ιγ΄. Διάσωση ἀπό τούς ἁγίους Τεσσαράκοντα

(ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ
ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ,
Ἐκδόσεις Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου
Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς, σελ. 348).

 

Ο γε­ρω–Θε­ο­φύ­λα­κτος Να­νό­που­λος ἀ­πό τό Ἰ­βη­ρί­τι­κο Κελ­λί τῶν Τυ­πο­γρά­φων δι­η­γή­θη­κε ἔν­δα­κρυς:

«Κα­τά τά χρό­νια τῆς Γερ­μα­νι­κῆς κα­το­χῆς μᾶς συ­νέ­λα­βαν οἱ Γερ­μα­νοί μέ τόν κα­τά σάρ­κα ἀ­δελ­φό μου πα­πα–Παν­τε­λε­ή­μο­να καί μᾶς πῆ­γαν στό Ντα­χά­ου. Μία νύ­χτα μᾶς ἔ­βγα­λαν ὅ­λους ἔ­ξω γιά νά μᾶς ἐ­κτε­λέ­σουν. Ἦ­ταν χει­μῶ­νας καί μᾶς ξέν­τυ­σαν. Πε­ρι­μέ­να­με τήν σει­ρά μας. Ἐλ­πί­δα σω­τη­ρί­ας δέν εἴ­χα­με. Τό­τε θυ­μή­θη­κα τούς ἁ­γί­ους Τεσ­σα­ρά­κον­τα μάρ­τυ­ρας καί λέ­ω:

“Μω­ρέ, Παν­τε­λε­ῆ­μον, ποιό­ εἶ­ναι τό Ἀ­πο­λυ­τί­κιο τῶν ἁ­γί­ων Τεσ­σα­ρά­κον­τα; Τό ξέ­ρεις;”. Ὁ π. Παν­τε­λε­ή­μων ἄρ­χι­σε νά ψέλ­νη: “Τάς ἀλ­γη­δό­νας τῶν Ἁ­γί­ων, ἅς ὑ­πέρ σοῦ ἔ­πα­θον …”.

Ἀ­μέ­σως τό­τε μί­α ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε γύ­ρω ἀ­πό μᾶς τούς δύ­ο καί  δέν κα­τα­λα­βαί­να­με τό κρύ­ο. Ἦ­ταν ἡ πα­ρου­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων πού καί αὐ­τοί ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πό τό ψῦ­χος. Ἡ νύ­χτα πέ­ρα­σε ἔ­τσι καί τό πρωΐ, ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­να­με τόν θά­να­το, ἦρ­θε δι­α­τα­γή ἐ­μᾶς τούς δύ­ο κα­λο­γή­ρους νά μή μᾶς ἐ­κτε­λέ­σουν. Κα­νείς δέν γλύ­τω­σε ἀ­πό ὅ­σους πῆ­γαν ἐ­κεῖ, πα­ρά μό­νο ἐ­μεῖς. Γι᾽ αὐ­τό ἔ­γρα­ψαν τά ὀ­νό­μα­τά μας σέ μί­α πι­να­κί­δα καί τήν το­πο­θέ­τη­σαν ἐ­κεῖ στό στρα­τό­πε­δο ἐ­κτε­λέ­σε­ως».