Γέροντας Ἁ­γι­αν­να­νί­της δι­η­γή­θη­κε: «Πέν­τε–ἕ­ξι  φο­ρές κά­τω­θεν τοῦ Κυ­ρια­κοῦ εἶ­δα ἕ­να φῶς γλυ­κό, ἤ­ρε­μο. Δέν ἔ­κα­να καμ­μί­α ἐ­νέρ­γεια. Με­τά ἀ­πό δύ­ο–τρεῖς ἡ­μέ­ρες, ἐ­νῶ ἦ­ταν νύ­χτα, ἀ­κού­ω φω­νές ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ πού βρί­σκε­ται ἀ­μέ­σως κά­τω ἀ­πό τό Κυ­ρια­κό. Μέ φώ­να­ξαν. 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ἡ Πα­να­γί­α πα­ρη­γο­ρεῖ νέ­ο μο­να­χό – Ἡ Πα­να­γί­α το­ύς ἤ­θε­λε

Πα­λαιά ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοί λα­ϊ­κοί πού ζοῦ­σαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἦ­ταν φτω­χοί, δέν δο­ύ­λευ­αν καί ζοῦ­σαν ἀ­πό τίς εὐ­λο­γί­ες τῶν πα­τέ­ρων. Κάποτε ἡ Κοι­νό­τη­τα ἀ­πε­φά­σι­σε νά το­ύς δι­ώ­ξη ἀ­πό τό Ὄ­ρος. Το­ύς συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους, ἦ­ταν 50 μέ 60. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πα­λαι­ός φω­το­γρά­φος καί το­ύς ἔ­βγα­λε μί­α ἀ­να­μνη­στι­κή φω­το­γρα­φί­α μπρο­στά στό Πρω­τᾶ­το.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ δαί­μο­νες ἐμ­πο­δί­ζουν ἀ­πό τόν κα­νό­να – Ὁ πλα­νε­μέ­νος ἀ­σκη­τής – Ὑ­πο­στο­λή εὐ­ω­δί­ας ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου

Καί οἱ πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ στήν ἀρ­χή, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζαν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἄ­κου­γαν ἔ­ξω φω­νές καί κτύ­πους σάν νά γκρε­μι­ζό­ταν τό σπί­τι γιά ἐκ­φο­βι­σμό. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σαν αὐ­τά καί ἄ­κου­γαν τίς δαι­μο­νι­κές φω­νές στίς 2 με­τά τά με­σά­νυ­χτα. Αὐ­τήν τήν ὥ­ρα ἔρ­χον­ταν γιά νά ἐμ­πο­δί­σουν τούς πα­τέ­ρες ἀ­πό τόν κα­νό­να τους, για­τί τό­τε ξυ­πνοῦ­σαν γιά νά κά­νουν τόν κα­νό­να τους.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. Πόλεμος καί βοήθεια Ἱερομονάχου – Ὁ γερω–Ἰωσήφ διώχνει τόν πειρασμό

Κα­τά θε­ί­α πρό­νοι­α συ­νέ­βη νά ἀ­πο­κτή­ση ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό Λει­ψα­νά­κι τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Σπη­λαι­ώ­του. Μέ εὐ­λά­βεια τό με­τέ­φε­ρε στόν κῆ­πο καί πα­ρα­κά­λε­σε: «Θέ­λω νά μοῦ τό ἀ­πο­δεί­ξης, γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ, ἄν ἔ­χης παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό, δι­ό­τι τό­σο και­ρό βα­σα­νί­ζο­μαι μέ τήν σκιά πού τήν βλέ­πω καί τήν ἀ­κού­ω, καί μέ τόν σει­σμό». Ἀ­πό τό πρῶ­το βρά­δυ ἔ­πα­ψαν ὅ­λα. Ἀ­πό τό­τε βε­βαι­ώ­θη­κε ὁ κη­που­ρός ὅ­τι ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ ἔ­χει παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. «Πά­τερ, ἐ­σύ μ᾿ ἔ­κα­νες Χρι­στια­νό» – Ἡ ὑ­πα­κο­ή ὑ­πέρ τή νη­στεί­αν – Ὁ πα­ρή­κο­ος φο­βᾶ­ται

Μή μπο­ρών­τας νά τόν ἀν­τέ­ξη, ἔ­ψα­ξε, βρῆ­κε τά σπίρ­τα καί ἄ­να­ψε φῶς. Τό­τε ἔκ­πλη­κτος δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι ὁ θό­ρυ­βος, πού τό­σο τόν τρό­μα­ξε, ὠ­φει­λό­ταν στά πον­τί­κια πού ἦρ­θαν νά φᾶν τό πί­του­ρο πού εἶ­χε βά­λει μέ­σα στό κου­τί μέ τά ἐρ­γα­λεῖ­α τῆς ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς. «Τα­λαί­πω­ρε», σκέ­φθη­κε, «ἐ­δῶ σέ τρό­μα­ξαν με­ρι­κά πον­τί­κια, ποῦ νά ἔρ­θουν καί οἱ δαί­μο­νες;».

