
κγ΄. Εἶδε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ
Μαρτυρία ἱερομονάχου Ἰακώβου: «Κάποτε, λειτουργοῦσε ὁ Γέροντας καί ἤμουν διακονητής στό Ἱερό, τότε μοναχός Ἱλαρίων. Ἦταν μαζί μέ κάποιον ἄλλον ἱερέα. Τήν ὥρα πού εἶπε ὁ Γέροντας ”Πρόσχωμεν, τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις”, ἀμέσως κατανύχτηκε, ἔλαμψε ὁλόκληρος, καί εἶδε πάνω στό ἅγιο Δισκάριο τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἱερέας τό βράδυ εἶχε ἐξομολογηθεῖ στόν Γέροντα, ἀλλά, ἐνῶ εἶχε τό λογισμό, ἄν γίνεται πραγματικά μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα καί τόν πείραζε ὁ λογισμός τῆς ἀπιστίας, δέν τόν εἶπε στόν Γέροντα. Ὅταν, ὅμως, τήν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας εἶδε τόν Γέροντα νά συγκινῆται καί νά κλαίη, τόν ρώτησε:
— Γέροντα, τί πάθατε, τί συμβαίνει; Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε:
— Γιά τήν ἀπιστία σας καί τό λογισμό πού εἴχατε, πάτερ, καί δέν μοῦ τό εἴπατε.
»Μέ δάκρυα στά μάτια καί λυγμούς, συνέχισε:
— Ἄχ!, πάτερ μου, ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Ἄν εἶχες μάτια πνευματικά, θά ἔβλεπες, ὅπως βλέπω ἐγώ, τό ἅγιο Δισκάριο γεμᾶτο αἵματα καί νά στάζη πάνω στό Ἀντιμήνσιο⋅ εἶδες πάτερ, ”θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ”. Ὁ ἱερέας τότε γονάτισε καί γεμᾶτος φόβο καί τρόμο συνέχισε τήν Λειτουργία.
»Ὁ Γέροντας ἔβλεπε καί ἄκουγε πολλά κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας. Ἐνῶ τόν βλέπαμε στόν Ὄρθρο καταβεβλημένο καί κουρασμένο, στήν θεία Λειτουργία ἀνασταινόταν, πέταγε, γινόταν ἄλλος Ἰάκωβος. Ἀκόμα εἶχε τό χάρισμα νά βλέπη ἄν κάποιος ἦταν ἄξιος ἤ ὄχι γιά νά κοινωνήση. Ἔβλεπε Ἄγγελο νά παίρνη μέσα ἀπό τήν λαβίδα τό Σῶμα καί τό Αἷμα, ὅταν κάποιος ἀναξίως κοινωνοῦσε».
κδ΄. Ἐπικοινωνία μέ τόν ἅγιο Δαυΐδ
Μαρτυρία ἱερομονάχου Ἰακώβου: «Μία φορά, ὡς μοναχός, καθάριζα τό Ἱερό τοῦ ἁγίου Δαυΐδ. Μπαίνει ὁ Γέροντας μέσα, πάει μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δαυΐδ, ἀρχίζει νά μιλάη στόν Ἅγιο, νά τοῦ διαβάζη ἕνα γράμμα καί νά τοῦ λέη γιά κάποιον ἀσθενή νά πάη νά τόν κάνη καλά. Τά ἔλεγε αὐτά γεμᾶτος συγκίνηση καί πόνο, λές καί ἦταν ὁ Ἅγιος δίπλα του, παρών, καί ὄντως ἦταν. Ἐμένα μοῦ ἔπεσε τό φαράσι μέσ᾽ στό Ἱερό πού σκούπιζα καί ρώτησε:
— Ποιός εἶναι μέσα;
— Γέροντα, ἐγώ, τοῦ λέω.
— Ἱλαρίωνά μου, ἔχεις ὥρα; Ἄκουσες αὐτά πού ἔλεγα; Μήν μέ παρεξηγήσης, ἔχω πάρει κάτι χάπια γιά τήν καρδιά καί βλέπω παραισθήσεις, τά ᾽χω χαμένα, ἔχω ζαλάδα. Καί ὕστερα πρόσθεσε:
— Πάτερ, μήν λές τίποτα, τί ἄκουσες καί τί εἶδες, μήν μᾶς κοροϊδέψουν.
— Νά ᾽ναι εὐλογημένο, Γέροντα.
»Τό ἀπόγευμα, μέ εἶδε στήν κουζίνα πού μαγείρευα, γιατί εἶχα τό διακόνημα τοῦ μάγειρα καί ἤμουν βοηθός τοῦ π. Κυρίλλου, καί μοῦ λέει διακριτικά: ”Ἱλαρίωνά μου, χίλια συγγνώμη πού σοῦ εἶπα ψέματα τό πρωΐ στήν Ἐκκλησία. Δέν εἶχα ζαλάδα, οὔτε χάπια πῆρα, ἀλλά ἁπλά ἤθελα νά κρύψω τήν ἀρετή τῆς προσευχῆς καί τήν ἐπικοινωνία πού ἔχω μέ τόν Ἅγιο, μήπως πέσω σέ κενοδοξία καί χαθῶ. Ὅ,τι θέλω, ἔτσι τό ζητῶ ἀπό τόν Ἅγιο καί μοῦ τό δίνει”».
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕ
