ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἔμαθε νά διαβάζη ὑπερφυσικά

»Ὕ­στε­ρα ἔ­πε­σα νά κοι­μη­θῶ καί εἶ­δα στόν ὕ­πνο μου ὅ­τι βρέ­θη­κα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐκεῖ ἀντί­κρυ­σα στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη τόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο ὁ­λο­ζώντα­νο σέ φυ­σι­κό μέ­γε­θος. Μέ ἔ­πια­σε με­γά­λος φό­βος. Βλέ­πω νά ἔρ­χε­ται κοντά μου ἕ­νας Δε­σπό­της μέ ἄμ­φια καί πα­τε­ρί­τσα, κρα­τοῦ­σε ἕ­να Χρυ­σό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί ἄ­στρα­φτε ὁ­λό­κλη­ρος. Μοῦ ἔδωσε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί­ μοῦ εἶ­πε:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τά τέλη τῶν δικαίων

Ο Πα­να­γι­ώ­της Βα­σι­λειά­δης γεν­νή­θη­κε στήν Τρα­πε­ζοῦντα τό 1880. Ἦ­ταν ἔμ­πο­ρος χαλ­κοῦ, ἀρ­κε­τά εὐ­κα­τά­στα­τος. Ἡ γυ­ναῖ­κα του Δέ­σποι­να ἦ­ταν ἀ­πό φτω­χή οἰ­κο­γέ­νεια ἀλ­λά πλού­σια σέ ψυ­χι­κές ἀ­ρε­τές. Ἀ­πέ­κτη­σαν ἑ­πτά παι­διά. Ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νο ἀν­δρό­γυ­νο καί ὅ­λες τίς ἀ­πο­φά­σεις τίς ἔ­παιρ­ναν ἀ­πό κοι­νοῦ. Συμ­φώ­νη­σαν ἀ­κό­μη νά προ­στε­θοῦν στήν οἰ­κο­γέ­νειά τους ἐ­κτός ἀ­πό τούς γο­νεῖς τους καί ἄλ­λοι κοντι­νοί συγ­γε­νεῖς μέ οἰ­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, χῆ­ρες, ὀρ­φα­νά κ.ἄ.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Χαράλαμπος κατέπαυσε τό θανατικό

Χτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να καί βγῆ­καν ὅ­λοι ἔ­ξω ἀ­πό τό χω­ριό νά ὑ­πο­δε­χθοῦν τόν Ἅ­γιο. Ἔ­κα­ναν ἁ­για­σμό καί λι­τα­νεί­α. Τό θα­να­τι­κό κα­τέ­παυ­σε ἀ­μέ­σως καί ἡ θα­να­τη­φό­ρος νό­σος φυ­γα­δεύ­θη­κε ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἀπό ἐκεί­νη τήν ἡμέ­ρα κα­νέ­να παι­δί δέν πέ­θα­νε ἀπό ὀστρα­κιά.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τά τάματα πρέπει νά ἐκπληρώνωνται

Παρ᾿ ὅλα αὐτά τήν ­πῆ­ραν πά­λι ξε­χνώντας τό τά­μα τους. Τό­τε πά­λι ἀρ­ρώ­στη­σε καί πλέ­ον κα­τε­νό­η­σαν ὅ­τι ὁ Θε­ός ζη­τᾶ τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ τά­μα­τος. Πλέ­ον τήν ἄ­φη­σαν ἐ­λεύ­θε­ρη νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ στόν Θε­ό καί νά ὑ­πη­ρε­τή­ση τήν Πα­να­γί­α στό Μο­να­στή­ρι της.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἀγάπη πρός ὅλους