ΚΔ΄. Γερω–Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης

Ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὁ π. Γε­ώρ­γιος τό ἑ­ξῆς: «Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος, δυ­ό–τρεῖς φο­ρές κα­θυ­στέ­ρη­σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Εἶ­πα· “­ἄς τε­λει­ώ­ση τό Με­σο­νυ­κτι­κό, εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος”. Εἶ­δα τό­τε τόν ἅ­γιο Παῦ­λο στόν ὕ­πνο μου μέ τό μπα­στού­νι νά μοῦ λέ­γη: “Σή­κω καί κα­τέ­βα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, δι­ό­τι θά σπά­σω τό μπα­στού­νι στήν πλά­τη σου. Ἀλ­λοί­μο­νό σου­”».

Όσιος Παΐσιος

Επανέκδοση βιβλίου της Ενωμένης Ρωμηοσύνης από τη σειρά Ορθόδοξο Βίωμα. Στο επανεκδοθέν βιβλίο της Ενωμένης Ρωμηοσύνης περιλαμβάνονται κείμενα δημοσιευμένα στο 20ό […]

Οι Άγιοι του αιώνος μας Α’ – Εκδοτικό Σημείωμα Περιοδικού Ε.ΡΩ. Τεύχος 42

Στήν πρόσκληση αὐτή τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίθηκαν ἄνθρωποι σέ ὅλες τίς ἐποχές. Δέν γεννήθηκαν ἅγιοι. Ἔγιναν ἅγιοι. Ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι γνώρισμα μιᾶς ἐποχῆς ἤ ἑνός τόπου, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ ἀσκητές τῆς ἐρήμου τοῦ 4ου αἰ. στήν Αἴγυπτο. Ὁ Θεός σέ κάθε ἐποχή καί τόπο ἀνέδειξε Ἁγίους Του. Ὡς στοργικός Πατέρας οὐδέποτε ἐγκατέλειψε τόν ἄνθρωπο, ἀλλά πάντοτε παραμένει δίπλα του.

ΚΕ΄. Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης

Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι στο­ύς ἁ­γί­ους Πάν­τες, εἶ­δε τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι σέ μία τοι­χο­γρα­φί­α στήν Λι­τή τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Λαύ­ρας, μέ ξί­φος καί μαν­δύ­α. «Βά­δι­ζε», δι­η­γεῖ­το, «καί ἡ οὐ­ρά τοῦ μαν­δύ­α ἄ­νοι­γε–κλοῦ­σε». Τό ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Γέ­ρον­τά του καί ἐ­κεῖ­νος σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός!».

ΙΘ΄. Γερω–Θεοδόσιος Ἁγιοπαυλίτης

Με­τά ἀ­πό με­ρι­κές μέ­ρες εἶ­χαν συ­νάν­τη­ση μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν πνευ­μα­τι­στῶν καί πῆ­γε καί αὐ­τός. Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο ὅ­μως δέν εἶ­χαν καμ­μί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό τά πνε­ύ­μα­τα. Ἐ­πι­κλή­σεις, ἐ­πι­κλή­σεις… τί­πο­τα! Τότε ἀ­κο­ύ­στη­κε φω­νή νά λέ­η: «Ἄν δέν ἀλ­λά­ξη τήν ἀ­πό­φα­ση πού ἔ­βα­λε στό νοῦ του ὁ Θε­ό­δω­ρος, δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με τί­πο­τα!».

