Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ἀπό σ. 541-554

Α΄. ΑΝΑΣΤΑΣΗ, Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

α΄. Σπουδαιότης τοῦ γεγονότος

H Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐγκαινιάζει τήν ἀρχή καινούργιας ζωῆς, δεύτερης δημιουργίας, τόν μέλλοντα αἰῶνα. Ἀποτελεῖ τήν ἐπί γῆς κορύφωση τῆς θείας Οἰκονομίας καί τήν ἀρχή τῆς και νῆς κτίσεως. Ὡς κορυφαῖο καί μοναδικό γεγονός μέ ἀσύλληπτες σωτηριολογικές συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο προτυπώθηκε στήν Π. Διαθήκη, προλέχθηκε ἀπό τούς Προφῆτες καί προεξαγγέλθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό.

Ὁ Κύριος προανήγγελε τήν Ἀνάστασή Του μέ τό σημεῖο τοῦ Ἰωνᾶ καί μέ τό σημεῖο τοῦ Ναοῦ. Ἡ προαναγγελία, ὅμως, αὐτή δέν ἔγινε κατανοητή οὔτε καί ἀπό τούς Μαθητές Του. Σαφέστερα προεῖπε πολλάκις ὅτι θά πάθη καί θά ἀναστηθῆ1, ἐνῶ μετά τήν Μεταμόρφωσή Του παρήγγειλε στούς τρεῖς αὐτόπτες Μαθητές Του σέ κανένα νά μήν ποῦν τό ὅραμα, «ἕως ὅτου ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀναστηθῆ ἐκ νεκρῶν»2.

Ὅταν ὁ Κύριος ἐπετέλεσε τό σωτηριῶδες ἐπί γῆς ἔργο Του, ἐπισφραγίζοντάς το μέ τά παθήματα, τόν ἑκούσιο θάνατο καί τήν ταφή Του, φάνηκε πρός στιγμή ὅτι διαψεύστηκαν οἱ μεσσιανικές προσδοκίες τῶν Μαθητῶν. Τίς ἐλπίδες τους γιά δοξασμένο Μεσσία τίς κάλυψε ὁ τάφος πού φύλαγε τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὅμως, τότε ἀκριβῶς, πού νεκρός φυλασσόταν ὁ Ἰησοῦς ἀπό τούς στρατιῶτες, συνετελέσθη τό μεγαλύτερο γεγονός τῆς ἱστορίας, ἡ Ἀνάστασή Του. «Μετά τό πάθος ἦλθαν τῆς χαρᾶς τά κατορθώματα. Ἀναστήθηκε, καί τό Σῶμα Του ντύθηκε τήν ἀφθαρσία καί τήν ἀθανασία. Τό φθαρτό ἔγινε ἄφθαρτο καί ὁ θεωρούμενος ἁπλός ἄνθρωπος ἀποδεικνυόταν Θεός ἀληθινός»3.

Ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, διότι «δέν ἦταν δυνατόν ὁ θάνατος νά κρατήση αἰχμάλωτο τόν ἀρχηγό τῆς ζωῆς, γιατί δέν ἁμάρτησε. Ἀφοῦ δέν ἦταν ὑπεύθυνος ἁ-μαρτίας (ὁ Κύριος), ἑπομένως οὔτε ὑπεύθυνος θανάτου (ἦταν)»4, διότι «ὁ θάνατος ἦταν τό ἐπιτίμιο καί ἡ τιμωρία τῆς ἁμαρτίας»5. Ὁ Χριστός ὡς ὁ μόνος ἀναμάρτητος εἶναι καί ὁ μόνος νικητής τοῦ θανάτου.

Ὅπως, ὅταν γεννήθηκε, δέν γνώρισαν οἱ ἀσώματοί Του Ἄγγελοι τόν τρόπο τῆς σαρκώσεώς Του, ἔτσι καί ὁ τρόπος τῆς Ἀναστάσεώς Του παραμένει ἀκατάληπτος. Ἀλλά καί ὁ χρόνος της εἶναι ἄγνωστος. Ἀκόμη καί οἱ στρατιῶτες, πού φύλαγαν τόν τάφο, δέν κατάλαβαν πότε ἔγινε ἡ Ἀνάστασή Του. Ἀφοῦ ἔγινε ἤδη βαθειά ἑσπέρα, πού ἦταν ἀρχή τῆς νύχτας, «τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν Σαββάτων», τότε γίνεται ὁ σεισμός, τότε ὁ Ἄγγελος πού ἄστραφταν τά ἐνδύματά του ἀποκυλίει τόν λίθο ἀπό τό μνῆμα6, γιά νά διαπιστωθῆ ἀπό τίς Μυροφόρες, καί στήν συνέχεια ἀπό τούς Ἀποστόλους, ἡ ἤδη γενομένη Ἀνάσταση.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ζωοδότου καταλάμπεται πλημμυρισμένη ἀπό φῶς. «Ὁ τάφος ἦταν γεμᾶτος ἀπό φῶς, ὥστε, ἄν καί ἦταν νύχτα ἀκόμα, εἶδαν (ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης) αὐτά πού βρίσκονταν μέσα στόν τάφο καί μέ τίς αἰσθήσεις τους (τά μάτια), καί μέ τό πνεῦμα τους»7.

Οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος συνήθως γίνονται ἡμέρα Κυριακή, κατά τήν ὁποία καί ἀναστήθηκε. Ἔτσι, ἡ ἡμέρα αὐτή παίρνει τό ὄνομά Του, ἀφιερώνεται στόν Κύριο καί καταργεῖ τό Σάββατο, τό ὁποῖο θυμίζει τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ καί τό τέλος της. Τώρα «δέν ἦταν πλέον ἀνάγκη ὁ (νέος) λαός (τῆς χάριτος) νά τηρῆ τό τέλος τῆς προηγούμενης κτίσεως (τό Σάββατο), ἀλλά νά ζητῆ τήν ἀρχή τῆς δεύτερης κτίσεως (τήν Κυριακή), κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος»8.