Ὁ σύλ­λο­γος εἶ­χε στό­χους φι­λαν­θρω­πι­κούς. Βο­η­θοῦ­σαν πτω­χές οἰ­κο­γέ­νει­ες, πάντρευ­αν πτω­χά κο­ρί­τσια, δι­έ­θε­ταν χρή­μα­τα καί σπού­δα­ζαν πτω­χά παι­διά πού εἶ­χαν ζῆ­λο γι­ά μά­θη­ση. Δέν πα­ρέ­λει­παν νά βο­η­θοῦν στό κτί­σι­μο καί ἐ­ξω­ρα­ϊ­σμό να­ῶν.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἑπτάκις ἐσώθη

Ὁ πα­τέ­ρας μου κιν­δύ­νε­ψε νά θα­να­τω­θῆ ἑ­πτά φο­ρές. Προ­τί­μη­σε τόν θά­να­το, παρά νά ὑποκύψη στούς ἐκ­βια­σμούς τῶν Τούρ­κων νά βε­βη­λώ­ση τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες. Ἔ­φθα­νε μέ­χρι τήν καρ­μα­νι­ό­λα καί πά­ντα τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή κά­ποι­ος τοῦ χά­ρι­ζε τήν ζωή. Ἦταν δί­και­ος καί πι­στός ἄν­θρω­πος.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἡ Παναγία ἔδιωξε τήν θανατηφόρο γρίππη

Δι­η­γή­θη­κε ἡ Με­σο­λογ­γί­τισ­σα Γε­ωρ­γί­α Μω­ρα­ΐ­του: «Τό ἔ­τος 1918 ἔ­πε­σε θα­να­τη­φό­ρα γρίπ­πη στό Με­σο­λόγ­γι. Παρ᾽ ὅ­λες τίς φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες τῶν για­τρῶν, ὁ ἕ­νας με­τά τόν ἄλ­λον κολ­λοῦ­σαν γρίπ­πη καί με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες πέ­θαι­ναν ἐ­ξαντλη­μέ­νοι.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Γυναῖκα προορατική

Ο Ἁ­γι­ο­ρεί­της γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πος ὁ Κα­ψα­λι­ώ­της, ὁ κομ­πο­σχοι­νᾶς, δι­η­γή­θη­κε τό ἑ­ξῆς γι­ά νά δεί­ξη τήν ἀ­ρε­τή με­ρι­κῶν λα­ϊ­κῶν:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Διάσωση τοῦ Εὐαγγελίου[1]

Τό­τε δι­η­γή­θη­καν οἱ βο­σκοί ὅ­τι σ᾽ ἐ­κεῖ­νο τό μέ­ρος ἔβα­ζαν φω­τι­ές κά­θε χρό­νο γι­ά νά καοῦν οἱ θά­μνοι, νά βγά­ζη χόρ­το γιά τά πρό­βα­τά τους, ἀλ­λά ὅταν ἡ φω­τιά ἔ­φθα­νε σ᾽ ἐκεῖ­νον τόν θά­μνο, πάντα ἔ­σβη­νε.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιϚ΄. Γερόντισσα Ἄννα

Εἶ­δε τόν προ­φή­τη Ἠ­λί­α καί τοῦ ἀ­σπά­σθη­κε τό χέ­ρι˙ τόν Τί­μιο Πρό­δρο­μο καί μά­λι­στα πα­ρα­τή­ρη­σε τό ση­μά­δι τῆς ἀ­πο­το­μῆς ἀ­πό τό ξῖ­φος στόν λαι­μό του˙ τούς ἁ­γί­ους Θε­ο­δώ­ρους τούς ἔ­βλε­πε συ­χνά νά περ­νοῦν τίς νύ­χτες μέ τά ἄ­λο­γα καί τίς στο­λές τους μέ­σα ἀ­πό τό Δο­ξᾶ­το. Ὑ­πάρ­χει ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων καί αὐ­τοί προ­στα­τεύ­ουν τό χω­ριό. Εἶ­δε καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο σέ ὥ­ρα θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ια΄. Ἀθηνᾶ Σγούρου

