Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΒΙΛΙΩΤΗΣ»

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Διλήμματα

Κελλὶ ἢ κελί; Ὁ ὁδοστρωτῆρας τῆς ἁπλοποιήσεως προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἀδικαιολόγητη ἐτυμολογικὰ γραφὴ μὲ ἕνα λ. Στὰ παλαιότερα κείμενα μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις γράφεται μὲ δύο λ.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Εὐφημισμοὶ

Ὡς γνωστὸν εὐλογιὰ εἶναι ἡ βαρειὰ λοιμώδης νόσος μὲ ἐξανθήματα. Ἡ εὐλογιὰ εἶναι ἡ λέξη εὐλογία! Πῶς λοιπὸν μιὰ λέξη μὲ θετικὴ συνδήλωση χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ δηλώσῃ μιὰ βαρειὰ πολυώδυνη ἀρρώστια; Κατὰ τὸν Μεσαίωνα οἱ πληθυσμοὶ μαστίζονταν ἀπὸ ἐπιδημίες αὐτῆς τῆς νόσου. Οἱ ἐπιδημίες αὐτὲς ἀποκλήθηκαν εὐφημιστικὰ εὐλογίες προκειμένου  νὰ λειτουργήσῃ  ἀποτρεπτικὰ γιὰ τὴ νόσο.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων

Εὐτελὴς εἶναι ὁ φνηνὸς (εὐτελὴς τιμή) καὶ μεταφορικὰ αὐτὸς ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἔλλειψη ἀξιοπρέπειας (εὐτελὲς κίνητρο). Προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐπίρρημα εὖ καὶ τὸ οὐσιαστικὸ τέλος «χρηματικὴ ἀξία». Ἑπομένως εὐτελὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγοράζεται εὔκολα, ὁ φτηνός. Στὴν ἴδια οἰκογένεια ἀνήκουν εὐτέλεια, εὐτελίζω, ἐξευτελίζω.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ

Ἀνακηρύχτηκε ἢ ἀναγορεύτηκε διδάκτωρ; ἁγιοποιήθηκε ἢ ἁγιοκατατάχθηκε; Τὸ ἀναγορεύω χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀπονομὴ τίτλου ἢ ἀξιώματος, τὸ ἀνακηρύσσω σημαίνει ἀνακοινώνω ἐπίσημα τὴν ἀπόφασή μου γιὰ τὴν ἀπονομὴ τίτλου ἢ ἀξιώματος

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ὁμιλεῖτε ἑλληνικὰ

Μιὰ ὡραία λέξη ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῇ γὶα τὰ χόμπι εἶναι τὰ ἡδυπάρεργα. Τὴ βρῆκα στὸ ἱστολόγιο τοῦ ἀειμνήστου καθηγητῆ Κλασσικῆς Φιλολογίας Ἀνδρέα Παναγόπουλου. Εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὸ ἐπίθετο ἡδὺς ποὺ σημαίνει εὐχάριστος (πρβλ. ἡδονή, ἡδύποτο) καὶ τὸ οὐσιαστικὸ πάρεργο, ἤτοι τὴν δευτερεύουσα ἀσχολία. Αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν  εἶναι τὸ χόμπι, μιὰ δευτερεύουσα ἀσχολία ποὺ γίνεται μὲ εὐχαρίστηση;

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Τιμαλφεῖς λέξεις

Φέρελπις εἶναι αὐτὸς ποὺ φέρει τὴν ἐλπίδα, ποὺ δημιουργεῖ ἐλπίδες, ὁ ἐλπιδοφόρος, ὁ εὔελπις: φέρελπις νέος/πολιτικός/συγγραφέας/ὑποψήφιος. Ὁ φέρελπις παρουσιάζει δυσκολία στὴν κλίση.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ

«Ἡ γραβάτα στιγματίζει τὸ ντύσιμο τοῦ ἄνδρα» ἀκούσαμε σὲ ραδιοφωνικὴ ἐκπομπή. Τὸ ρῆμα στιγματίζω σημαίνει «προξενῶ στίγματα»: ὁ ἥλιος στιγματίζει τὸ πρόσωπο. Συνηθέστερη εἶναι ἡ μεταφορικὴ χρήση: σύσσωμος ὁ ἀθλητικὸς Τύπος στιγμάτισε τὰ ἐπεισόδια στὸ ντέρμπι τῶν δύο αἰωνίων ἀντιπάλων, ποὺ θὰ πῇ: τὰ καταδίκασε αὐστηρά.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀθησαύριστες λέξεις

Ἐκσεσημασμένος. Ἡ μετοχὴ ἐκσεσημασμένος-η-ο τοῦ ρήματος ἐκσημαίνω δὲν ὑπάρχει στὰ λεξικά. Σημαίνει πολὺ ἔντονος: ἐκσεσημασμένη ὑπογλυκαιμία, ἐκσεσημασμένη ταχυκαρδία, ἐκσεσημασμένο ἀμφοτερόπλευρο οἴδημα, ἐκσεσημασμένο ἐνδιαφέρον, ἐκσεσημασμένη περιέργεια.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Τιμαλφεῖς λέξεις

Υφέρπω. Τὸ ρῆμα εἶναι σύνθετο ἀπὸ τὴν πρόθεση ὑπὸ καὶ τὸ ρῆμα ἕρπω. Ἀρχικὰ σήμαινε «γλιστρῶ κρυφά». Σήμερα μὲ τὴν κυριολεκτική του σημασία «σέρνομαι κάτω ἀπὸ κάτι» χρησιμοποιεῖται σπάνια: «οἱ στρατιῶτες προχωροῦσαν πρὸς τὸ ἀντίπαλο στρατόπεδο ὑφέρποντας ἀνάμεσα στὴν πυκνὴ βλάστηση».

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ

Συχνὰ γράφεται «τὸ κυβερνὸν κόμμα». Ἡ μετοχὴ κυβερνῶν μὲ ω καὶ ὄχι μὲ ο εἶναι μετοχὴ τοῦ ρήματος κυβερνῶ (καὶ κυβερνάω). Τὸ ρῆμα κυβερνῶ εἶναι ἀρχαῖο ρῆμα, συνηρημένο τῆς πρώτης τάξεως καὶ ἡ ἀρχική του σημασία ἦταν «ὁδηγῶ πλοῖο».

Σελίδες