«Μετανοεῖτε ἤγγικεν γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»

Μελέτη στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα,  Κυριακή μετά τα Φώτα

Γέροντος Δωροθέου

Τό σημερινό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στήν ἔναρξη τῆς διακονίας τοῦ Χριστοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου καί τό κήρυγμά του: «Μετανοεῖτε ἤγγικεν γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Τό κήρυγμα, ἐξ ἀρχῆς, δέν ἀπευθύνεται μόνο στόν Ἰσραήλ ἀλλά εἶναι παγκόσμιο. «Ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει» εἶναι ὅλα τά ἔθνη πού ἀγνοούσαν τόν ἀληθινό Θεό καί «οἱ καθήμενοι ἐν χώρα καί σκιᾶ θανάτου» εἶναι σύμπασα ἡ ἀνθρωπότητα. Πράγματι, ὁ ἄνθρωπος ἄν καί πλάστηκε ἀθάνατος, μετά τήν παράβαση τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο, ἐγνώρισε τόν θάνατο, ὁ ὁποῖος δόθηκε γιά νά μήν γίνει ἡ ἁμαρτία ἀθάνατη. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Χριστός μετώκησε στήν Καπερναούμ, στήν «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν», περιοχή ὄχι ἀμιγῶς ἑβραϊκή, προκειμένου νά κηρύξει τήν μετάνοια.
Μετάνοια(μετά-νοῦς): εἶναι σύνθετη λέξη καί περιγράφει τήν μεταστροφή τοῦ νοός. Εἶναι μιά νοητική διεργασία, ὅπου ὁ ἄνθρωπος δέχεται ὅτι αὐτά πού ἔπρατε ἕως τώρα εἶναι λανθασμένα καί ἀποφασίζει τήν ἀλλαγή τοῦ τρόπου πού ἀντιλαμβάνεται καί ἑρμηνεύει τά πράγματα καί, κατ’ ἐξακολούθηση, τοῦ τρόπου πού ἐνεργεῖ. Τοποθετεῖ στό κέντρο τόν Θεό καί τόν ἑαυτό του τόν βάζει κάπου στήν περιφέρεια, μαζύ μέ τους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι μία πράξη ταπείνωσης. Ὁ ἄνθρωπος βγαίνει ἀπό τόν ἐγωισμό του καί τόν ἐγωκεντρισμό του καί θλίβεται γιά τά παραπτώματα καί τά ἐγκλήματά του. Τά δάκρυα του πλένουν τόν ρῦπο καί καθαρίζουν τούς νοητούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς ὥστε νά ἀντιλαμβάνεται τό χέρι τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του καί σέ ὅλη τήν κτίση. Μέ αὐτό τόν τρόπο ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πρῶτος βαθμός τῆς «ὀράσεως» τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό, κατά τους Πατέρες, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πρώτη μορφή θέωσης. Εἶναι δέ μιά διαρκής κατάσταση τῆς ψυχῆς καί συνοδεύει τόν ἄνθρωπο σέ ὅλη τήν πνευματική του πορεία. Ὁ Χριστός στήν βάπτισή του «ἐξῆλθε εὐθέως ἐκ τοῦ ὕδατος» ἐπειδή δέν εἶχε ἁμαρτίες νά ἐξομολογηθεῖ. Σέ ἐμᾶς, ὅμως, πού ἡ πνευματική μας πορεία πρός τήν «ἀτέλεστον τελειότητα», κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, εἶναι στρεβλή καί μέ πτώσεις, ἡ μετάνοια εἶναι διαρκής. Ἐφ’ ὅσον μόνο ὁ Θεός εἶναι τέλειος ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη μετανοίας.Τά ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας προδίδουν τόν χαρακτήρα τῶν Ἁγίων, ὅπου ἡ μετάνοια ὑπῆρξε μία διαρκής κατάσταση τῆς ψυχῆς των. 
Ἡ μετάνοια, λοιπόν, εἶναι ἡ πύλη τῆς εἰσόδου τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά μας, μιά καί αὐτό εἶναι πού ἐπιζητεῖ: «ἐνοικήσω ἐν ὑμῖν καί ἐμπεριπατήσω καί ἀφελῶ τήν καρδίαν τήν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκός ἡμῶν καί δώσω ἡμῖν καρδίαν σαρκίνην» (Ἰεζ. 36, 26). Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας ἀλλάζει τήν πέτρινη καρδιά μας καί τήν μεταβάλλει σέ καρδιά σπλαχνική καί ἀγαπῶσα καί αὐτό ἔχει λυτρωτική ἐπίδραση στήν γήινη ζωή μας ἀλλά καί στήν ἐγγίζουσα βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὥστε, ἡ μετάνοια εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί τό κατά Θεόν πένθος εἶναι τό πρώιμο στάδιο «τῆς ἀνεκφράστου εὐφροσύνης τῶν καθορώντων τοῦ προσώπου Αὐτοῦ τό κάλλος τό ἄρρητο». 
Ἡ μετάνοια κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος εἶναι ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Ἡ πηγή τῶν δακρύων τῆς μετανοίας εἶναι τό νέο ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας. Ἡ Ἐκκλησία πρός τοῦτο παρέχει τό μυστήριο τῆς μετανοίας-ἐξομολογήσεως, ὅπου οἱ ἁμαρτίες μας (πλημελήματα ἕως ἐγκλήματα) συγχωροῦνται καί ἐξαλείφονται καί ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώνεται ἀπό τό βάρος τους. Αὐτό εἶναι κάτι πού μόνο ὁ Θεός μπορεῖ να κάνει. 
Τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, λοιπόν, ἰσχύει γιά ὅλες τίς ἐποχές. Εἶναι ἡ πρόσκληση νά χριστοποιήσουμε τήν ζωή μας. Μέ τήν μετάνοια καί τήν καθαρτική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀγαπήσει τόν Θεό, τόν συνάνθρωπο, τήν κτίση, τόν ἑαυτό του μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγαπη. Ἡ Ἐκκλησία, ἀσφαλῶς, δέν εἶναι δικαστήριο ἀλλά θεραπευτήριο, ὅπου ὁ πιστός θεραπεύεται ἀπό τά πάθη καί ἀκολουθεῖ πορεία ἕνωσης μέ τόν Θεό. Στή διαδικασία αὐτή ἡ μετάνοια εἶναι τό πρῶτο βήμα. Ἄς κάνουμε ἐμεῖς αὐτό τό πρῶτο βήμα δείχνοντας στόν Θεό τήν προαίρεσή μας. Μᾶς περιμένει  ἡ ἀνοιχτή ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα. Αὐτός θά κάνει ὅλα τά ὑπόλοιπα.    
 
Ἀρχιμανδρίτου Δωροθέου Τζεβελέκα
 
 
”ΔΙΗΓΗΣΟΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΣΟΥ”
 
ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στά κυριακάτικα Εὐαγγέλια
 
Θεσσαλονίκη, 2015