Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΑΣΚΗΤΕΣ»

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τά τάματα πρέπει νά ἐκπληρώνωνται

Παρ᾿ ὅλα αὐτά τήν ­πῆ­ραν πά­λι ξε­χνώντας τό τά­μα τους. Τό­τε πά­λι ἀρ­ρώ­στη­σε καί πλέ­ον κα­τε­νό­η­σαν ὅ­τι ὁ Θε­ός ζη­τᾶ τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ τά­μα­τος. Πλέ­ον τήν ἄ­φη­σαν ἐ­λεύ­θε­ρη νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ στόν Θε­ό καί νά ὑ­πη­ρε­τή­ση τήν Πα­να­γί­α στό Μο­να­στή­ρι της.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιζ΄. Πατήρ Εὐστράτιος Παπαχρήστου

Κά­πο­τε ἔ­κα­νε στό σπί­τι του στήν Με­γά­λη Χώ­ρα εὐ­χέ­λαι­ο. Ξαφ­νι­κά ἦλ­θε τό ζεῦ­γος Α. Λ. μέ τό μι­κρό παι­δά­κι τους στά χέ­ρια. «Πά­τερ, σταύ­ρω­σε τό παι­δί, εἶ­ναι πο­λύ ἄρ­ρω­στο. Σταύ­ρω­σέ το καί θά τό πᾶ­με ἀ­μέ­σως στόν για­τρό στό Ἀ­γρί­νιο». Ὁ π. Εὐ­στρά­τιος τό σταύ­ρω­σε μέ τό ἅ­γιο ἔ­λαι­ο τοῦ εὐ­χε­λαί­ου καί τούς εἶ­πε: «Πη­γαί­νε­τε στό σπί­τι σας. Τό παι­δί θά γί­νει κα­λά». Ἔ­τσι καί ἔ­γι­νε.

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – ε΄. Μαρία Μιχαήλ [1]

Μέ τήν μεγάλη πίστη της στόν Θεό ὕψωνε τά χέρια καί τά μάτια στόν οὐρανό καί ἔλεγε: «Δοξάζω Σε, Θεέ μου, πού μοῦ τούς ἐπῆρες, Εὐχαριστῶ  Σε, Θεέ μου». Αὐτό τό ἐπαναλάμβανε πολλές φορές κλαίγοντας καί πρόσθετε: «Δέν θά τά βάλω μέ τόν Θεό. Ποιά εἶμαι ἐγώ; Ἔτσι ἤθελε ὁ Θεός». Βάπτισε  δύο κοριτσάκια πολύ φτωχῆς οἰκογένειας καί ἔδωσε τά ὀνόματα τῶν πεθαμένων κοριτσιῶν της, ὀνομάζοντάς τα Στυλιανή καί Χρυστάλλα.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιδ΄. Τατιανή Σαββίδου

Αὐ­τό τό δι­η­γή­θη­κε στήν Τα­τια­νή καί ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­πε: «Ἔ! π. Χρῆ­στο. Δέν ξέ­ρεις ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι εἶ­ναι γύ­ρω μας; Ἐ­γώ πολ­λές φο­ρές ἐ­δῶ στόν ἁ­η–Γι­ώρ­γη ἔ­χω δεῖ καί Ἀγ­γέ­λους καί Ἁ­γί­ους».

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – δ΄. Κωνσταντῖνος Μικρός, ὁ εὐλαβής νεωκόρος

Ἀκοῦς τί σοῦ λέω; Νά φύγης τώρα ἀμέσως! Κι ὅταν φτάσης ἀπέναντι, στό νησί, τότε θά γίνη κι ἡ συνθηκολόγηση. Τράβα μπροστά καί μή φοβᾶσαι! Καί ποιός εἶσαι ἐσύ πού μοῦ τά λές ὅλα αὐτά;, ρώτησε ἀπορημένος ὁ Κώστας. Εἶμαι ὁ Ἅγιος Δημήτριος!, ἀπάντησε ὁ νεαρός στρατιώτης καί ἀμέσως ἐξαφανίστηκε ἀπό μπροστά του.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Κρυμ­μέ­νο ἅ­γιο Λε­ί­ψα­νο – Θρῆ­νος Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου γιά ἕ­να λο­γι­σμό!