Οἱ Ἀπόστολοι, γιά νά ἀποδείξουν τήν Θεότητα τοῦ Κυρίου, χρησιμοποιοῦσαν στό κήρυγμά τους τήν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν, τά θαύματα πού ἐπετέλεσε ὅσο ζοῦσε ὁ Κύριος καί κυρίως τήν Ἀνάστασή Του. Αὐτή ἀποτελεῖ τό ἀντάξιο καί ἔνδοξο ἐπιστέγασμα τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του9. Χωρίς τήν Ἀνάσταση, ὁ Χριστιανισμός θά εἶχε ταφῆ κατά τήν Μ. Παρασκευή στόν τάφο μαζί μέ τόν Χριστό. Ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ θά ἐστερῆτο νοήματος καί ἀποτελέσματος, ἄν δέν ὑπῆρχε ἀκολούθως ἡ ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση. Ἀκόμη καί ὁ Σταυρός δέν σώζει μόνος τόν ἄνθρωπο, χωρίς τήν Ἀνάσταση. Ἄν ὁ Χριστός δέν ἀνασταινόταν ὅλα θά θεωροῦνταν μῦθος καί ὑποσχέσεις ἀπραγματοποίητες, ἡ πίστη θά ἦταν κενή καί τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων χωρίς πειθώ. Ὅμως, ὁ Χριστός ἀναστήθηκε καί ἡ Ἀνάσταση ἔγινε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος πάνω στόν ὁποῖον στηρίχθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Πλέον ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἡ κεντρικώτερη ὑπόθεση τοῦ Ἀποστολικοῦ κηρύγματος καί ἡ πειστικώτερη ἀπόδειξη γιά τόν Θεάνθρωπο.

β΄. Ἀναντίρρητη ἡ Ἀνάστασή Του

H Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ παραμένει γεγονός ἀναντίρρητο. Ἔγινε σύμφωνα μέ τίς προρρήσεις Του τρεῖς ἡμέρες μετά τήν ταφή Του καί μαρτυρεῖται ἀπό ἀτράνταχτες καί πειστικές μαρτυρίες, ὅπως ἱστοροῦν οἱ Εὐαγγελιστές.

Γιά σαράντα μέρες ἐμφανίστηκε ἕνδεκα φορές: Στίς Μυροφόρες, στούς Μαθητές Του, στούς 120, στούς 500 καί σέ ἄλλους. Οἱ Ἀπόστολοι, στήν ἀρχή, ἦταν φοβισμένοι καί διστακτικοί. Δέν πίστευαν εὔκολα σέ ὅσους τούς ἔλεγαν ὅτι «ἀνέστη ὁ Κύριος», μέχρις ὅτου εἶδαν καί αὐτοί τόν Κύριο. Τόν ψηλάφησαν, συνέφαγαν μαζί Του, δέχθηκαν τίς τελευταῖες διδαχές Του, γιά σαράντα ἡμέρες παρέμεινε κοντά τους, ὄχι σάν φάντασμα καί πνεῦμα ἀλλά μέ τό Σῶμα Του, πού τώρα πλέον ἔχει ἄλλες ἰδιότητες.

Ἀφοῦ τελικά πίστεψαν πλέον στόν Ἀναστάντα, μετά ἀπό τόσες φορές πού τόν εἶδαν, ἀπό δειλοί καί φοβισμένοι μεταβλήθηκαν σέ ἀτρόμητους κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως. Ἔγιναν πλέον οἱ συνεχιστές τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου στά Ἔθνη καί μιλοῦσαν γιά τόν Χριστό καί τήν Ἀνάστασή Του, ὡς «μάρτυρες» τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἡ ἀλλαγή καί παρρησία τῶν Μαθητῶν ἀποδεικνύει ἀληθινό καί ἀδιάψευστο τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Διότι τίποτα ἄλλο δέν θά μποροῦσε νά ὁδηγήση στήν πίστη τούς φοβισμένους Μαθητές Του, ἐκτός ἀπό τήν πασχαλινή ἐμπειρία.

Ὅμως, πέρα ἀπό τήν ἀλλαγή τῶν Ἀποστόλων, ὑπάρχουν καί ἄλλες πειστικώτερες ἀποδείξεις γιά τήν Ἀνάσταση. «Τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπόδειξη εἶναι τά θαύματα τῶν Ἀποστόλων. Τό νά γίνωνται θαύματα στό ὄνομά Του ἦταν πολύ μεγαλύτερη καί σαφέστερη ἀπόδειξη ἀπό τό νά παρουσιασθῆ Αὐτός ἀναστημένος»10. Κανείς ἄνθρωπος ἀφοῦ πέθανε, δέν ἔκαμε μεγαλύτερα θαύματα μετά τόν θάνατό Του, ὅπως ὁ Χριστός. Οἱ Ἀπόστολοι «χρησιμοποιώντας τό σεβάσμιο καί ἅγιο Ὄνομά Του, ἔκαναν μεγαλύτερα καί ἀνώτερα θαύματα, μέ ἀποτέλεσμα νά λάμψη ἡ δύναμή Του πιό πολύ καί πιό ἔνδοξα. Γιατί, ἀπό τό νά δίνη ἐντολή ὁ ἴδιος, ἦταν πολύ μεγαλύτερο τό νά κάνη τέτοια θαύματα ἄλλος, χρησιμοποιώντας τό δικό Του Ὄνομα»11.