«Ἀ­πό ποῦ;», τήν ρώ­τη­σαν οἱ ἀ­δελ­φές της. «Ἀ­κοῦ­στε καί θά σᾶς πῶ. Βρέ­θη­κα σέ σκο­τά­δι βα­θύ καί ἤ­θε­λα νά προ­χω­ρή­σω, νά φύ­γω ἀ­πό ἐ­κεῖ, νά δῶ φῶς. Μοῦ φά­νη­κε πώς κά­ποι­ος ἦ­ταν κοντά μου καί ὅ­πως προ­χω­ροῦ­σα, μέ συ­νώ­δευ­ε. Ἤ­ξε­ρε καί τ᾿ ὄ­νο­μά μου καί μοῦ εἶ­πε:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὀνειδισμός ἀνεξομολογήτου

Τό­τε λοι­πόν ξε­πε­τά­χτη­κε ἕ­νας δαι­μο­νι­σμέ­νος καί ἄρ­χι­σε νά λέ­γη: “Θό­δω­ρε, τί θέ­λεις ἐ­σύ ἐ­δῶ; Ἦλ­θε καί ὁ Θό­δω­ρος στόν Κα­ψά­λη!”. (Ἔτσι ἀ­πο­κα­λεῖ τόν ἅ­γιο Γε­ρά­σι­μο ὁ δι­ά­βο­λος). Μετά ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος σ᾿ ἕ­ναν ἄλ­λο δαι­μο­νι­σμέ­νο τοῦ λέ­γει: “Θω­μᾶ, ἀ­κοῦς; Ἦλ­θε καί ὁ Θό­δω­ρος στόν Κα­ψά­λη! Δός του χα­βα­δά­κι!”

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Διόρθωση βλασφήμου

Ο Μιχαήλ … κά­τοι­κος Σμύρ­νης πρίν ἀπό τήν Ἀνταλ­λα­γή, κά­ποι­α μέ­ρα πῆ­γε νά ὀρ­γώ­ση τό χω­ρά­φι του μέ τά βό­δια. Σέ μιά στιγ­μή τό ὑνί[1] σκά­λω­σε κά­που, τά βό­δια δέν προ­χω­ροῦ­σαν καί ὁ ἴδιος δέν ­μπο­ροῦ­σε νά βγά­λη τό ὑ­νί ἀ­πό τό χῶ­μα. Ἀφοῦ κου­ρά­στη­κε καί ἀ­γα­νά­κτη­σε, ἄρ­χι­σε νά βλα­στη­μᾶ τόν Χρι­στό καί­ τούς Ἁ­γί­ους.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Μι­κρός μέ δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα

Τόν Σε­πτέμ­βριο κά­ποιου ἔτους στό ὀγ­κο­λο­γι­κό τμῆ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου τοῦ Ρί­ου ἐ­πι­κρα­τεῖ με­γά­λη ἀ­να­στά­τω­ση. Ὁ μι­κρός Δη­μη­τρά­κης ζη­τοῦ­σε ἐπει­γό­ντως τόν ἱε­ρέ­α τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου. Ἤθελε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά κοι­νω­νή­ση.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιδ΄. Τατιανή Σαββίδου

Αὐ­τό τό δι­η­γή­θη­κε στήν Τα­τια­νή καί ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­πε: «Ἔ! π. Χρῆ­στο. Δέν ξέ­ρεις ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι εἶ­ναι γύ­ρω μας; Ἐ­γώ πολ­λές φο­ρές ἐ­δῶ στόν ἁ­η–Γι­ώρ­γη ἔ­χω δεῖ καί Ἀγ­γέ­λους καί Ἁ­γί­ους».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἐμφάνιση τῆς Παναγίας στό Ἀλβανικό Μέτωπο

