Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΑΣΚΗΤΕΣ»

ιγ΄. Διάσωση ἀπό τούς ἁγίους Τεσσαράκοντα

Ἀ­μέ­σως τό­τε μί­α ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε γύ­ρω ἀ­πό μᾶς τούς δύ­ο καί  δέν κα­τα­λα­βαί­να­με τό κρύ­ο. Ἦ­ταν ἡ πα­ρου­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων πού καί αὐ­τοί ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πό τό ψῦ­χος. Ἡ νύ­χτα πέ­ρα­σε ἔ­τσι καί τό πρωΐ, ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­να­με τόν θά­να­το, ἦρ­θε δι­α­τα­γή ἐ­μᾶς τούς δύ­ο κα­λο­γή­ρους νά μή μᾶς ἐ­κτε­λέ­σουν.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἀγάπη πρός ὅλους

Ὁ σύλ­λο­γος εἶ­χε στό­χους φι­λαν­θρω­πι­κούς. Βο­η­θοῦ­σαν πτω­χές οἰ­κο­γέ­νει­ες, πάντρευ­αν πτω­χά κο­ρί­τσια, δι­έ­θε­ταν χρή­μα­τα καί σπού­δα­ζαν πτω­χά παι­διά πού εἶ­χαν ζῆ­λο γι­ά μά­θη­ση. Δέν πα­ρέ­λει­παν νά βο­η­θοῦν στό κτί­σι­μο καί ἐ­ξω­ρα­ϊ­σμό να­ῶν.

Περιστατικά – ια’. Ἡ ζάχαρη ἔδιωξε τήν γλυκύτητα τῆς εὐχῆς

Αὐ­τός εἶ­χε τήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς θε­ί­ας Χάριτος καί ἔ­πρε­πε νά πε­ρι­φρο­νῆ τίς ἀν­θρώ­πι­νες ”γλυκύτητες”. Ὑ­πο­χώ­ρη­σε ὅ­μως στήν γλυ­κύ­τη­τα τῆς ζά­χα­ρης καί ὁ Θε­ός τοῦ στέ­ρη­σε γιά λί­γο τήν θε­ί­α πα­ρη­γο­ριά.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Κατά τήν πίστη καί τά θαύματα

Τό­τε τό τουρ­κά­κι συγ­κλο­νί­σθη­κε καί ὡ­μο­λό­γη­σε: «Ἀ­φέντη, ἡ πί­στη ἐ­σᾶς τῶν χρι­στια­νῶν εἶ­ναι με­γά­λη. Τό νε­ρό δέν εἶ­ναι ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα». Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος τό δέ­χθη­κε ὡς ἁ­γί­α­σμα καί κα­τά τήν πί­στη του ἔ­γι­νε καί ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ ζώ­ου.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιδ΄. Τατιανή Σαββίδου

Αὐ­τό τό δι­η­γή­θη­κε στήν Τα­τια­νή καί ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­πε: «Ἔ! π. Χρῆ­στο. Δέν ξέ­ρεις ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι εἶ­ναι γύ­ρω μας; Ἐ­γώ πολ­λές φο­ρές ἐ­δῶ στόν ἁ­η–Γι­ώρ­γη ἔ­χω δεῖ καί Ἀγ­γέ­λους καί Ἁ­γί­ους».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Λαϊκοί ἀσκητές στό Ἅγιον Ὄρος

Ὁ λα­ϊ­κός αὐ­τός ἀ­σκη­τής ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἀ­γω­νι­στής. Ἔ­τρω­γε κά­θε δέ­κα μέ­ρες καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν νά μι­μη­θῆ τόν ὅ­σιο Μά­ξι­μο τόν Καυ­σο­κα­λυ­βί­τη, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια.

Περιστατικά – ι’. Ἐ­νά­ρε­τοι Χα­τζη­γε­ωρ­γιᾶ­τες

Ὁ ἴ­διος, πή­γαι­νε πά­λι ἀ­γόγ­γυ­στα καί τό γέ­μι­ζε. Καί ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν ἐ­πι­σκέ­πτες, οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες το­ύς ἔ­στελ­ναν στόν π. Χε­ρου­βε­ίμ, καί για­τί τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἐ­νά­ρε­το…

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιθ΄. Λαμπρινή Βέτσιου

Δέν ἀγα­ποῦ­σε τά χρή­μα­τα, ἦταν ἀνάρ­γυ­ρη. Τό μό­νο πού τήν ἐν­διέ­φε­ρε ἦταν νά μπο­ρῆ νά κά­νη ἐλε­η­μο­σύ­νες καί νά βο­η­θᾶ τόν κό­σμο. Ὅλη τήν σύ­ντα­ξή της τήν μοί­ρα­ζε σέ ἐλε­η­μο­σύ­νες. Ἐπί­σης ὅταν τά παι­διά της τῆς ἔδι­ναν χρή­μα­τα, τά διέ­θε­τε καί αὐ­τά γιά νά βο­η­θᾶ φτω­χούς.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμωρία βλασφήμου

Ἀ­πό κα­κή συ­νή­θεια μέ κά­ποι­α ἀ­φορ­μή ὁ ἄν­δρας βλα­σφή­μη­σε τά θεῖα καί τό­τε ἀ­μέ­σως πα­ρου­σι­ά­στη­καν μπρο­στά του δαί­μο­νες, τόν ἅρ­πα­ξαν καί τόν πῆ­γαν σέ μί­α σπη­λιά πού βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πό τό χω­ριό. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν κα­τοι­κί­α δαι­μό­νων.

Περιστατικά – ιβ’. Κρυφοί ἐργάτες τῆς εὐχῆς

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν νη­πτι­κός καί δι­α­κρι­τι­κός. Κάποτε πῆ­γε νά λει­τουρ­γη­θῆ σέ κά­ποι­ο Κελ­λί. Ἐ­κεῖ οἱ πα­τέ­ρες δι­ά­βα­ζαν τόν Ἅ­γιο Ἐ­φρα­ίμ καί ἔ­κα­ναν δη­μό­σια ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση πρίν ἀ­πό τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α. Το­ύς εἶ­πε ὅ­τι δέν εἶ­ναι σω­στό αὐ­τό, για­τί μέ τήν ἀ­κοή τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των μο­λύ­νε­ται ὁ λο­γι­σμός τους καί οἱ πα­τέ­ρες τό δέ­χθη­καν.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἑπτάκις ἐσώθη

Ὁ πα­τέ­ρας μου κιν­δύ­νε­ψε νά θα­να­τω­θῆ ἑ­πτά φο­ρές. Προ­τί­μη­σε τόν θά­να­το, παρά νά ὑποκύψη στούς ἐκ­βια­σμούς τῶν Τούρ­κων νά βε­βη­λώ­ση τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες. Ἔ­φθα­νε μέ­χρι τήν καρ­μα­νι­ό­λα καί πά­ντα τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή κά­ποι­ος τοῦ χά­ρι­ζε τήν ζωή. Ἦταν δί­και­ος καί πι­στός ἄν­θρω­πος.

Περιστατικά – η΄. Κόπος καί παράκληση μοναχοῦ – θ΄. Τό παλάτι τοῦ μοναχοῦ

Τά γε­γο­νό­τα, ὅ­πως ἐ­ξε­λί­χθη­καν, δεί­χνουν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ ὁ­ρά­μα­τος. Ἀλ­λά καί ὁ μο­να­χός αὐ­τός θά ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος καί ἀ­γω­νι­στής γιά νά τοῦ ἑ­τοι­μα­σθῆ τέ­τοι­ο πα­λά­τι.

Σελίδες