Ἐπίσης, ὑπῆρχε καί ὁ κενός τάφος, πού σιωπηλά ἀλλά πολύ πειστικά κηρύττει τήν Ἀνάσταση. Ἡ προσπάθεια συκοφαντήσεως τοῦ γεγονότος ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς ἀ-ποδεικνύεται ψευδής καί ἀνίσχυρη νά καλύψη τό γεγονός. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἀπό τά δικά τους λόγια ἀποδεικνύει τό ψεῦδος τους: «Παντοῦ ἡ πλάνη συγκρούεται μέ τόν ἑαυτό της καί ἄθελά της συνηγορεῖ ὑπέρ τῆς ἀληθείας. Ἔπρεπε νά πιστευθῆ ὅτι ἀπέθανε, ὅτι ἐτάφη καί ὅτι ἀνέστη. Καί ὅλα αὐτά γίνονται ἀπό τούς ἐχθρούς. Ἀπό τά λόγια τους βεβαιώνονται ὅλα αὐτά. “Ἐνεθυμήθημεν”, λέγουν (στόν Πιλᾶτο), “ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλά-

νος (Χριστός) εἶπεν, ἐνῶ ἀκόμη ζοῦσε”, ἄρα ἀπέθανε· “ὅτι μετά ἀπό τρεῖς μέρες θά ἀναστηθῶ. Δῶσε, λοιπόν, διαταγή νά σφραγισθῆ ὁ τάφος”, ἄρα ἐτάφη· “Μήπως ἔλθουν οἱ Μαθητές Του καί τόν κλέψουν”. Ἄρα, ἐάν ὁ τάφος σφραγισθῆ, δέν θά γίνη καμμία ἀπάτη (κλοπή τοῦ σώματος). Δέν ἔγινε λοιπόν. Ἑπομένως, ἡ ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως, μέ ὅσα πρότειναν οἱ Ἀρχιερεῖς καί Φαρισαῖοι, ἔγινε ἀναντίρρητη. Διότι, ἀφοῦ σφραγίστηκε ὁ τάφος καί δέν συνέβη καμμιά ἀπάτη, εὑρέθη, ὅμως, κενός ὁ τάφος, εἶναι φανερό ὅτι ἀναστήθηκε σαφῶς καί ἀναντιρρήτως»12.

Πῶς ἦταν δυνατόν νά κλέψουν οἱ Μαθητές Του τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, πού τό φύλαγαν οἱ στρατιῶτες; Πόση ἄνεση χρόνου θά εἶχαν αὐτοί πού θά ἔκλεπταν τό Σῶμα, ὥστε νά ἀφήσουν τακτοποιημένα τά ὀθόνια στόν τάφο, πού ἦταν κολλημένα μέ σμύρνα στό Σῶμα Του; Ἄν ἤθελαν νά Τόν κλέψουν οἱ Μαθητές καί εἶχαν τήν τόλμη νά τό κάνουν, θά πήγαιναν τήν πρώτη μέρα πού ἦταν ἀφύλαχτος ὁ τάφος, ἤ μετά ἀπό τρεῖς μέρες πού θά ἀναχωροῦσαν οἱ φύλακες στρατιῶτες. Ἔπρεπε νά γίνη ἡ Ἀνάσταση ἐντός τῶν τριῶν ἡμερῶν, ὅπως εἶχε προείπει ὁ ἴδιος, καί γιά νά μή θεωρηθῆ ὕποπτο τό πρᾶγμα. Σημειωτέον ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς καταπάτησαν τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου (γιά νά ἀσφαλίσουν τόν τάφο), γιατί ὁ φόβος τούς τάρασσε. Αὐτόν πού συνέλαβαν ζωντανό, Τόν φοβοῦνταν ἀκόμη καί νεκρό καί Τόν φύλαγαν, γιά νά φανῆ καθαρά ὅτι ἐτάφη καί ἔτσι νά πιστευθῆ ἡ Ἀνάστασή Του13.

Ἔχομε ἀκόμη καί τήν μαρτυρία τῶν Ἀγγέλων, πού εἶπαν στίς Μυροφόρες ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ἐσταυρωμένος, πού ζητᾶτε, ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς14. Τίς ὑπενθύμισαν, ἐπίσης, τίς προφητεῖες τοῦ Χριστοῦ ὅτι θά ἀναστηθῆ τήν τρίτη μέρα καί τίς ἀπέστειλαν νά φέρουν τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στούς ἐμφόβους Μαθητές. Ἔγιναν ἔτσι οἱ Μυροφόρες ἀπόστολοι τῶν Ἀποστόλων καί οἱ πρῶτοι κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως μετά ἀπό τούς Ἀγγέλους.

Οἱ Ἄγγελοι Τόν κήρυξαν πρῶτα στίς Μυροφόρες, διότι «οἱ Ἄγγελοι πού ἦταν στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ παρέμεναν ἐκεῖ, ὄχι γιά νά μήν κλαπῆ τό Σῶμα Του, ἀλλά πρός διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς Ἀναστάσεως»15. «Ἔργο τῶν Ἀγγέλων πού πα-ρακάθονται στόν τάφο τοῦ Ζωοδότου εἶναι νά ἐξαγγέλλουν τήν δόξα τοῦ Ἀναστάν-τος. Ἐκεῖνοι φανερώνουν μέ πράξεις ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Κύριος καί αὐτῶν τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· διότι, ὅταν ἀκόμη δέν φαινόταν Ἐκεῖνος, αὐτοί κάθονταν κοντά στόν τάφο, ὅταν δέ ὁ Δεσπότης ἐμφανίσθηκε ἀπέναντι, ἀμέσως σηκώθηκαν καί τόν κοίταξαν ἀκίνητοι μέ εὐλάβεια καί θαυμασμό σέ ὑπηρετική στάση»16.

γ΄. Μοναδική ἡ Ἀνάστασή Του

Aναστήθηκε, λοιπόν, ὁ Χριστός, ἀλλά «ἡ Ἀνάστασή Του δέν εἶναι ὅμοια μέ τῶν ἄλλων. Διότι κράτησε μέν Αὐτόν ὁ θάνατος, ἀλλά δέν προκάλεσε τό ἔργο του, δηλαδή, τήν φθορά, τήν διάλυση»17. Οἱ ἀναστάσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων εἶ-ναι τελείως διαφορετικῆς φύσεως ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ δική Του. Ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν, πάλι πέθαναν γιά δεύτερη φορά καί ἐπανῆλθαν στήν γῆ. Μόνο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκε ὁριστικά καί ἀνέβηκε στόν οὐρανό. «Ὁ Χριστός, πού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δέν πεθαίνει πιά, ὁ θάνατος δέν Τόν κυριεύει πιά»18. «Ὁ Χριστός εἶναι τό πρῶτο ἀνθρώπινο ὄν στήν γῆ πού ἀναστήθηκε, γιά νά μήν πεθάνη ποτέ πλέον, ἀλλά νά ζῆ αἰώνια. Καί πρίν τόν Χριστό ὑπῆρξαν αὐτοί πού ἀναστήθηκαν, ἀλλά κατόπιν πέθαναν, ἐνῶ Αὐτός ἀναστήθηκε μέ τέλεια ἀνάσταση.