Ἐ­γώ ὅ­λως μη­χα­νι­κῶς ἔ­λα­βον θέ­σιν ἡ­μι­γο­νυ­πε­τῆ, ἵ­να ἀ­σπα­σθῶ τήν δε­ξιάν της. Ἐκ τῆς συγ­κι­νή­σε­ως οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ἐ­δά­κρυ­ζον, οἱ πό­δες καί τά χεί­λη μου ἔ­τρε­μον ἐ­πί πολ­λήν ὥ­ραν. Ἤ­κου­σα νά ὁ­μι­λῆ: «Εἶ­μαι ἡ Πα­να­γί­α. Μή φο­βᾶ­σαι, παι­δί μου. Ἐ­γώ ἐ­νε­φα­νί­σθην νά σοῦ εἰ­πῶ τρεῖς λό­γους, τούς ὁ­ποί­ους νά μή λη­σμο­νή­σῃς.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Κατά τήν πίστη καί τά θαύματα

Τό­τε τό τουρ­κά­κι συγ­κλο­νί­σθη­κε καί ὡ­μο­λό­γη­σε: «Ἀ­φέντη, ἡ πί­στη ἐ­σᾶς τῶν χρι­στια­νῶν εἶ­ναι με­γά­λη. Τό νε­ρό δέν εἶ­ναι ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα». Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος τό δέ­χθη­κε ὡς ἁ­γί­α­σμα καί κα­τά τήν πί­στη του ἔ­γι­νε καί ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ ζώ­ου.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμή στίς ἑορτές

Ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ κελ­λα­ριοῦ καί μπῆ­κε μέ­σα ὁ ἅγιος Βα­σί­λει­ος, ψη­λός, φο­ρώ­ντας ἄσ­πρα ἄμ­φια, καί τῆς εἶ­πε: “Τέ­τοι­α μέ­ρα βρῆ­κες;” καί τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι. Τά ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα τῶν δα­κτύ­λων πα­ρέ­μει­ναν στό μά­γου­λό της σ᾿ ὅ­λη τήν ζω­ή της.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Προκόπιος τόν πῆρε στό ἄλογό του

Ἡ μη­τέ­ρα κα­τά­λα­βε ὅ­τι πρό­κει­ται γι­ά θαῦ­μα τοῦ ἁ­γί­ου Προ­κο­πί­ου. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα παίρ­νει τόν Ἀντώ­νη καί πη­γαί­νουν στήν Ἐκ­κλη­σί­α του στό κοντι­νό Χω­ριό Ψω­ρα­ροί (σή­με­ρα Ἅγιος Προ­κό­πιος). Μό­λις εἶ­δε τήν εἰ­κό­να του ὁ Ἀντώ­νης ξε­φώ­νη­σε: «Αὐ­τός ἦ­ταν, μάν­να μου, πού μέ γλύ­τω­σε».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιη΄. Γιαννούλα Θάνου

Κάποτε πού πῆγε στόν ἅγιο Μηνᾶ ξέχασε νά πάρη τό κλειδί μαζί της. Ἔκλαιγε καί προσευχόταν καί ἔλεγε «τί νά κάνω τώρα;». Καί ξαφνικά ἄνοιξε μόνη της ἡ πόρτα. Ἄλ­λη φο­ρά πού πῆ­γε στόν ἅγιο Δη­μή­τριο μέ τήν Μα­ρί­α Κο­λο­κο­τρώ­νη ἄ­κου­σαν ψαλ­μω­δί­ες. Νόμισαν ὅ­τι γί­νε­ται Ἑ­σπε­ρι­νός. Ἀλ­λά δέν ἦ­ταν κα­νε­ίς μέ­σα. Ἡ Μα­ρί­α ἄ­κου­σε μό­νο βή­μα­τα, ἡ κυ­ρα–Γι­αν­νο­ύ­λα εἶ­δε τόν ἅ­γιο Δη­μή­τριο.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιε΄. Ὁ κοσμοκαλόγηρος Δημήτριος ὁ καλυβίτης