Γέροντας Ἁ­γι­αν­να­νί­της δι­η­γή­θη­κε: «Πέν­τε–ἕ­ξι  φο­ρές κά­τω­θεν τοῦ Κυ­ρια­κοῦ εἶ­δα ἕ­να φῶς γλυ­κό, ἤ­ρε­μο. Δέν ἔ­κα­να καμ­μί­α ἐ­νέρ­γεια. Με­τά ἀ­πό δύ­ο–τρεῖς ἡ­μέ­ρες, ἐ­νῶ ἦ­ταν νύ­χτα, ἀ­κού­ω φω­νές ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ πού βρί­σκε­ται ἀ­μέ­σως κά­τω ἀ­πό τό Κυ­ρια­κό. Μέ φώ­να­ξαν. 

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. Πόλεμος καί βοήθεια Ἱερομονάχου – Ὁ γερω–Ἰωσήφ διώχνει τόν πειρασμό

Κα­τά θε­ί­α πρό­νοι­α συ­νέ­βη νά ἀ­πο­κτή­ση ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό Λει­ψα­νά­κι τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τοῦ Σπη­λαι­ώ­του. Μέ εὐ­λά­βεια τό με­τέ­φε­ρε στόν κῆ­πο καί πα­ρα­κά­λε­σε: «Θέ­λω νά μοῦ τό ἀ­πο­δεί­ξης, γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ, ἄν ἔ­χης παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό, δι­ό­τι τό­σο και­ρό βα­σα­νί­ζο­μαι μέ τήν σκιά πού τήν βλέ­πω καί τήν ἀ­κού­ω, καί μέ τόν σει­σμό». Ἀ­πό τό πρῶ­το βρά­δυ ἔ­πα­ψαν ὅ­λα. Ἀ­πό τό­τε βε­βαι­ώ­θη­κε ὁ κη­που­ρός ὅ­τι ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ ἔ­χει παρ­ρη­σί­α στόν Θε­ό.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. νε΄. Οἱ ἅ­γιοι Τα­ξιά­ρχες ἐ­πι­σκέ­φθη­καν ἀ­σθε­νῆ , νς΄. Φο­βε­ρός πό­λε­μος μέ δαι­μό­νια ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας

Στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Με­γί­στης Λαύ­ρας ζοῦ­σε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­να γε­ρον­τά­κι, ὀ­νό­μα­τι Μᾶρ­κος.  Στόν κό­σμο ἦ­ταν χω­ρο­φύ­λα­κας. Ἔ­γι­νε μο­να­χός καί τοῦ ἔ­δω­σαν τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ βορ­δο­νά­ρη (φρόν­τι­ζε τά ζῶ­α). Στήν ἀρχή κά­πνι­ζε κα­νέ­να τσι­γά­ρο καί ἔ­πι­νε κα­νέ­να κρα­σά­κι ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­δει­ξε με­τά­νοι­α καί ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος. Ὕστε­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε καί ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι.

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – Ἰωάννης Παχουλίδης, ὁ ἐρημίτης

«Ἄκουσε, παιδί μου, γρήγορα θά φύγης ἀπό ἐκεῖ». Τοῦ εἶπα: «Γιατί θά φύγω; Εἶναι πολύ καλό τό μέρος καί οἱ συγγενεῖς τῆς γυναίκας πού θά πάρω, εἶναι καλοί ἄνθρωποι». Αὐτός πάλι μοῦ εἶπε: «Θά φύγετε, ἐν᾿ ν᾿ ἄρτουν οἱ Καράμανοι (Τοῦρκοι) νά σᾶς διώξουν». Αὐτό ἦταν προφητεία, ἡ ὁποία ἐκπληρώθηκε ἀκριβῶς, διότι πράγματι, μᾶς ἔδιωξε τήν 20ή Ἰουλίου  1974 ἡ βάρβαρη εἰσβολή τοῦ τουρκικοῦ Ἀττίλα.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – β΄. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ νέος ἐλεήμων