Εἶναι ὁ “πρωτότοκος” καί ἡ “ἀρχή” τῆς ἀληθινῆς ἀθανασίας»19.

Οἱ Ἀπόστολοι ξένα καί παράδοξα ἔβλεπαν γιά πρώτη φορά στόν ἀναστημένο Χριστό. Μετά τήν Ἀνάσταση τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ παρουσιάζει ἄλλες ἰδιότητες καί φαινόμενα μοναδικά, πού δέν φανέρωνε ὅσο ζοῦσε, διότι «ἤδη ἡ Σάρκα Του ἔγινε θεϊκώτερη»20. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του ἦταν πλέον ἄφθαρτη, ἀθάνατη, ἀπαθής καί μέ θεία δόξα στολισμένη.

Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε γυμνός, διότι τά φορέματά Του τά διαμοιράστηκαν οἱ στρατιῶτες καί τά ἐντάφια σπάργανα τά ἄφησε στόν τάφο, ἀλλά γυμνός δέν φαινόταν, διότι ντύθηκε τήν ἀφθαρσία καί τήν δόξα πού εἶχε πάντοτε. «Δέν ἔλαβε αὐτά πού δέν εἶχε, ἀλλά ὑπέδειξε αὐτά πού εἶχε»21. Καί ἔτσι, παραδόξως, ὁ ἀναστημένος Χριστός εἶναι χωρίς ἱμάτια, ὄ- χι ὅμως γυμνός, ἀλλά «ἠμφιεσμένος», διότι «ἦταν ντυμένος μέ θεοπρεπῆ δόξα»22. Μέ τήν Ἀνάστασή Του «ὁ Κύριος ἐβασίλευσε καί εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο»23. Ἡ εὐπρέπεια ἀναφέρεται στήν σάρκα, διότι ἡ θεότητα τοῦ Κυρίου πάντοτε εἶχε τήν δόξα, τήν εὐπρέπεια. Ὅσο ζοῦσε στήν γῆ ἡ Σάρκα Του ἔκρυβε τήν Θεότητά Του. Μετά τήν Ἀνάστασή Του ἡ Θεότητά Του καλύπτει τήν δοξασμένη Σάρκα Του μέ εὐπρέπεια.

Μετά τήν Ἀνάστασή Του, δέν ὑπέκειτο πλέον τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Θεανθρώπου στά ἀδιάβλητα πάθη τῆς φθορᾶς, τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ ὕπνου, τῆς κοπώσεως. «Ἄν καί δοκίμασε τροφή μετά τήν Ἀνάσταση, ὅμως, τήν δοκίμασε ὄχι σύμφωνα μέ τούς φυσικούς νόμους –διότι δέν πείνασε–, ἀλλά σύμφωνα μέ τρόπο οἰκονομίας, διά νά καταστήση ἀξιόπιστη τήν ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως, ὅτι δηλαδή εἶναι ἡ ἴδια ἡ Σάρκα πού ἔπαθε καί ἀναστήθηκε»24. Γι᾿ αὐτό «δέχθηκε τροφή τό ἀκήρατο ἐκεῖνο Σῶμα μετά τήν Ἀνάσταση, γιά νά ἐπιβεβαιώση τήν Ἀνάστασή Του»25. Ἔφαγε μόνο «δι᾿ ἀναστάσεως πληροφορίαν». «Ὅπως ὑπερφυσικά ἔφαγε, ἔτσι καί ὑπερφυσικά χώνευσε αὐτά πού ἔφαγε»26, ὄχι κατά τήν φύση τῶν θνητῶν σωμάτων, ἀλλά κατά θεία ἐνέργεια.

Ἐμφανίζεται στούς Μαθητές, τόν βλέπουν, συνομιλοῦν μαζί Του καί ξαφνικά γίνεται ἄφαντος. «Ὁ Εὐαγγελιστής λέγει, ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ἀπό τότε πού ἐγέρθηκε ἀπό τούς νεκρούς ἦλθε πρός τούς Μαθητές Του, ὅταν ἦταν συναθροισμένοι σέ οἰκία τό βράδυ τῆς ἡμέρας κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε· καί μετά παρέλευση ὀκτώ ἡμερῶν ἦλθε πάλι, ὅταν μαζί μέ τούς ἄλλους ἦταν καί ὁ Θωμᾶς· καί γιά τρίτη τώρα φορά δέν ἦλθε πρός αὐτούς, ἀλλά φανερώθηκε, δείχνοντας ὅτι ἦταν παρών σ᾿ αὐτούς ἀκόμη καί, ὅταν δέν βλεπόταν αἰσθητά· τούς ἐπέτρεπε, ὅμως, νά τόν βλέπουν, ὅταν ἤθελε· διότι τέτοια εἶναι ἡ δύναμη τῶν ἀθανάτων σωμάτων»27. «Τό “ἐφανέρωσε” καί “ἐφάνη” καί “ὤφθη” καί τά παρόμοια δηλώνουν ὅτι, ἐπειδή ἦταν ἄφθαρτο τό Σῶμα Του, ἦταν ἀφανής (ὁ ἀναστημένος Χριστός) στά σωματικά μάτια· φανερωνόταν, ὅμως, συγκαταβατικά καί κατ᾿ οἰκονομία»28, ὅποτε ἤθελε. «Ἄν δέν ἤθελε ὁ Ἰησοῦς νά φανερώση τόν ἑαυτό Του ἀπό συγκατάβαση, δέν θά βλεπόταν τό Σῶμα Του, διότι εἶχε γίνει ἄφθαρτο»29.