Ἂν καί ἀ­πέ­φευ­γε νά ἀ­να­φέ­ρη τίς πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες πού ἔ­ζη­σε στήν κα­λύ­βα αὐ­τή, ἦ­ταν βέβαιο ἀ­πό μι­σό­λο­γα πού τοῦ ξέ­φευ­γαν ὅ­τι εἶ­χε ἐ­πι­σκέ­ψεις τῆς Πα­να­γί­ας καί πολ­λῶν Ἁ­γί­ων˙ πολ­λά πρω­ϊ­νά, ἂν τυ­χόν τόν ἔ­βλε­πε κα­νείς, τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν φω­τει­νό καί ἔ­λαμ­πε.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ι΄. Βαΐα Γεωργιαννάκη–Κωστούλα

Ζώντας ἔ­τσι κα­θη­με­ρι­νά μέ­σα σ᾽ αὐ­τόν τόν πό­νο, βλέ­πει στόν ὕ­πνο της μιά γυ­ναῖ­κα ἡ ὁ­ποί­α τῆς εἶ­πε: «Νά πά­ρης τό παι­δί σου καί κα­θα­ρά ροῦ­χα καί νά ἔρ­θης στό σπί­τι μου. Ἐ­κεῖ θά κα­τέ­βεις πολ­λά σκα­λο­πά­τια στό ἁ­γί­α­σμα, θά πλύ­νεις τό παι­δί, θά τό ἀλ­λά­ξεις, θά πά­ρεις πα­πᾶ νά λει­τουρ­γή­ση καί τό παι­δί θά γί­νει κα­λά».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – «Χριστός Ἀνέστη καί δαίμονες φρίττουσι»

Ο κ. Ἀ­πό­στο­λος… δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι κά­ποι­α χρο­νιά γι­όρ­τα­σε μό­νος του τό Πά­σχα, μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν οἰ­κο­γέ­νειά του, γι᾿ αὐ­τό ἦ­ταν στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Ἐ­πέ­στρε­φε στό σπί­τι του καί σέ μιά ἐ­ρη­μιά βρῆ­κε στόν δρό­μο του ἕ­να προ­σκυ­νη­τά­ρι.

Γ΄ τόμος ”Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο΄΄

Αὐτήν τήν διπλῆ ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον εἶχαν καί οἱ βιογραφούμενοι Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο καί αὐτή τούς ἐνέπνεε καί τούς ὠθοῦσε σέ ἀγῶνες πνευματικούς γιά τόν Θεόν καί θυσιαστική προσφορά καί διακονία πρός τόν πλησίον.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ διάβολος δέν θέλει τόν Ἐκκλησιασμό

Ξαφ­νι­κά ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, ἕ­να ἀρ­κου­δά­κι (κου­κλά­κι) πού ὑ­πῆρ­χε στό ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἄρ­χι­σε ἀ­πό μό­νο του νά τρα­γου­δᾶ, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χη ὡ­ρο­λο­για­κός μη­χα­νι­σμός. Συγ­κλο­νι­στή­κα­με καί οἱ δυ­ό μας. Στήν στιγ­μή ντυ­θή­κα­με καί πή­γα­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμωρία βλασφήμου

Ἀ­πό κα­κή συ­νή­θεια μέ κά­ποι­α ἀ­φορ­μή ὁ ἄν­δρας βλα­σφή­μη­σε τά θεῖα καί τό­τε ἀ­μέ­σως πα­ρου­σι­ά­στη­καν μπρο­στά του δαί­μο­νες, τόν ἅρ­πα­ξαν καί τόν πῆ­γαν σέ μί­α σπη­λιά πού βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πό τό χω­ριό. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν κα­τοι­κί­α δαι­μό­νων.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Λαϊκοί ἀσκητές στό Ἅγιον Ὄρος

Ὁ λα­ϊ­κός αὐ­τός ἀ­σκη­τής ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἀ­γω­νι­στής. Ἔ­τρω­γε κά­θε δέ­κα μέ­ρες καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν νά μι­μη­θῆ τόν ὅ­σιο Μά­ξι­μο τόν Καυ­σο­κα­λυ­βί­τη, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἐλευθερώνει αἰχμάλωτο