Μιά νύ­χτα φαί­νε­ται στόν ὕ­πνο τῆς μη­τέ­ρας τοῦ τρελ­λοῦ παι­διοῦ ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης λέ­γο­ντάς της νά μήν κλαί­η για­τί τό παι­δί της θά γί­νει κα­λά. Νά τοῦ δώ­ση νά­ πι­ῆ νε­ρό στό ὁ­ποῖ­ο νά βά­λη μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­μα τοῦ τά­φου του, καί νά κά­ψη ἕ­να κομ­μα­τά­κι ἀ­πό τό φε­λώ­νι νά τό θυ­μιά­ση. Ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε ὁ ἅ­γιος καί τό παι­δί της ἔ­γι­νε κα­λά.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Οἱ πα­τέ­ρες ὅ­μως πί­σω ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά δι­έ­κρι­ναν τήν πρό­νοι­α τῆς θαυ­μα­τουρ­γῆς Πορ­τα­ΐτισ­σας, πού σ᾿ ὅ­λο τό Ὄ­ρος, καί πιό πο­λύ σ᾿ αὐ­τό τό Μο­να­στή­ρι, εἶ­ναι τό­σο αἰ­σθη­τή μέ­χρι σή­με­ρα μέ τά συ­νε­χῆ θαύ­μα­τα τῆς εἰ­κό­νος καί τήν κίνηση τῆς καν­δή­λας. Καί βε­βαι­ώ­θη­καν γιά μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά ὅ­τι ἡ Πα­να­γί­α ἐ­πι­θυ­μεῖ νά μή στα­μα­τᾶ ἡ εὐ­λο­γί­α καί ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι της, καί ὅτι αὐ­τή ἔ­χει τόν τρό­πο νά οἰ­κο­νο­μῆ τά ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ια΄. Ἀθηνᾶ Σγούρου

«Ἀ­πό ποῦ;», τήν ρώ­τη­σαν οἱ ἀ­δελ­φές της. «Ἀ­κοῦ­στε καί θά σᾶς πῶ. Βρέ­θη­κα σέ σκο­τά­δι βα­θύ καί ἤ­θε­λα νά προ­χω­ρή­σω, νά φύ­γω ἀ­πό ἐ­κεῖ, νά δῶ φῶς. Μοῦ φά­νη­κε πώς κά­ποι­ος ἦ­ταν κοντά μου καί ὅ­πως προ­χω­ροῦ­σα, μέ συ­νώ­δευ­ε. Ἤ­ξε­ρε καί τ᾿ ὄ­νο­μά μου καί μοῦ εἶ­πε:

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά ἀ­ρε­τές, κρύ­βει τά πά­θη του, καί ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά πά­θη, κρύ­βει τίς ἀ­ρε­τές του». 

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Κά­ποι­ος Γέ­ρον­τας ἔ­δω­σε τίς λί­γες οἰ­κο­νο­μί­ες του σέ γνω­στό του γιά νά τίς φυ­λά­ξη. Ὅ­ταν ζή­τη­σε νά τίς πά­ρη, ἐ­κεῖ­νος δέν τίς ἐ­πέ­στρε­φε καί ἄρ­χι­σε νά βρί­ζη καί νά κα­τα­ρι­έ­ται τόν μο­να­χό. Αὐ­τός, ὁ ἀδικημένος, πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­πό τήν λο­γο­μα­χί­α, δέ­χθη­κε τήν ἀ­δι­κί­α καί ἤ­ρε­μα τοῦ εἶ­πε: «Κρά­τη­σε ἐ­σύ τά χρή­μα­τα καί ἐ­γώ τίς ἀ­ρές (κα­τά­ρες)». Ἀλ­λά ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ ἐ­νήρ­γη­σε καί αὐ­τόν πού ἀ­δί­κη­σε, τόν ἔ­κλε­ψαν καί με­τά ἀρ­ρώ­στη­σε. Ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἔτσι ἡ Γρα­φή ἡ λέ­γου­σα: «Δι᾽ ὧν τις ἁ­μαρ­τά­νει, διά τού­των κο­λά­ζε­ται»