Ὄχι μόνο γινόταν ὁρατός, ὅταν ἤθελε, ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς, ἀλλά καί ὁρώμενος ἀναγνωριζόταν μόνο, ὅταν Αὐτός ἤθελε, ὅπως λόγου χάρη συνέβη μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία καί τούς δύο συνοδοιπόρους Του πρός Ἐμμαούς.

Ὅταν παρουσιάσθηκε γιά νά πείση τόν Θωμᾶ, δείχνοντάς του ὅτι ἦταν παρών καί χωρίς νά φαίνεται, ὅταν αὐτός δυσπιστοῦσε, τόν προσκαλεῖ νά Τόν ψηλαφήση στά σημεῖα τοῦ Πάθους Του. Καί ἔτσι, ἀφοῦ πίστεψε στήν Ἀνάσταση, ἡ ὁμολογία τοῦ Θωμᾶ καί ὁ δάχτυλός του ἔγιναν ὅπλο εὐσεβείας καί ἀποδεικνύουν ὅτι ὄχι φαινομενικά, ἀλλά πραγματικά ὁ Κύριος ἔλαβε ἀνθρώπινο σῶμα καί πραγματικά πέθανε καί ἀναστήθηκε30. Ἐνῶ, δηλαδή, παρουσιάζει ὅλα αὐτά τά πρωτοφανῆ φαινόμενα τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, συνάμα ψηλαφᾶται καί δείχνει τίς πληγές πού ὑπέστη. Ἄν καί «τό Σῶμα Του ἦταν πνευματικό, δηλαδή ἀπαλλαγμένο ἀπό κάθε παχύτητα»31 καί διερχόταν ἀπό τίς κλειστές θύρες, ἀλλά παρ᾿ ὅλα αὐτά ψηλαφᾶται καί ἔχει τήν προηγούμενη περιγραφή. Εἶναι ἄφθαρτο καί δοξασμένο τό Σῶμα Του, ἀλλά ταυτόχρονα «τό ἀπαθές καί ἀθάνατο Σῶμα μπορεῖ καί οὐλές νά δείξη καί τρυπήματα, πού ἔπαθε πρωτύτερα, σέ ὅσους θέλει, καί παρ᾿ ὅλα αὐτά νά μένη ἀπαθές καί ἀθάνατο»32. Ἐφ᾿ ὅσον ἀπέβαλε ὅλα τά πάθη, ἔπρεπε καί οἱ πληγές νά ἐξαφανισθοῦν ἀπό τό δοξασμένο Σῶμα Του· ὅμως, τίς διατήρησε, γιά νά μᾶς ὑπενθυμίζη ὅτι μέ αὐτές θεράπευσε τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀποκατέστησε σέ πολύ ἀνώτερη ἀπό τήν προτέρα δόξα του. «Τό πρωτοφανέστατο ἀπό ὅλα εἶναι ὅτι καί, ὅταν ἀναβίωσε καί ἀνέστησε ἀπό τήν φθορά τό Σῶμα, διατηρεῖ ἀκόμη αὐτές τίς πληγές, φέρει στό Σῶμα Του τίς οὐλές καί θεωρεῖ αὐτό τό πρᾶγμα στόλισμα καί χαίρεται δείχνοντας ὅτι ὑπέμεινε πάθη. Ἐνῶ ἀπέρριψε ὅλα τά ἄλλα στοιχεῖα τοῦ Σώματος καί κατέχει Σῶμα πνευματικό καί δέν Τοῦ ἔμεινε τίποτε ἀπό τά σωματικά, οὔτε βάρος, οὔτε πάχος, οὔτε ἄλλο πάθος, δέν ἀπέβαλε ἐντελῶς τά τραύματα, οὔτε ἐπούλωσε τελείως τίς πληγές, ἀλλά ἀπό τήν ἀγάπη Του πρός τόν ἄνθρωπο, θεώρησε σωστό νά τίς ἀνεχθῆ· διότι μέ αὐτές βρῆκε τόν χαμένο, κτυπώμενος συνέλαβε τόν ἀγαπημένο. Ἀλλοιῶς, πῶς θά ἦταν δυνατόν νά διατηροῦνται ἀκόμη τά ἴχνη τῶν πληγῶν σέ σῶμα ἀθάνατο, τά ἴχνη πού μερικές φορές ἡ τεχνική καί ἡ φύση ἐξαφανίζει ἀκόμη καί σέ θνητά καί φθαρτά σώματα; Ἀλλά, ὅπως φαίνεται, ἐπιθυμία Του ἦταν νά πονέση γιά μᾶς πολλές φορές· ἐπειδή, ὅμως, αὐτό δέν ἦταν δυνατόν, ἀφοῦ τό Σῶμα Του διέφυγε μιά γιά πάντα τήν φθορά, γι᾿ αὐτό βρῆκε ὀρθό νά διατηρήση στό Σῶμα τά σημεῖα τῆς θανατώσεως καί νά συνυπάρχη πάντοτε μέ τούς τύπους τῶν τραυμάτων»33.

Κατά τόν ἐπίγειο βίο Του ὁ Ἰησοῦς, ἄν καί ὡς Θεός, ἠδύνατο, ποτέ, ὅμως, δέν χρησιμοποίησε τήν παντοδυναμία Του γιά νά δημιουργήση κάτι ἐκ τοῦ μή ὄντος. Ὅμως, μετά τήν Ἀνάστασή Του, στήν Τιβεριάδα, «ἦταν θαῦμα οἱ ἄνθρακες, ὁ ἰχθύς καί ὁ ἄρτος πού ἔβλεπαν οἱ Μαθητές Του, διότι τά δημιούργησε ὄχι ἀπό ὕλη πού προϋπῆρχε, ὅπως πρῶτα στήν ἔρημο τά πέντε ψωμιά καί τά δύο ψάρια, ἀλλά ἁπλᾶ ἀπό τό τίποτε. Οἱ Μαθητές ἀπό φόβο καί εὐλάβεια δέν ρωτοῦσαν, μόνο ἔτρωγαν αὐτά πού γι᾿ αὐτούς (ὁ Κύριος) δημιούργησε»34. Ἔκανε αὐτό τό πρωτοφανές θαῦμα ὁ Χριστός, πού ἦταν ἀσυνήθιστο καί μεγαλύτερο ἀπό τά θαύματα πού ἔκανε πρίν τήν Ἀνάστασή Του «ἐπί τό θαυμαστότερον ἄγων τά σημεῖα»35. Ἦταν ὄντως ψάρι, ὄχι ἁλιευμένο θαυματουργικά ἀπό τήν θάλασσα, ἀλλά δημιουργημένο ἀπό τό μή ὄν καί ἄρτος ἕτοιμος36. Ἔδειξε τήν παντοδυναμία Του δημιουργώντας ἐκ τοῦ μή ὄντος ἐπειδή Αὐτός εἶναι ὁ Ὤν, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ μή ὄντος, τά πάντα δημιούργησε.

