Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΑΣΚΗΤΕΣ»

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιθ΄. Λαμπρινή Βέτσιου

Δέν ἀγα­ποῦ­σε τά χρή­μα­τα, ἦταν ἀνάρ­γυ­ρη. Τό μό­νο πού τήν ἐν­διέ­φε­ρε ἦταν νά μπο­ρῆ νά κά­νη ἐλε­η­μο­σύ­νες καί νά βο­η­θᾶ τόν κό­σμο. Ὅλη τήν σύ­ντα­ξή της τήν μοί­ρα­ζε σέ ἐλε­η­μο­σύ­νες. Ἐπί­σης ὅταν τά παι­διά της τῆς ἔδι­ναν χρή­μα­τα, τά διέ­θε­τε καί αὐ­τά γιά νά βο­η­θᾶ φτω­χούς.

Περιστατικά – δ΄. Συ­νέ­δριο δαι­μό­νων – ε΄. Ἀ­σκη­τι­κό σπή­λαι­ο πλη­σί­ον τῶν Κα­ρυ­ῶν

Ἐ­κεῖ εἶ­δε δαί­μο­νες μα­ζε­μέ­νους νά ἔ­χουν σύ­να­ξη, νά συ­νε­δριά­ζουν. Εἶ­χε ἀ­ρε­τή ὁ Πνευ­μα­τι­κός καί τούς ρώ­τη­σε τί συ­ζη­τᾶ­νε. Ἀ­πάν­τη­σε ἕ­νας ἀ­πό τούς δαί­μο­νες: «Προ­σπα­θοῦ­με νά βά­λου­με χα­λι­νά­ρι στούς Ἡ­γου­μέ­νους καί με­τά μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦν καί οἱ κα­λό­γε­ροι».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τήρηση ἀργίας

Οἱ χρι­στια­νοί πα­λαι­ό­τε­ρα σέ­βο­νταν πο­λύ τήν ἀρ­γί­α, τήν τη­ροῦ­σαν μέ φό­βο Θε­οῦ, δέν ἦ­ταν μί­α ἁ­πλῆ τυ­πι­κή πρά­ξη. Ἡ τή­ρη­σή της ἦ­ταν πρό­ξε­νος εὐ­λο­γί­ας καί ἡ πα­ρά­βα­ση ἐ­πέ­φε­ρε δο­κι­μα­σί­ες καί ὄ­λε­θρο.

Περιστατικά – α΄. Ἡ μετάνοια τοῦ ἐξωμότου Ἐπισκόπου

Με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα ἕ­νας ἀπ᾿ αὐ­τούς ἀ­πάν­τη­σε: «Πα­πᾶ ἐ­φέν­τημ, ὅ­ση ὥ­ρα τό ἔ­κα­νες αὐ­τό ἤ­σου­να δύ­ο πή­χεις πά­νω ἀ­πό τήν γῆ».
Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τό ὁ Ἐ­πί­σκο­πος ἐ­ξε­πλά­γη καί βγαί­νον­τας ἔ­ξω ἔ­κλα­ψε με­τα­νοι­ω­μέ­νος λέ­γον­τας: «Ἐ­γώ ἀρ­νή­θη­κα τόν Κύ­ριο, ἀλ­λά αὐ­τός δέν μέ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Ἡ θεί­α χά­ρις Του μέ σκε­πά­ζει ἀ­κό­μα».

Περιστατικά – η΄. Κόπος καί παράκληση μοναχοῦ – θ΄. Τό παλάτι τοῦ μοναχοῦ

Τά γε­γο­νό­τα, ὅ­πως ἐ­ξε­λί­χθη­καν, δεί­χνουν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ ὁ­ρά­μα­τος. Ἀλ­λά καί ὁ μο­να­χός αὐ­τός θά ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος καί ἀ­γω­νι­στής γιά νά τοῦ ἑ­τοι­μα­σθῆ τέ­τοι­ο πα­λά­τι.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἡ Παναγία ἔδιωξε τήν θανατηφόρο γρίππη

Δι­η­γή­θη­κε ἡ Με­σο­λογ­γί­τισ­σα Γε­ωρ­γί­α Μω­ρα­ΐ­του: «Τό ἔ­τος 1918 ἔ­πε­σε θα­να­τη­φό­ρα γρίπ­πη στό Με­σο­λόγ­γι. Παρ᾽ ὅ­λες τίς φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες τῶν για­τρῶν, ὁ ἕ­νας με­τά τόν ἄλ­λον κολ­λοῦ­σαν γρίπ­πη καί με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες πέ­θαι­ναν ἐ­ξαντλη­μέ­νοι.