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – θ΄. Νικόλαος Σαββούδης

Ὅ­λα αὐ­τά τά βι­βλί­α τά με­λε­τοῦ­σε ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας καί φαί­νε­ται πώς προ­σπα­θοῦ­σε νά βά­λη σέ ἐ­φαρ­μο­γή τήν πα­τε­ρι­κή δι­δα­σκα­λί­α γι᾿ αὐ­τό ἐ­κτός ἀ­πό τήν σι­ω­πή ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νος καί μέ ἄλ­λες ἀ­ρε­τές. Πο­τέ δέν ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τούς ἄλ­λους. Ἄν καί τόν πε­ρι­έ­παι­ζαν οἱ συγ­χω­ρια­νοί του, αὐ­τός τούς ἀντι­με­τώ­πι­ζε μέ τήν σι­ω­πή του καί μ᾿ ἕ­να ἐ­λα­φρό μει­δί­α­μα.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιθ΄. Λαμπρινή Βέτσιου

Δέν ἀγα­ποῦ­σε τά χρή­μα­τα, ἦταν ἀνάρ­γυ­ρη. Τό μό­νο πού τήν ἐν­διέ­φε­ρε ἦταν νά μπο­ρῆ νά κά­νη ἐλε­η­μο­σύ­νες καί νά βο­η­θᾶ τόν κό­σμο. Ὅλη τήν σύ­ντα­ξή της τήν μοί­ρα­ζε σέ ἐλε­η­μο­σύ­νες. Ἐπί­σης ὅταν τά παι­διά της τῆς ἔδι­ναν χρή­μα­τα, τά διέ­θε­τε καί αὐ­τά γιά νά βο­η­θᾶ φτω­χούς.

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ἡ Πα­να­γί­α πα­ρη­γο­ρεῖ νέ­ο μο­να­χό – Ἡ Πα­να­γί­α το­ύς ἤ­θε­λε

Πα­λαιά ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοί λα­ϊ­κοί πού ζοῦ­σαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἦ­ταν φτω­χοί, δέν δο­ύ­λευ­αν καί ζοῦ­σαν ἀ­πό τίς εὐ­λο­γί­ες τῶν πα­τέ­ρων. Κάποτε ἡ Κοι­νό­τη­τα ἀ­πε­φά­σι­σε νά το­ύς δι­ώ­ξη ἀ­πό τό Ὄ­ρος. Το­ύς συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους, ἦ­ταν 50 μέ 60. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πα­λαι­ός φω­το­γρά­φος καί το­ύς ἔ­βγα­λε μί­α ἀ­να­μνη­στι­κή φω­το­γρα­φί­α μπρο­στά στό Πρω­τᾶ­το.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιγ΄. Σοφία Σαμαρᾶ

Καί μέ τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας τό παι­δί περ­πά­τη­σε καί ἄ­φη­σε γι­ά πάν­τα ἐ­κεῖ τίς πα­τε­ρί­τσες. Φεύ­γον­τας εὐ­χα­ρί­στη­σαν οἱ γο­νεῖς καί ἄ­φη­σαν χρή­μα­τα. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν πού ἐ­ξα­γρι­ώ­θη­κε ἡ για­γιά καί εἶ­πε: “Για­τί τό χα­λᾶ­τε τώ­ρα; Για­τί χα­λᾶ­τε τήν εὐ­λο­γί­α πού πή­ρα­τε; Δέν θέ­λω τί­πο­τε.Νά πᾶ­τε στήν εὐχή τῆς Πα­να­γί­ας. Πά­ρε τόν σα­τα­νᾶ (χρή­μα­τα) ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι, θά μοῦ λε­ρώ­σει τήν εὐ­λο­γί­α. Για­τί ἡ εὐ­λο­γί­α δέν πλη­ρώ­νε­ται. Ἐ­μέ­να ὁ Θε­ός μοῦ τό ἔ­δω­σε δω­ρε­άν καί πῶς τώ­ρα νά πά­ρω λε­φτά;”