Τέλος, εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι μετά τήν Ἀνάστασή Του ὁ Κύριος ἐμφανίζεται μόνο στούς Ἀποστόλους Του καί στούς πιστούς. Γίνεται ἐμφανής «ὄχι σέ ὅλο τόν λαό, ἀλλά σέ μάρτυρες πού ἐκ τῶν προτέρων εἶχαν ἐκλεγῆ ἀπό τόν Θεό»37.

δ΄. Καρποί τῆς Ἀναστάσεως

Eξαιρετικά καί σωτήρια εἶναι τά ἔπαθλα τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ Χριστός νίκησε τόν θάνατο, ὥστε αὐτός πλέον νά μήν ὀνομάζεται θάνατος ἀλλά κοίμηση καί ὕπνος. Κατάργησε τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, πού κρατοῦσε δεμένες στόν ᾅδη τίς ψυχές τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος νεκρῶν. Συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες τοῦ ᾅδου καί ἀπελευθέρωσε τούς νεκρούς. Ὁ Χριστός, λοιπόν, ἀπέθανε πραγματικά καί κατῆλθε «στά κατώτερα μέρη τῆς γῆς»38, ὄχι ὡς αἰχμάλωτος, ἀλλά ὡς νικητής τοῦ θανάτου μέ τόν δικό Του θάνατο. Χωρίσθηκε ἡ ψυχή ἀπό τό Σῶμα Του, ἀλλά μέ τήν Θεότητά Του παρέμεινε ἑνωμένος καί μέ τήν ψυχή καί μέ τό Σῶμα Του. Ἔτρεμαν τά καταχθόνια τοῦ ᾅδου, ὅταν αἰσθάνθηκαν τήν θεϊκή Του παρουσία. Ἀνέσυρε ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου τό πλάσμα Του, τόν πρωτόπλαστο Ἀδάμ καί τούς ἀπογόνους Του.

Στόν Χριστό δόθηκε μετά τήν Ἀνάσταση κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί στήν γῆ. «Ὅποια ἐξουσία εἶχε ἀϊδίως ὡς Θεός, τήν παίρνει τώρα ὡς ἄνθρωπος»39.

Ὁ ἀναστημένος Χριστός ἔφερε στούς ταραγμένους καί φοβισμένους Μαθητές Του τήν εἰρήνη, πού διαλύει τόν φόβο καί διώχνει τό μῖσος. «Πολλές φορές ἔδωσε ὁ Θεός εἰρήνη στούς ἀνθρώπους, ὄχι ὅμως αὐτοπροσώπως, ἀλλά στέλνοντας τούς Ἀγ-γέλους, τούς Προφῆτες, τούς δικαίους ἀνθρώπους. Μόνο ὁ Σωτήρας φάνηκε ὁ Ἴδιος καί ἔδωσε εἰρήνη. Οἱ Ἄγγελοι, λοιπόν, πρόσφεραν τήν εἰρήνη, ποτέ, ὅμως, ὁ Κύριος τῶν Ἀγγέλων. Ἀλλά μέ τούς Ἀγγέλους ἔστελνε τήν εἰρήνη, κρατοῦσε, ὅμως, γιά τόν ἑαυτό Του τήν εὐαγγελική εἰρήνη. Καί οἱ Προφῆτες, ἐπειδή δέχθηκαν πολλές φορές ἀπό τούς Ἀγγέλους τήν εἰρήνη, ἐπιθυμοῦσαν πολύ νά δεχθοῦν εἰρήνη ἀπό τόν Κύριο τῆς εἰρήνης. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἡσαΐας φώναζε: “Κύριε, ὁ Θεός μας, δῶσε μας εἰρήνη”. “Ὄχι μέ ἄλλους ἀλλά ἐσύ ὁ ἴδιος δῶσε μας εἰρήνη”. Ἔπειτα ἀπό τήν παράκληση αὐτή ἦρθε ἡ ἀπάντηση: “Σᾶς δίνω τήν δική μου εἰρήνη”»40. «Στούς Μαθητές Του ἔδωσε εἰρήνη γιά τόν ὑποπτευόμενο (ἀπό αὐτούς) πόλεμο ἀπό τούς Ἰουδαίους καί στίς μα-θήτριες (Μυροφόρες) ἔδωσε χαρά, διότι ἦταν πολύ λυπημένες»41. Εἶναι μεγάλο ἀγαθό ἡ εἰρήνη πού ἔφερε ὁ Χριστός στήν γῆ μέ τήν Γέννηση καί τήν Ἀνάστασή Του. «Ὅλο τό ἔργο τῆς παρουσίας Του (Χριστοῦ) εἶναι ἡ εἰρήνη καί γι᾿ αὐτήν ἔκλινε τούς οὐρανούς, ὥστε νά κατέλθη στήν γῆ. Ἔκανε τά δύο μέρη ἕνα, κατέλυσε τό μεσότοι-χο τοῦ φραγμοῦ καί κατάργησε τήν ἔχθρα μέ τόν Σταυρό Του. Ὁλοκληρώνοντας ἤδη τήν σωτήρια Οἰκονομία, ἔδωσε στούς Ἀποστόλους Του ὡς κληρονομία τήν δική Του εἰρήνη σ᾿ ὅλο τόν κόσμο»42.

