Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ»

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἐλευθερώνει αἰχμάλωτο

Τόν πα­τέ­ρα μου, πρίν προ­λά­βη νά φύ­γη γι­ά τήν Ἑλ­λά­δα, τόν ἔ­πια­σαν ὡς ἀντάρ­τη καί τόν ἔ­κλει­σαν στό κρα­τη­τή­ριο ὁ­λο­μό­να­χο. Οἱ στιγ­μές πού περ­νοῦ­σε ἦ­ταν γε­μᾶ­τες φό­βο καί ἀ­γω­νί­α. Ξαφ­νι­κά ἔ­λαμ­ψε κά­τι σάν ἀ­στρα­πή καί ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας θό­ρυ­βος. Μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἄ­κου­σε κά­ποι­ο ψί­θυ­ρο:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τήρηση ἀργίας

Οἱ χρι­στια­νοί πα­λαι­ό­τε­ρα σέ­βο­νταν πο­λύ τήν ἀρ­γί­α, τήν τη­ροῦ­σαν μέ φό­βο Θε­οῦ, δέν ἦ­ταν μί­α ἁ­πλῆ τυ­πι­κή πρά­ξη. Ἡ τή­ρη­σή της ἦ­ταν πρό­ξε­νος εὐ­λο­γί­ας καί ἡ πα­ρά­βα­ση ἐ­πέ­φε­ρε δο­κι­μα­σί­ες καί ὄ­λε­θρο.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – η΄. Σωτήριος Βακουφτσῆς

Κα­τά­λα­βε τήν ση­μα­σί­α τοῦ ὀ­νεί­ρου καί πῆ­γε τή νύ­χτα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, πού εἶ­ναι δί­πλα στήν πλα­τεῖ­α. Στά­θη­κε στό στα­σί­δι, προ­σευ­χή­θη­κε γι­ά λί­γο καί εἶ­πε στήν γυ­ναῖ­κα του: «Πᾶ­με νά φύ­γου­με, τό παι­δί θά γί­νη κα­λά». Καί ὄντως ἐνῶ πή­γαι­ναν γιά τό σπί­τι, τό ἄ­φη­σε ὁ πυ­ρε­τός.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἡ Παναγία ἔδιωξε τήν θανατηφόρο γρίππη

Δι­η­γή­θη­κε ἡ Με­σο­λογ­γί­τισ­σα Γε­ωρ­γί­α Μω­ρα­ΐ­του: «Τό ἔ­τος 1918 ἔ­πε­σε θα­να­τη­φό­ρα γρίπ­πη στό Με­σο­λόγ­γι. Παρ᾽ ὅ­λες τίς φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες τῶν για­τρῶν, ὁ ἕ­νας με­τά τόν ἄλ­λον κολ­λοῦ­σαν γρίπ­πη καί με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες πέ­θαι­ναν ἐ­ξαντλη­μέ­νοι.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – β΄. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ νέος ἐλεήμων

Μιά νύ­χτα φαί­νε­ται στόν ὕ­πνο τῆς μη­τέ­ρας τοῦ τρελ­λοῦ παι­διοῦ ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης λέ­γο­ντάς της νά μήν κλαί­η για­τί τό παι­δί της θά γί­νει κα­λά. Νά τοῦ δώ­ση νά­ πι­ῆ νε­ρό στό ὁ­ποῖ­ο νά βά­λη μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­μα τοῦ τά­φου του, καί νά κά­ψη ἕ­να κομ­μα­τά­κι ἀ­πό τό φε­λώ­νι νά τό θυ­μιά­ση. Ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε ὁ ἅ­γιος καί τό παι­δί της ἔ­γι­νε κα­λά.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ι΄. Βαΐα Γεωργιαννάκη–Κωστούλα

Ζώντας ἔ­τσι κα­θη­με­ρι­νά μέ­σα σ᾽ αὐ­τόν τόν πό­νο, βλέ­πει στόν ὕ­πνο της μιά γυ­ναῖ­κα ἡ ὁ­ποί­α τῆς εἶ­πε: «Νά πά­ρης τό παι­δί σου καί κα­θα­ρά ροῦ­χα καί νά ἔρ­θης στό σπί­τι μου. Ἐ­κεῖ θά κα­τέ­βεις πολ­λά σκα­λο­πά­τια στό ἁ­γί­α­σμα, θά πλύ­νεις τό παι­δί, θά τό ἀλ­λά­ξεις, θά πά­ρεις πα­πᾶ νά λει­τουρ­γή­ση καί τό παι­δί θά γί­νει κα­λά».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ζ΄. Κωνσταντῖνος Σωτηρίου

Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του, εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τό κρε­μα­στό καν­τή­λι στό δω­μά­τιο νά κινῆται συ­νε­χῶς ἀ­πό μό­νο του. Ξύ­πνη­σε καί τήν γυ­ναῖ­κα του, ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή καί τό παι­δί τους σώ­θη­κε· ὄντως, ὅ­πως ἔ­μα­θαν ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα βρι­σκό­ταν σέ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμή στίς ἑορτές

Ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ κελ­λα­ριοῦ καί μπῆ­κε μέ­σα ὁ ἅγιος Βα­σί­λει­ος, ψη­λός, φο­ρώ­ντας ἄσ­πρα ἄμ­φια, καί τῆς εἶ­πε: “Τέ­τοι­α μέ­ρα βρῆ­κες;” καί τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι. Τά ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα τῶν δα­κτύ­λων πα­ρέ­μει­ναν στό μά­γου­λό της σ᾿ ὅ­λη τήν ζω­ή της.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιγ΄. Σοφία Σαμαρᾶ

Καί μέ τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας τό παι­δί περ­πά­τη­σε καί ἄ­φη­σε γι­ά πάν­τα ἐ­κεῖ τίς πα­τε­ρί­τσες. Φεύ­γον­τας εὐ­χα­ρί­στη­σαν οἱ γο­νεῖς καί ἄ­φη­σαν χρή­μα­τα. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν πού ἐ­ξα­γρι­ώ­θη­κε ἡ για­γιά καί εἶ­πε: “Για­τί τό χα­λᾶ­τε τώ­ρα; Για­τί χα­λᾶ­τε τήν εὐ­λο­γί­α πού πή­ρα­τε; Δέν θέ­λω τί­πο­τε.Νά πᾶ­τε στήν εὐχή τῆς Πα­να­γί­ας. Πά­ρε τόν σα­τα­νᾶ (χρή­μα­τα) ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι, θά μοῦ λε­ρώ­σει τήν εὐ­λο­γί­α. Για­τί ἡ εὐ­λο­γί­α δέν πλη­ρώ­νε­ται. Ἐ­μέ­να ὁ Θε­ός μοῦ τό ἔ­δω­σε δω­ρε­άν καί πῶς τώ­ρα νά πά­ρω λε­φτά;”

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – θ΄. Νικόλαος Σαββούδης

Ὅ­λα αὐ­τά τά βι­βλί­α τά με­λε­τοῦ­σε ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας καί φαί­νε­ται πώς προ­σπα­θοῦ­σε νά βά­λη σέ ἐ­φαρ­μο­γή τήν πα­τε­ρι­κή δι­δα­σκα­λί­α γι᾿ αὐ­τό ἐ­κτός ἀ­πό τήν σι­ω­πή ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νος καί μέ ἄλ­λες ἀ­ρε­τές. Πο­τέ δέν ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τούς ἄλ­λους. Ἄν καί τόν πε­ρι­έ­παι­ζαν οἱ συγ­χω­ρια­νοί του, αὐ­τός τούς ἀντι­με­τώ­πι­ζε μέ τήν σι­ω­πή του καί μ᾿ ἕ­να ἐ­λα­φρό μει­δί­α­μα.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ς΄. Παπα–Γιάννης ὁ ἐξορκιστής

Αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι ἡ προ­σευ­χή του εἰ­σα­κού­ε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό καί γι᾿ αὐ­τό γί­νονται θαύ­μα­τα. Ἔ­λε­γε: «Ὅ­ταν ζη­τή­σω ἀ­πό τόν Θε­ό νά ἰ­σο­πε­δώ­ση τό βου­νό δι­ά τῆς προ­σευ­χῆς, τῆς νη­στεί­ας καί τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, θά ἰ­σο­πε­δω­θῆ. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν τη­ρή­ση αὐ­τά τά τρί­α εἶ­ναι ἀ­πό τώ­ρα στόν πα­ρά­δει­σο».

Σελίδες