Ασκητές μέσα στον Κόσμο Α’ – η΄. Σωτήριος Βακουφτσῆς

Κα­τά­λα­βε τήν ση­μα­σί­α τοῦ ὀ­νεί­ρου καί πῆ­γε τή νύ­χτα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, πού εἶ­ναι δί­πλα στήν πλα­τεῖ­α. Στά­θη­κε στό στα­σί­δι, προ­σευ­χή­θη­κε γι­ά λί­γο καί εἶ­πε στήν γυ­ναῖ­κα του: «Πᾶ­με νά φύ­γου­με, τό παι­δί θά γί­νη κα­λά». Καί ὄντως ἐνῶ πή­γαι­ναν γιά τό σπί­τι, τό ἄ­φη­σε ὁ πυ­ρε­τός.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ὁ εὐλογημένος Συμεών

Ὁ Πνευ­μα­τι­κός κά­θε μέ­ρα πή­γαι­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μι­λοῦ­σε μα­ζί του καί ἔ­μα­θε γιά τήν ζω­ή του. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρί εὐ­λο­γη­μέ­νου ἀν­θρώ­που. Τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα πρωΐ–πρωΐ πά­λι πῆ­γε νά δῆ τόν Συ­με­ών καί νά δι­α­πι­στώ­ση ἄν θά πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ ἡ πρόρ­ρη­ση ὅτι θά πε­θά­νει. Πράγ­μα­τι ­ἐ­κεῖ πού κου­βέντια­ζαν, ὁ Συ­με­ών φώ­να­ξε ξαφ­νι­κά: «Ἦρ­θε ὁ Χρι­στός», καί ἐκοι­μή­θη τόν ὕ­πνο τοῦ δι­καί­ου.

Εὐ­λά­βεια καί πό­θος Θε­ο­μη­το­ρι­κός

Κά­πο­τε πού εἶ­χαν γί­νει κλο­πές σέ Κελ­λιά τῆς πε­ρι­ο­χῆς, τόν ρώ­τη­σαν   πῶς δέν φο­βᾶ­ται νά μήν τόν κλέ­ψουν∙ ἀ­πήν­τη­σε: «Ἐ­γώ ἦρ­θα νά φυ­λά­ξω τήν Πα­να­γί­α ἤ ἡ Πα­να­γί­α ἐ­μέ­να;» καί πράγ­μα­τι, παρ᾿ ὅ­τι ἦ­ταν νύ­χτα–μέ­ρα ἀ­νοι­χτό τό Κελ­λί του, δέν χά­θη­κε τί­πο­τε.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – α΄. Πατήρ Βασίλειος ὁ θαυματουργός

Ὁ παπα–Βα­σί­λης πού τόν πε­ρί­με­νε, τόν ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α πῶς ἄ­νοι­ξαν οἱ πόρ­τες. «Γι­ά μᾶς οἱ κλει­δα­ρι­ές δέν ἰ­σχύ­ουν. Πᾶ­με στήν ἐκ­κλη­σί­α νά μέ κοι­νω­νή­σης».