Κ΄. Ἡγούμενος Εὐδόκιμος Ξενοφωντινός

Ἐ­νῶ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος, κά­ποι­ος τοῦ ἔ­δει­ξε σάν σέ πί­να­κα ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Τοῦ εἶ­πε μία φω­νή: –Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου δέν ἔ­χουν κα­θα­ρι­σθῆ τε­λεί­ως. Ρώ­τη­σε ὁ προ­η­γού­με­νος: –Καί πῶς θά δι­α­γρα­φοῦν; Τότε πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:
–Μέ τήν εὐ­χή. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά λέ­η τήν εὐ­χή ἀ­βί­α­στα μέ­σα του.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ – Προγαμιαίες Σχέσεις

Ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ποὺ εἴμαστε, βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τῆς Παναγίας Τριάδος, γνωρίζουμε πὼς ὁ Χριστὸς μᾶς ἐδίδαξε ἕνα νέο ἠθικὸ κώδικα. Στὸν κώδικα αὐτὸ περιέχονται βασικὲς ἠθικὲς ἀρχὲς τῶν ὁποίων ἡ ἄγνοια δὲν δικαιολογεῖται. Οἱ ἄνθρωποι βιώνουν καθημερινὰ πολλὲς συγκρούσεις μέσα τους σὲ θέματα ζωτικῆς σημασίας.

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος (Γ΄ έκδοση)

Στήν ἄνικμη πνευματικά ἐποχή μας ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δέν μᾶς ἐγκατέλειψε. Ἀνέδειξε θεοφόρους Γέροντες, γιά νά βοηθήσουν τόν λαό μέ τά ἐξαιρετικά χαρίσματά τους. Ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι καί ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου ∆αυΐδ στήν Εὔβοια. Πασίγνωστος σήμερα, ὄχι μόνο στήν Ἑλλάδα ἀλλά καί σ᾽ όλον τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Ἤδη πρίν ἀπό τήν κοίμησή του εἶχε λάβει θέση Ἁγίου στήν συνείδηση τοῦ λαοῦ.

Ἀνατομία Οἰκογενειακῶν Θεμάτων – Σύγχρονα Προβλήματα τῶν Νέων: Ἡδονή καὶ Ὀδύνῃ

Λόγῳ ἐπαγγέλματος συγχρωτίζομαι καθημερινὰ μὲ νέους. Ἡ ἐπικοινωνία καὶ ἡ κοινωνία μὲ τὰ ἑλληνόπουλα τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς μοῦ δημιουργεῖ ἀμφίθυμα συναισθήματα: χαρᾶς καὶ λύπης. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξηγήσω τὸ ὀξύμωρο σκιαγραφῶντας τὴ στάση ζωῆς ποὺ υἱοθετοῦν οἱ ἑλληνόπαιδες. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι δὲν θὰ ἀναφερθῶ στὶς ἐξαιρέσεις· ἂν διολισθήσω σὲ γενικεύσεις ἂς μοῦ τὸ συγχωρήσει ὁ ἀναγνώστης.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Η ΠΡΩΤΗ ΠΗΓΗ ΑΞΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Εἶναι, νομίζω, σκόπιμο νὰ μπῶ στὸ θέμα μου μὲ μιὰ μικρὴ ἐπεξήγηση σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιλογὴ τῶν δύο λέξεων ποὺ συνυπάρχουν στὸν τίτλο του: «Πηγή» καὶ «Ἀξίες». Ἐννοῶ, γιατὶ πηγὴ καὶ ὄχι κάτι ἄλλο, ὅπως γιὰ παράδειγμα σχολεῖο ἢ σύστημα ἀγωγῆς καὶ γιατὶ ἀξίες καὶ ὄχι κανόνες ἢ συνήθειες;

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἐ­κεῖ πού ψέλ­να­με καί ἤ­μουν στά δε­ξιά τοῦ πρω­το­ψάλ­τη, πε­τά­γε­ται ἕ­να δαι­μό­νιο μέ μορ­φή σκε­λε­τοῦ προ­βάλ­λον­τας τό χέ­ρι του μέ κά­τι νύ­χια με­γά­λα νά μέ καρ­φώ­ση. Τρα­βή­χτη­κα πί­σω καί ξέ­φυ­γα. Τό­τε μοῦ εἶ­πε, κά­νον­τας συγ­χρό­νως μία ἄσχη­μη χει­ρο­νο­μί­α…..