Ὁ ἀναστημένος Κύριος ἀπέστειλε τούς Μαθητές Του νά διδάξουν τά Ἔθνη καί νά βαπτίζουν ὅσους πιστεύουν. «Δέν εἶπε μόνο νά διδάσκετε, ἀλλά καί νά μαθητεύσετε ὅλα τά Ἔθνη. Διότι ἡ μέν διδαχή εἶναι ἔργο τῶν Ἀποστόλων σέ ἐκτέλεση τοῦ προστάγματος, τό νά ἀποκτοῦν, ὅμως, μαθητές καί νά βαπτίζουν δέν εἶναι ἔργο μόνο τῶν διδασκόντων, ἀλλά τῆς χάριτος καί δυνάμεως Αὐτοῦ πού πρόσταξε»43. «Αὐτήν τήν δύναμη ἐννοεῖ, ὅταν λέγη στούς Μαθητές Του “καθώς μέ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας ἔτσι καί ἐγώ στέλνω ἐσᾶς”44 καί ὄχι τόν (ὅμοιο) τρόπο, διότι ὁ Ἴδιος ἀπεστάλη ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα Του ὡς Κύριος. Τούς Ἀποστόλους, ὅμως, τούς ἐνίσχυσε στήν ἀποστολή τους μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα πού τούς ἔδωσε, ἐμφυσώντας στά πρόσωπά τους. Δείχνει μέ τό ἐμφύσημα ὅτι Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού, ὅταν δημιούργησε τόν πρῶτο ἄνθρωπο, “φύσησε στό πρόσωπό του καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος ψυχή ζωντανή”· μέ τήν παράβαση, ὅμως, τῆς ἐντολῆς ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τήν χάρη. Θέλοντας, λοιπόν, νά ἀνανεώση τό δημιούργημά Του καί νά ξαναδώση τό παλαιό δῶρο, φύσησε στό πρόσωπο τῶν Ἀποστόλων, ξαναδίνοντας στό δημιούργημά Του τήν παλαιά ἐκείνη δύ-ναμη πού τοῦ ἔδινε ζωή. Συγχρόνως ἐκπληρωνόταν καί ἡ προφητεία τοῦ προφήτου Ναούμ: “Ἀνέβηκε ἀπό τήν γῆ Ἐκεῖνος πού φυσᾶ στό πρόσωπό σου καί σέ ἀπαλλάσσει ἀπό τήν θλίψη σου”45 »46.

Ὁ Χριστός νίκησε τόν θάνατο καί δόξασε τήν ἀνθρώπινη φύση, καθιστώντας την ὁμόθρονη μέ τόν Πατέρα, καί «εἶναι ὁ μόνος πού ἔγινε ἀρχή τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καί ὁ μόνος πού κατέστη ἀπαρχή τῶν νεκρῶν καί Πρωτότοκος ἀπό τούς νεκρούς καί πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί ὅπως ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, πεθαίνουν διά τοῦ Ἀδάμ, ἔτσι διά τοῦ Χριστοῦ θά ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀλλά ὁ καθένας στήν τάξη του»47. Ὁ Κύριος τό σῶμα τῆς ταπεινώσεώς μας θά τό μετασχηματίση καί θά τό κάνη «ὁμοιόμορφο μέ τό Σῶμα τῆς δόξας Του»48, «χωρίς νά ἐννοῆται ἡ μεταβολή ὡς μετάβαση σέ ἄλλη μορφή, ἀλλά μᾶλλον ὡς μετάβαση ἀπό τήν φθορά στήν ἀφθαρσία»49.

Τέλος, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀναζώωση καί ἐπάνοδος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Εἶναι ἡ δημιουργία, ἡ ἀρχή καί ἡ ἀφετηρία μιᾶς νέας ζωῆς, «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχή». Εἶναι πραγματική μετάβαση καί ἀνύψωση στό κρεῖττον καί τέλειο. «Εἶναι ἄλλη γέννηση, ἄλλος βίος, ἄλλο εἶδος ζωῆς, εἶναι μεταστοιχείωση τῆς φύσεώς μας»50. «Εἶναι ἀνάπλαση τῆς φύσεώς μας, ἡ ὁποία πλεονεκτεῖ ἀπό τήν διάπλαση τοῦ ἀνθρώπου στόν παράδεισο, γενικά μέ τήν πλήρη ἀτρεψία τῶν ὅλων καί εἰδικά μέ τήν κατά χάρη ἄρρητη θέωση τῶν Ἁγίων»51.

Μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Σωτήρ δέν ἔδειξε μόνο τήν δόξα Του, ὅπως στό Θαβώρ, ἀλλά μαζί μέ τήν δόξα Του –τό ἄκτιστο φῶς– πού ἀνέτειλε ἀπό τόν κενό Τάφο, ἔδειξε στούς Μαθητές Του τό δοξασμένο Σῶμα Του μέ τίς νέες ἰδιότητες τῆς ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἔδειξε τόν «καινό ἄνθρωπο». Καινός ἄνθρωπος εἶναι οὐσιαστικά μόνον ὁ Θεάνθρωπος, καί γίνονται (παρόμοιοι) ὅλοι ὅσοι ἀνήκουν στό σῶμα Του καί ἀποτελοῦν ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτός ὁ νέος, ὁ χριστοφόρος καί χριστοειδής ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος στό γένος τῶν ἀνθρώπων ἀθάνατος, αἰώνιος, πού δέν γερνᾶ, ἐπειδή ἡ αἰωνιότητα καί ἡ θεανθρωπότητα δέν γερνοῦν52. Στήν ἀτελεύτητη Βασιλεία Του τά πάντα εἶναι ἐπίσης καινά καί «χρόνος οὐκ ἔστι». Ἐκεῖ εἶναι ἡ κοινωνία τῶν κατά χάριν θεωμένων μέ τήν Ἁγία Τριάδα. Τότε τά ἀναστημένα σώματα θά εἶναι ντυμένα τήν ἀτρεψία, τήν ἀφθαρσία καί τήν ἀθανασία.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Μάρκ. η΄, 31· Μάρκ. ι΄, 34· Μάρκ. ιδ΄, 28.