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιε΄. Ὁ κοσμοκαλόγηρος Δημήτριος ὁ καλυβίτης

Ἂν καί ἀ­πέ­φευ­γε νά ἀ­να­φέ­ρη τίς πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες πού ἔ­ζη­σε στήν κα­λύ­βα αὐ­τή, ἦ­ταν βέβαιο ἀ­πό μι­σό­λο­γα πού τοῦ ξέ­φευ­γαν ὅ­τι εἶ­χε ἐ­πι­σκέ­ψεις τῆς Πα­να­γί­ας καί πολ­λῶν Ἁ­γί­ων˙ πολ­λά πρω­ϊ­νά, ἂν τυ­χόν τόν ἔ­βλε­πε κα­νείς, τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν φω­τει­νό καί ἔ­λαμ­πε.

Περιστατικά ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Στό Ξη­ρο­πο­τα­μι­νό Κελ­λί τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου κά­ποι­ος Ἀ­νώ­νυ­μος[1][1] Γέ­ρον­τας Ρου­μᾶ­νος πρίν ἀ­πό χρό­νια ἐ­κοι­μή­θη, ἀλλά δέν εἶ­χε κα­λό τέ­λος. Αὐ­τό ὠ­φεί­λε­το, κα­τά τούς πα­τέ­ρες πού τόν γνώ­ρι­ζαν, στό ὅ­τι εἶ­χε πά­ει στήν Ρωσ­σί­α καί στήν Ρου­μα­νί­α καί μά­ζε­ψε ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί χρή­μα­τα μα­ζί μέ ὀ­νό­μα­τα γιά μνη­μό­νευ­ση, αὐ­τός ὅ­μως δέν μνη­μό­νευ­σε τά ὀ­νό­μα­τα. Γι᾿ αὐτό τήν ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του φώ­να­ζε: «Πάρ­τε αὐ­τά τά χαρ­τιά, μέ καῖ­νε τά ὀ­νό­μα­τα». 

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο Γ’ – γ΄. Σπυρίδων Μηνέττος, ὁ κοσμοκαλόγηρος

Ἔτρεχε καί ἀνέβαινε στόν ὄροφο καί μόλις ἄνοιγε τήν πόρτα ὅλα ἡσύχαζαν. Ὁ θεῖος στό χαμηλό του κρεββάτι τουρτούριζε ἀπό τό κρύο μέσα στήν μέση τοῦ χειμῶνα χωρίς σκεπάσματα. Αὐτά ἦταν πεταμένα στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ δωματίου. «Συγγνώμη, ἀδελφή, πού σέ ξύπνησα. Μέ πειράζει ὁ δαίμονας, μέ τραντάζει καί μοῦ πετάει τά σκεπάσματα!».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Το “αθάνατο νερό” – Η υπομονή ιώβεια με χαρά.

Ενας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος γέ­ρον­τας Λαυ­ρι­ώ­της ἦ­ταν  ἄρ­ρω­στος στό κρεβ­βά­τι. Ἡ ἀρ­ρώ­στια του  κρά­τη­σε πο­λύν και­ρό καί τόν πε­ρί­με­ναν νά πε­θά­νη. Κάποια ἡ­μέ­ρα εἶ­πε στόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του νά πά­η νά τοῦ φέ­ρη νε­ρό ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Οἱ δαί­μο­νες ἐμ­πο­δί­ζουν ἀ­πό τόν κα­νό­να – Ὁ πλα­νε­μέ­νος ἀ­σκη­τής – Ὑ­πο­στο­λή εὐ­ω­δί­ας ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου

Καί οἱ πα­τέ­ρες τοῦ Κελ­λιοῦ στήν ἀρ­χή, ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζαν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἄ­κου­γαν ἔ­ξω φω­νές καί κτύ­πους σάν νά γκρε­μι­ζό­ταν τό σπί­τι γιά ἐκ­φο­βι­σμό. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σαν αὐ­τά καί ἄ­κου­γαν τίς δαι­μο­νι­κές φω­νές στίς 2 με­τά τά με­σά­νυ­χτα. Αὐ­τήν τήν ὥ­ρα ἔρ­χον­ταν γιά νά ἐμ­πο­δί­σουν τούς πα­τέ­ρες ἀ­πό τόν κα­νό­να τους, για­τί τό­τε ξυ­πνοῦ­σαν γιά νά κά­νουν τόν κα­νό­να τους.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. «Πά­τερ, ἐ­σύ μ᾿ ἔ­κα­νες Χρι­στια­νό» – Ἡ ὑ­πα­κο­ή ὑ­πέρ τή νη­στεί­αν – Ὁ πα­ρή­κο­ος φο­βᾶ­ται