Περιστατικά – γ΄. Τό κα­λό τέ­λος τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ

Τρεῖς ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του εἶ­δε τό ἑ­ξῆς ὅ­ρα­μα. Τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­καν τέσ­σε­ρις νέ­οι, πού φο­ροῦ­σαν δι­α­κο­νι­κά στι­χά­ρια καί ἦ­ταν πε­ρι­ζω­σμέ­νοι μέ ὀ­ρά­ρια. Αὐ­τοί οἱ νέ­οι τόν προ­σκα­λοῦ­σαν νά πά­η μα­ζί τους τα­ξί­δι. Τούς ἀ­πήν­τη­σε:

Περιστατικά – ς΄. Ἡ Παναγία δείχνει ἐργόχειρο σέ μοναχό – ζ΄. Ὁ μοναχός πού ἔβγαλε ἁγίασμα

Δι­η­γοῦν­ται πα­λαι­οί Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες ὅ­τι κά­πο­τε στή Νέ­α Σκή­τη ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας εὐ­λα­βής καί ἀ­γω­νι­στής μο­να­χός. Ἀλ­λά μή γνω­ρί­ζον­τας ἐρ­γό­χει­ρο, ζοῦ­σε ἀ­πό εὐ­λο­γί­ες (ἐ­λε­η­μο­σύ­νες). Ὁ­πό­τε μία φο­ρά τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ λέ­γει:

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τιμή στίς ἑορτές

Ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ κελ­λα­ριοῦ καί μπῆ­κε μέ­σα ὁ ἅγιος Βα­σί­λει­ος, ψη­λός, φο­ρώ­ντας ἄσ­πρα ἄμ­φια, καί τῆς εἶ­πε: “Τέ­τοι­α μέ­ρα βρῆ­κες;” καί τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι. Τά ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα τῶν δα­κτύ­λων πα­ρέ­μει­ναν στό μά­γου­λό της σ᾿ ὅ­λη τήν ζω­ή της.

Περιστατικά – β΄. Πειρατές σεβάστηκαν τήν ἀρετή

Εἶ­δαν το­ύς πα­τέ­ρες νά ξε­φουρ­νί­ζουν τό ψω­μί τους καί το­ύς πα­ρα­κά­λε­σαν νά το­ύς δώ­σουν ψω­μί. Το­ύς ἔ­δω­σαν ὅ­λα τά ψω­μιά, οἱ πει­ρα­τές το­ύς εὐ­χα­ρί­στη­σαν, τά πλή­ρω­σαν μέ δη­νά­ρια καί ἔ­φυ­γαν. Ἐ­δῶ ἐ­φαρ­μό­στη­κε τό «οἶ­δεν ἀ­ρε­τήν ἀν­δρῶν καί πο­λέ­μιος θαυ­μά­ζειν».

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ ἅγιος Προκόπιος τόν πῆρε στό ἄλογό του

Ἡ μη­τέ­ρα κα­τά­λα­βε ὅ­τι πρό­κει­ται γι­ά θαῦ­μα τοῦ ἁ­γί­ου Προ­κο­πί­ου. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα παίρ­νει τόν Ἀντώ­νη καί πη­γαί­νουν στήν Ἐκ­κλη­σί­α του στό κοντι­νό Χω­ριό Ψω­ρα­ροί (σή­με­ρα Ἅγιος Προ­κό­πιος). Μό­λις εἶ­δε τήν εἰ­κό­να του ὁ Ἀντώ­νης ξε­φώ­νη­σε: «Αὐ­τός ἦ­ταν, μάν­να μου, πού μέ γλύ­τω­σε».

Σελίδες