ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ. Ἀπεγνωσμένος

Σὲ ἔγκριτο περιοδικὸ διαβάσαμε τὴ φράση «ὁ ἀπεγνωσμένος ἑλληνικὸς λαός». Τὸ ἐπίθετο ἀπεγνωσμένος ἀναφέρεται σὲ ἐνέργεια ποὺ γίνεται συνήθως χωρίς ἐλπίδα ἐπιτυχίας, ἀπὸ κάποιον ποὺ βρίσκεται σὲ ἀπόγνωση

Ταξιδιάρες λέξεις. Γκλάμουρ

Ἡ κακόηχη λέξη γκλάμουρ ἔχει πιὰ μπεῖ στὴ ζωή μας. Ἡ δυτικότροπη ζωή μας ἄφησε τὰ σημάδια της στὴ γλῶσσα. Γκλάμουρ εἶναι ἡ αἴγλη ποὺ ἐκπέμπει ἕνα πρόσωπο ἀπὸ τὴν ἐξωτερική του ἐμφάνιση: χολιγουντιανό γκλάμουρ, τὸ γκλάμουρ τῆς πρωταγωνίστριας.

Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παρακαταθήκη. Ἀβρόχοις ποσὶν

Ὡς γνωστὸν οἱ Ἑβραῖοι μὲ τὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση πέρασαν τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα «ἀβρόχοις ποσὶν» χωρὶς νὰ βρέξουν τὰ πόδια τους. Ἡ φράση λέγεται ὅταν ὁλοκληρώσουμε ἕνα δύσκολο ἔργο χωρὶς νὰ κοπιάσουμε. Πῆρε τὸ πτυχίο του ἀβρόχοις ποσίν.

Ποιοτικὰ ἑλληνικά. Κάνω

Ἡ κατάχρηση τοῦ ἀπολεξικοποιημένου ρήματος κάνω ἔχει καταντήσει ἐνοχλητική. Ἀκοῦμε ἔκανε τὴ δημοπρασία (ἀντὶ διενήργησε), ἔκανε τὴν ἀγοραπωλησία (ἀντὶ πραγματοποίησε), κάνει ὡραῖο λάδι (ἀντὶ παράγει), κάνει ἀκριβὰ δῶρα (ἀντὶ προσφέρει), πόσο κάνει τὸ δαχτυλίδι (ἀντὶ κοστίζει) …

Ποιοτικά ἑλληνικά. Διοίκηση

Διοίκηση εἶναι ἡ ρύθμιση καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας ἑνὸς ὀργανισμοῦ. Ἡ διοίκηση μπορεῖ νὰ εἶναι σώφρων, συνετή, χρηστή, στιβαρή, φατριαστική, χαλαρή. Συνώνυμα εἶναι τὸ πηδάλιο (ἀνέλαβε τὸ πηδάλιο τῆς ἑταιρείας/τῆς ὁμάδας), τὰ ἡνία (τὰ ἡνία τῆς ὁμάδας ἀνέλαβε ὁ διάσημος τεχνικός), ἡ διακυβέρνηση, ἡ διαχείρηση.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων. Λωποδύτης

Λωποδύτης· στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἦταν αὐτὸς ποὺ γλιστράει στὰ ροῦχα κάποιου ἄλλου, αὐτὸς ποὺ κλέβει τὰ ροῦχα τῶν λουομένων. Ὅταν οἱ ταξιδιῶτες ἤθελαν νὰ πλυθοῦν σὲ ἕνα ποτάμι, ἄφηναν τὰ ροῦχα τους στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ.

Τιμαλφεῖς λέξεις. Ἀδόκητος

Πῶς θὰ ἀντέξη τὸν ἀδόκητο χαμὸ τῆς συζύγου του; ἀντιμετώπισε μὲ σθένος τὴν ἀδόκητη συμφορά. Ἡ λέξη εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὸ στερητικὸ α καὶ τὸ ρῆμα δοκῶ «προσδοκῶ, νομίζω, θεωρῶ».

Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ. Ἄγω

Τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ρῆμα ἄγω χρησιμοποιεῖται στὰ νέα ἑλληνικὰ καὶ ὡς ἁπλὸ καὶ ὡς σύνθετο. Ὡς ἁπλὸ διατηρεῖ τὴν ἀρχαία σημασία του «ὁδηγῶ, φέρνω»: ἡ κυβέρνηση ἄγεται σὲ συμβιβασμό. Κυρίως ὅμως χρησιμοποιεῖται ὡς σύνθετο …

Γλωσσικοί μῦθοι

Ἔχετε πιθανὸν ἀκούσει ἢ διαβάσει ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα γιὰ μιὰ ψῆφο δὲν ἔγινε ἡ γλῶσσα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς. Σύμφωνα μὲ τοὺς ἐπινοητὲς αὐτοῦ τοῦ μύθου στὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 18ου αἰῶνα διεξήχθη ψηφοφορία στὶς Η.Π.Α. μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφασίσουν οἱ πολῖτες …

Delirium Graecum: Church – Ὁ φιλίστωρ: Ἀλφάβητο

Ἡ ἀγγλικὴ λέξη church ἐμφανίζεται στὴν Ἀγγλικὴ λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 900 μ.Χ. Ἔχει γερμανικὴ προέλευση (Κirche). Οἱ Ἄγγλοι τὸ γερμανικὸ k τὸ πρόφεραν ch. Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ τοῦ  Wahrig τὸ οὐσιαστικὸ Kirche εἶναι τὸ ἑλληνικὸ κυριακὸν (δῶμα), δηλαδὴ ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου.

Ὁμιλεῖτε ἑλληνικά: Τηλεμαχία – Ἀπό τή σοφία τῶν γνωμικῶν: Τυφλοῦται γάρ περί τό φιλούμενον ὁ φιλῶν

Ἐπειδὴ ὁ διάλογος μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν κατήντησε ντιμπέιτ (ποὺ ἀνάγεται στὸ λατικὸ ρῆμα battuere «χτυπῶ») ἂς κρατήσουμε τουλάχιστον τὴν τηλεμαχία μὲ τὴν ἐλπίδα οἱ διαπληκτισμοὶ τῶν κομματανθρώπων θὰ γίνη κάποτε μάχη ἐπιχειρημάτων πολιτικῶν ἐπ’ἀγαθῷ τῆς πολιτικῆς.

Ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γλωσσική παρακαταθήκη. Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται

Ἡ ψαλμικὴ φράση (Ψαλμοί, 41,8) δηλώνει τὶς θλίψεις ποὺ πλημμυρίζουν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου· ἡ μία θλίψη μοῦ φέρει τὴν ἄλλη. Τὸ πλῆρες χωρίο εἶναι «ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται εἰς φωνὴν τῶν καταρρακτῶν σου, πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον»· ὁ ψαλμωδὸς χρησιμοποιεῖ τὴ μεγαλοπρεπῆ αὐτὴ εἰκόνα γιὰ νὰ παραστήση τὴ θλίψη του.

Ἀνακαλύπτω τίς ρίζες τῶν λέξεων. Ὡραῖος

Σχηματίζεται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ ὥρα καὶ τὸ παραγωγικὸ τέρμα -ιος. Ὡραῖος ἦταν αὐτὸς ποὺ συναίβαινε τὴν κατάλληλη ὥρα ἢ ἐποχή. Στὰ ἀρχαῖα κείμενα γίνεται γίνεται λόγος γιὰ ὡραίους καρπούς, ὡραῖον γάμον, ἀκόμα καὶ γιὰ ὡραῖον θάνατον.

Τιμαλφεῖς λέξεις. Ἠγερία καί ἠγερία

Τὸ ὄνομα Ἠγερία χρησιμοποιεῖται σήμερα γιὰ νὰ  δηλώση τὴ γυναίκα ποὺ ἀσκεῖ ἐπιρροὴ καὶ ἐμπνέει τοὺς δημόσιους ἄνδρες. Π.χ. Γιὰ τοὺς φίλους τοῦ Περικλῆ ἡ Ἀσπασία ἦταν ἡ συμπαραστράτια του, ἡ ἠγερία του στὶς μεγάλες ἐμπνεύσεις καὶ ἡ δασκάλα του στὴ ρητορική.

Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ. Ἀποφασίζω

Συχνὰ ἀκοῦμε φράσεις ὅπως «Ἡ κυβέρνηση ἀποφάσισε ὅτι θὰ μειώσει τοὺς μισθούς» ἢ «Ἀποφάσισα ὅτι δὲν θὰ τοῦ ξαναμιλήσω». Πρόκειται γιὰ ἐσφαλμένη σύνταξη τοῦ βουλητικοῦ ρήματος ἀποφασίζω. Τὰ βουλητικὰ ρήματα (ὅπως θέλω, ἐπιθυμῶ, παρακαλῶ) συντάσσονται μὲ βουλητικὴ πρόταση.

Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ. Ἀναδοχή και υἱοθεσία

Μὲ ἀφορμὴ τὸ νομοσχέδιο ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἀναδοχὴ τέκνων ἀπὸ ὁμόφυλα ζευγάρια δημιουργήθηκε σύγχυση μεταξὺ τῶν ὅρων ἀναδοχὴ καὶ υἱοθεσία. Ἡ λέξη ἀναδοχὴ εἶναι οἰκεία στοὺς περισσότερους Ἕλληνες …

Παρετυμολογίες

Παρετυμολογία εἶναι ἡ ἐσφαλμένη ἐτυμολογία μιᾶς λέξεως. Ἐπειδὴ ἡ ἐτυμολογία τῶν λέξεων εἶναι δέλεαρ γιὰ τοὺς ὁμιλητές, συχνὰ ἐτυμολογοῦν τὶς λέξεις σύμφωνα μὲ τὶς προσωπικές τους ἀντιλήψεις. Ἡ πιὸ «διάσημη» παρετυμολία εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξεως ἄνθρωπος …

Delirium Graecum

Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ μέσῳ κυρίως τῆς Λατινικῆς προσέφερε ἑκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, ρίζες λέξεων, προθήματα καὶ ἐπιθήματα σὲ ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμα καὶ τὸ ἀλφάβητο τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν εἶναι ἑλληνικό.

Ὁμιλεῖτε Ἑλληνικά: Διαδίκτυο – Ἀπό τή σοφία τῶν γνωμικῶν: Νόει καί τότε πράττε

Ἀντὶ γιὰ τὴ λέξη ἴντερνετ εἶναι προτιμότερο νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ λέξη διαδίκτυο ποὺ σχηματίζει παράγωγα διαδικτυώνομαι, διαδικτυακός, διαδικτυακά. Παραδείγματα χρήσης: πλοηγοῦμαι (ὄχι σερφάρω) στὸ διαδίκτυο, συνδέομαι στὸ διαδίκτυο, πάροχος τοῦ διαδικτύου.

Ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γλωσσική παρακαταθήκη. Ἐπιστήθιος φίλος

Ἐπιστήθιος φίλος εἶναι ὁ ἐγκάρδιος, ὁ ἀκριβός, ὁ στενός, ὁ ἀγαπημένος φίλος: Ὁ Ὑπουργὸς Παιδείας εἶναι ἐπιστήθιος φίλος τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἡ φράση προέρχεται ἀπὸ τὴ γνωστὴ σκηνὴ τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου (13, 25):  «ἀναπεσὼν δὲ ἐκεῖνος ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ Ἰησοῦ λέγει αὐτῷ».

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων. Βοήθεια

Τὸ οὐσιαστικὸ βοήθεια προέρχεται ἀπὸ τὴ φράση «έπὶ βοήν θέω «τρέχω», ἑπομένως τρέχω νὰ ἀνταποκριθῶ στὴ βοὴ τοῦ ἄλλου. Τὸ ὁμηρικὸ ρῆμα θέω σημαίνει «τρέχω»: περὶ ψυχῆς θέον Ἕκτορος (ἔτρεχαν γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἕκτορα).

Τιμαλφεῖς λέξεις. Ἐπίνοια καί ἐπίπνοια

Ἐπίνοια εἶναι ἡ ἐπινοητικότητα, ὁτιδήποτε κοινούργιο καὶ πρωτότυπο συλλαμβάνει ὁ νοῦς, εἶναι ἐπίσης ἡ ἱκανότητα νὰ ἐπινοῆ κανεὶς νέα καὶ πρωτότυπα πράγματα. Δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὴν ἐπίπνοια. Ἐπίπνοια εἶναι ἡ «θεία ἔμπνευση».

Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ. Ἀπαυδάω-ὤ

Τὸ ρῆμα ἀπαυδάω-ῶ (ἀπό + αὐδή «ὁμιλία»), ποὺ σημαίνει «δὲν μπορῶ νὰ μιλήσω», «δὲν ἀντέχω ἄλλο», ἐκφέρεται λανθασμένα στὸν παρακείμενο «ἔχω ἀπηυδήσει», ἀντὶ «ἔχω ἀπαυδήσει» ποὺ εἶναι ὁ ὀρθὸς τύπος.

Σελίδες