Μή μπο­ρών­τας νά τόν ἀν­τέ­ξη, ἔ­ψα­ξε, βρῆ­κε τά σπίρ­τα καί ἄ­να­ψε φῶς. Τό­τε ἔκ­πλη­κτος δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι ὁ θό­ρυ­βος, πού τό­σο τόν τρό­μα­ξε, ὠ­φει­λό­ταν στά πον­τί­κια πού ἦρ­θαν νά φᾶν τό πί­του­ρο πού εἶ­χε βά­λει μέ­σα στό κου­τί μέ τά ἐρ­γα­λεῖ­α τῆς ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς. «Τα­λαί­πω­ρε», σκέ­φθη­κε, «ἐ­δῶ σέ τρό­μα­ξαν με­ρι­κά πον­τί­κια, ποῦ νά ἔρ­θουν καί οἱ δαί­μο­νες;».

Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – ε΄. Πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης ὁ μυροβλύτης

Βί­α­ζε τόν ἑαυ­τό του πο­λύ στήν προ­σευ­χή. Ἔ­κα­νε κομ­πο­σχοί­νι καί ἔ­τρε­χαν τά δά­κρυ­ά του συ­νέ­χεια. Ἄν κά­πο­τε δέν ξυ­πνοῦ­σε, τόν σκουν­τοῦ­σε ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος λέ­γο­ντας: «Σή­κω, ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε».

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ἐ­κεῖ πού ψέλ­να­με καί ἤ­μουν στά δε­ξιά τοῦ πρω­το­ψάλ­τη, πε­τά­γε­ται ἕ­να δαι­μό­νιο μέ μορ­φή σκε­λε­τοῦ προ­βάλ­λον­τας τό χέ­ρι του μέ κά­τι νύ­χια με­γά­λα νά μέ καρ­φώ­ση. Τρα­βή­χτη­κα πί­σω καί ξέ­φυ­γα. Τό­τε μοῦ εἶ­πε, κά­νον­τας συγ­χρό­νως μία ἄσχη­μη χει­ρο­νο­μί­α…..

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Ἀδολεσχία εὐχῆς καί Ψαλτηρίου

Τό κομ­πο­σχοί­νι εἶ­χε λει­ώ­σει στά χέ­ρια τους ἀ­πό τήν χρήση. Ἐ­πί τριά­ντα χρό­νια συ­νε­χῶς ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν τήν εὐ­χή, τό «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με». Εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει καλή πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση. Ὅ­ταν μι­λοῦ­σαν ἔ­νιω­θες ὅ­τι ἡ εὐ­χή τους δέν στα­μα­τοῦ­σε, ἦ­ταν ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι ἀ­πό τή νο­ε­ρά τους ἐρ­γα­σί­α.

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Μέχρις ὅ­μως νά ᾿ρθῆ ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἔ­πε­σε ὁ μο­να­χός σέ κῶ­μα. Εἶ­πε ὁ Πνευ­μα­τι­κός νά βγοῦν οἱ ἄλ­λοι ἔ­ξω. Ἀ­κο­ύμ­πη­σε τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α στό τρα­πέ­ζι, γο­νά­τι­σε καί ἔ­κα­νε δυ­να­τή προ­σευ­χή: «Πα­να­γί­α μου», εἶ­πε, «μία στιγ­μο­ύ­λα νά συ­νέλ­θη νά τόν κοι­νω­νή­σω καί με­τά ἄς φύ­γη».

Σελίδες