Τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη, ποὺ θὲ νὰ σβῆ τὸ φῶς μου, ἕνας θὰ εἶν’ ἐμένανε ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου. Δὲ θὰ εἶναι οἱ κούφιοι λογισμοί, οἱ ἀδικίες τοῦ κόσμου, θὰ εἶναι πῶς δὲ δυνήθηκα μ’ ἐσὲ νὰ ζήσω πλάση πράσινη, ἀπάνου στὰ βουνά, στὰ πέλαγα, στὰ δάση.
Ἀγαπᾶτε τά δάση