Εὐ­λά­βεια καί πό­θος Θε­ο­μη­το­ρι­κός

Κά­πο­τε πού εἶ­χαν γί­νει κλο­πές σέ Κελ­λιά τῆς πε­ρι­ο­χῆς, τόν ρώ­τη­σαν   πῶς δέν φο­βᾶ­ται νά μήν τόν κλέ­ψουν∙ ἀ­πήν­τη­σε: «Ἐ­γώ ἦρ­θα νά φυ­λά­ξω τήν Πα­να­γί­α ἤ ἡ Πα­να­γί­α ἐ­μέ­να;» καί πράγ­μα­τι, παρ᾿ ὅ­τι ἦ­ταν νύ­χτα–μέ­ρα ἀ­νοι­χτό τό Κελ­λί του, δέν χά­θη­κε τί­πο­τε.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Οἱ πα­τέ­ρες ὅ­μως πί­σω ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά δι­έ­κρι­ναν τήν πρό­νοι­α τῆς θαυ­μα­τουρ­γῆς Πορ­τα­ΐτισ­σας, πού σ᾿ ὅ­λο τό Ὄ­ρος, καί πιό πο­λύ σ᾿ αὐ­τό τό Μο­να­στή­ρι, εἶ­ναι τό­σο αἰ­σθη­τή μέ­χρι σή­με­ρα μέ τά συ­νε­χῆ θαύ­μα­τα τῆς εἰ­κό­νος καί τήν κίνηση τῆς καν­δή­λας. Καί βε­βαι­ώ­θη­καν γιά μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά ὅ­τι ἡ Πα­να­γί­α ἐ­πι­θυ­μεῖ νά μή στα­μα­τᾶ ἡ εὐ­λο­γί­α καί ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι της, καί ὅτι αὐ­τή ἔ­χει τόν τρό­πο νά οἰ­κο­νο­μῆ τά ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

«Ἀ­πό νέ­ος μο­να­χός βί­α­ζα τόν ἑ­αυ­τό μου καί δέν κα­θό­μουν πο­τέ στό στα­σί­δι. Αἰ­σθα­νό­μουν τό σῶ­μα μου σάν νε­κρό. Οὔ­τε νύ­στα­ζα οὔ­τε πει­νοῦ­σα οὔ­τε δι­ψοῦ­σα. Δέν ἔβγαι­να πο­τέ ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ­χρι νά τε­λει­ώ­ση ἡ ἀ­κο­λου­θί­α. Ὁ δι­ά­βο­λος ὅ­μως, πού θέ­λει οἱ κα­λό­γε­ροι νά βγα­ί­νουν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, μέ φθό­νη­σε. Κάποτε πού ἤ­μουν στήν ἀ­κο­λου­θί­α ὄρ­θιος στό στα­σί­δι καί προ­σευ­χό­μουν μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι, ἦρ­θε καί…

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Μέχρις ὅ­μως νά ᾿ρθῆ ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἔ­πε­σε ὁ μο­να­χός σέ κῶ­μα. Εἶ­πε ὁ Πνευ­μα­τι­κός νά βγοῦν οἱ ἄλ­λοι ἔ­ξω. Ἀ­κο­ύμ­πη­σε τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α στό τρα­πέ­ζι, γο­νά­τι­σε καί ἔ­κα­νε δυ­να­τή προ­σευ­χή: «Πα­να­γί­α μου», εἶ­πε, «μία στιγ­μο­ύ­λα νά συ­νέλ­θη νά τόν κοι­νω­νή­σω καί με­τά ἄς φύ­γη».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Στοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου πα­λαι­ό­τε­ρα ἦ­ταν ἕ­νας μο­να­χός ἀ­γω­νι­στής. Εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ μάγ­κι­πα, ἔ­κα­νε καί τά πρό­σφο­ρα. Ἦ­ταν πο­λύ πρό­θυ­μος στά δι­α­κο­νή­μα­τα καί συμ­βού­λευ­ε νε­ώ­τε­ρο: «Ὅ,τι  κά­νεις ἐ­δῶ μέ­σα, ἔ­χεις μι­σθό ἀ­πό τόν Πρό­δρο­μο». Ἐ­πί­σης ἔ­κα­νε καί με­γά­λο ἀ­γῶ­να. Ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι κά­νει χί­λι­ες με­τά­νοι­ες∙ ὅμως δέν τόν τα­πεί­νω­σε ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἀλ­λά τοῦ εἶ­πε: «Τό­σες πολ­λές!», καί ἔ­τσι δέ­χτη­κε τόν ἔ­παι­νο καί ἔ­πε­σε σέ ὑ­πε­ρη­φά­νεια.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟΣ Α’- Διάβαζε καί ἐφάρμοζε τό Εὐαγγέλιο