2. Ματθ. ιζ΄, 9.

3. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Ε΄, Εἰς τήν φωτο-

φόρον καί ἁγίαν Ἀνάστασιν, PG 46, 688.

4. Ἁγ. Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν

Ἀνάστασιν, ΕΠΕ 36, σ. 161.

5. Ζιγαβηνοῦ, Εἰς τό κατά Ματθαῖον, κεφ. ΜΓ΄, PG

129, 545B.

6. Βλ. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Α΄, Εἰς τό Ἅ-

γιον Πάσχα, PG 46, 613B.

7. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Β΄, Περί τῆς Ἀνα-

στάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 46,

636.

8. [Μ. Ἀθανασίου], Περί Σαββάτων καί περιτομῆς

ΕΠΕ 12, σ. 121–123.

9. ΘΗΕ, τόμ. 2, στ. 598.

10. Ἁγ. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τό ὅτι «Οὐκ ἀκίν-

δυνον τοῖς ἀκροαταῖς σιγᾶν τά λεγόμενα ἐν Ἐκ-

κλησίᾳ», ΕΠΕ 26, σ. 341.

11. Αὐτόθι, σ. 349.

12. Ἁγ. Χρυσοστόμου, Εἰς τό κατά Ματθαῖον, Ὁμι-

λία ΠΘ΄, ΕΠΕ 12, σ. 367.

13. Βλ. Αὐτόθι, σ. 375.

14. Βλ. Ματθ. κη΄, 5–7.

15. Ζιγαβηνοῦ, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, κεφ. ΙΗ΄, PG 129,

1481A.

16. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία Κ΄, Εἰς τό

ὄγδοον Ἑωθινόν, ΕΠΕ 9, σ. 585.

17. Ἁγ. Χρυσοστόμου, Εἰς τάς Πράξεις, Ὁμιλία Ϟ΄,

ΕΠΕ 15, σ. 177.

18. Ρωμ. ς΄, 9.

19. Ἁγ. Ἰουστίνου, Δογματική, σ. 77.

20. Ζιγαβηνοῦ, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, PG 129, 1481D.

21. Θεοδωρήτου Κύρου, Ἑρμηνεία εἰς τόν ϞΒ΄, Ψαλ-

μόν, PG 80, 1624C.

22. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Β΄, Περί τῆς Ἀνα-

στάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 46,

637B.

23. Ψαλμ. Ϟβ΄, 1.

24. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις…, ΕΠΕ 1, σ. 421.

25. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΚΑ΄, Εἰς τήν

Ἀνάληψιν, ΕΠΕ 10, σ. 32–34.

26. Ζιγαβηνοῦ, Εἰς τό κατά Λουκᾶν, PG 129, 1100.

27. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΚΓ΄, Εἰς τό

δέκατον Ἑωθινόν, ΕΠΕ 10, σ. 85.

28. Ζιγαβηνοῦ, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, κεφ. ΙΗ΄, PG 129,

1492A.

29. Ἁγ. Θεοφυλάκτου, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, PG 124,

304.

30. Βλ. Ἁγ. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Ἀνάληψιν, Ὁμιλία

Β΄, ΕΠΕ 36, σ. 247–249.

31. Ἁγ. Θεοφυλάκτου, Εἰς τό κατά Λουκᾶν, κεφ. ΚΔ΄,

PG 123, 1121A.

32. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΙΖ΄, Ἐξήγη-

σις τοῦ μυστηρίου τοῦ Σαββάτου καί τῆς Κυρια-

κῆς, ΕΠΕ 9, σ. 509.

33. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζω-

ῆς, Λόγος Ϟ΄, ΕΠΕΦ 22, σ. 519.

34. Ἁγ. Θεοφυλάκτου, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, κεφ. ΚΑ΄,

PG 124, 305–308.

35. Ἁγ. Ἀθανασίου Κορίνθου, Εἰς τό κατά Ἰωάννην,

PG 106, 1289.

36. Βλ. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΚΓ΄, Εἰς

τό δέκατον Ἑωθινόν, ΕΠΕ 10, σ. 81–83.

37. Πράξ. ι΄, 41.

38. Ἐφ. δ΄, 9· Α΄ Πέτρ. γ΄, 19· Ἰωάν. α΄, 5.

39. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΛΗ΄, Εἰς τό

πρῶτον Ἑωθινόν, ΕΠΕ 10, σ. 475.

40. Ἁγ. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Ἀνάληψιν, Ὁμιλία Β΄,

ΕΠΕ 36, σ. 239–241.

41. Ζιγαβηνοῦ, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, κεφ. ΙΗ΄, PG 129,

1484D–1485A.

42. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία Α΄, Περί τῆς

πρός ἀλλήλους εἰρήνης, ΕΠΕ 9, σ. 39–41.

43. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΛΗ΄, Εἰς τό

πρῶτον Ἑωθινόν, ΕΠΕ 10, σ. 475–477.

44. Ἰωάν. κ΄, 21.

45. Ναούμ β΄, 2.

46. Ἁγ. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Ἀνάληψιν, Ὁμιλία Β΄,

ΕΠΕ 36, σ. 241–243.

47. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΙΘ΄, Εἰς τό

κατά τήν Σαμαρείτιδα τοῦ Χριστοῦ Εὐαγγέλι-

ον, ΕΠΕ 9, σ. 545.

48. Φιλιπ. γ΄, 20.

49. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις…, ΕΠΕ 1, σ. 569.

50. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Α΄, Εἰς τό Ἅγιον

Πάσχα, PG 46, 604C.

51. Ἁγ. Μαξίμου, Πρός Θαλάσσιον, Ἐρώτ. ΝΔ΄, PG

90, 532C.

52. Ἁγ. Ἰουστίνου, Δογματική, σ. 141.

 

24/4/22