Τόν πα­τέ­ρα μου, πρίν προ­λά­βη νά φύ­γη γι­ά τήν Ἑλ­λά­δα, τόν ἔ­πια­σαν ὡς ἀντάρ­τη καί τόν ἔ­κλει­σαν στό κρα­τη­τή­ριο ὁ­λο­μό­να­χο. Οἱ στιγ­μές πού περ­νοῦ­σε ἦ­ταν γε­μᾶ­τες φό­βο καί ἀ­γω­νί­α. Ξαφ­νι­κά ἔ­λαμ­ψε κά­τι σάν ἀ­στρα­πή καί ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας θό­ρυ­βος. Μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἄ­κου­σε κά­ποι­ο ψί­θυ­ρο:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τήρηση ἀργίας

Οἱ χρι­στια­νοί πα­λαι­ό­τε­ρα σέ­βο­νταν πο­λύ τήν ἀρ­γί­α, τήν τη­ροῦ­σαν μέ φό­βο Θε­οῦ, δέν ἦ­ταν μί­α ἁ­πλῆ τυ­πι­κή πρά­ξη. Ἡ τή­ρη­σή της ἦ­ταν πρό­ξε­νος εὐ­λο­γί­ας καί ἡ πα­ρά­βα­ση ἐ­πέ­φε­ρε δο­κι­μα­σί­ες καί ὄ­λε­θρο.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Θεραπεία κωφάλαλης Τουρκάλας

Ὁ παπα– Πα­να­γιώ­της ἐ­νή­στευ­σε, προ­σευ­χή­θη­κε, τῆς δι­ά­βα­σε εὐ­χή καί τήν σταύ­ρω­σε. Ἡ κω­φά­λα­λη θαυ­μα­τουρ­γι­κά μί­λη­σε καί ἀ­πέ­κτη­σε τήν ἀ­κο­ή της. Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη δώ­ρη­σε στό Βα­κού­φι (Ἐκ­κλη­σί­α) 80 στρέμ­μα­τα χω­ρά­φια πού ἡ ἐκ­κλη­σί­α τά ἔ­χει μέ­χρι σή­με­ρα

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιζ΄. Πατήρ Εὐστράτιος Παπαχρήστου

Κά­πο­τε ἔ­κα­νε στό σπί­τι του στήν Με­γά­λη Χώ­ρα εὐ­χέ­λαι­ο. Ξαφ­νι­κά ἦλ­θε τό ζεῦ­γος Α. Λ. μέ τό μι­κρό παι­δά­κι τους στά χέ­ρια. «Πά­τερ, σταύ­ρω­σε τό παι­δί, εἶ­ναι πο­λύ ἄρ­ρω­στο. Σταύ­ρω­σέ το καί θά τό πᾶ­με ἀ­μέ­σως στόν για­τρό στό Ἀ­γρί­νιο». Ὁ π. Εὐ­στρά­τιος τό σταύ­ρω­σε μέ τό ἅ­γιο ἔ­λαι­ο τοῦ εὐ­χε­λαί­ου καί τούς εἶ­πε: «Πη­γαί­νε­τε στό σπί­τι σας. Τό παι­δί θά γί­νει κα­λά». Ἔ­τσι καί ἔ­γι­νε.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ζ΄. Κωνσταντῖνος Σωτηρίου

Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του, εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τό κρε­μα­στό καν­τή­λι στό δω­μά­τιο νά κινῆται συ­νε­χῶς ἀ­πό μό­νο του. Ξύ­πνη­σε καί τήν γυ­ναῖ­κα του, ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή καί τό παι­δί τους σώ­θη­κε· ὄντως, ὅ­πως ἔ­μα­θαν ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα βρι­σκό­ταν σέ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

Σελίδες