Ὅ­ταν ἡ Βα­σι­λι­κή ἦ­ταν νέ­α, τήν ἡ­μέ­ρα τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων «εἶ­δε τούς οὐ­ρα­νούς ἀ­νε­ωγ­μέ­νους» καί τούς Ἀγ­γέ­λους τοῦ Θε­οῦ νά ψάλ­λουν. Γι᾽ αὐ­τό ἔ­λε­γε: «Αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα μή φεύ­γης ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­στω καί ἂν καί­γε­ται τό σπί­τι σου, για­τί ἀ­νοί­γουν οἱ οὐ­ρα­νοί».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟΣ Α’- «Λύτρον ψυχῆς ἀνδρός ὁ ἴδιος πλοῦτος»

Ὁ μπαρ­μπα–Χρῆ­στος ἀ­να­δεί­χθη­κε κα­λός οἰ­κο­νό­μος. Ἀ­πέ­δει­ξε ἔμπρα­κτα ὅ­τι «ἀ­γα­θός ὁ πλοῦ­τος, ᾧ οὐκ ἔ­στιν ἁ­μαρ­τί­α»[1]. Δά­νει­ζε σέ ὅ­λους τούς χω­ρι­κούς ἄ­το­κα χρή­μα­τα γι­ά με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα. Ἔρ­χονταν νά δα­νει­σθοῦν, πάντα χω­ρίς τό­κο, καί ἀ­πό τά γύ­ρω χω­ριά, ἀ­πό πολ­λά μέ­ρη τῆς Θεσ­σα­λί­ας ἀ­κό­μη καί ἀ­πό τήν Ἤ­πει­ρο.

Η’. Γερω–Μιχαήλ Καυσοκαλυβίτης

Ὁ π. Μι­χα­ήλ ἦ­ταν κα­λός ὑ­πο­τα­κτι­κός καί ἀ­γω­νι­στής. Συν­δέ­θη­κε μέ ἀ­γά­πη ἀ­δελ­φι­κή μέ τόν τό­τε μο­νά­ζον­τα στά Καυ­σο­κα­λύ­βια γε­ρω–Πορ­φύ­ριο. Ἀ­γω­νί­ζον­ταν μα­ζί ἀ­πό νέοι μοναχοί. Δέν ἦ­ταν ἁ­πλή συμ­πά­θεια ἡ φι­λί­α τους. Μέ τό χά­ρι­σμά του ὁ γε­ρω–Πορ­φύ­ριος ἔ­βλε­πε ἐμ­φα­νῶς τήν χά­ρι πού εἶ­χε ὁ π. Μιχαήλ. Γι᾿ αὐ­τό καί πρίν ­κοι­μη­θῆ εἶ­πε νά τόν θά­ψουν στόν τά­φο τοῦ π. Μι­χα­ήλ, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε.

Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – γ΄. «Ἑλέναμπα» ἡ προορατική

Κα­τά τήν ἐ­πο­χή τοῦ συμ­μο­ρι­το­πο­λέ­μου οἱ ἀντάρ­τες (Κομ­μου­νι­στές) ἦρ­θαν κατ᾿ ἐ­πα­νά­λη­ψη νά κά­ψουν τό χω­ριό, ἀλ­λά μό­λις ἔμ­παι­ναν στό χω­ριό ἄλ­λα­ζαν δι­ά­θε­ση, ἔ­παιρ­ναν τρό­φι­μα καί φεύ­γοντας ἔ­λε­γαν: «Κά­ποι­ος ἅ­γιος σᾶς φυ­λά­ει, δι­ό­τι ἤρ­θα­με νά κά­ψου­με τό χω­ριό καί μό­λις μπή­κα­με, ἄλ­λα­ξε ἡ δι­ά­θε­σή μας»

Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – Ἀποκάλυψη κρυμμένης εἰκόνας

“Νά πᾶς στόν πέ­μπτο ὅρ­μο[1]. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι πα­ρα­χω­μέ­νη (θαμ­μέ­νη) ἡ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Θά βρεῖς μί­α μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα ἄ­σπρη. Θά σέ ὁ­δη­γή­σω ἐ­γώ ἀ­πό ποῦ θά πᾶς. Νά πά­ρης τήν εἰ­κό­να”. Μοῦ ἔ­δει­ξε τήν το­πο­θε­σί­α καί τήν πλά­κα. Ἀλ­λά πῶς νά πά­ω ἐ­κεῖ;

Σελίδες