Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ»

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ιε΄. Διακριτική συμβουλή σέ ἀνδρόγυνο, ις΄. «Θά πάη στόν χῶρο τῶν μαρτύρων»

Μαρτυρία ἀνωνύμου: «Ἦταν κά­ποι­ο ἀν­δρό­γυ­νο εὐ­λα­βές καί εἶ­χαν 9 παι­διά. Ὁ σύ­ζυ­γος ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ εὐ­λα­βής καί ὀ­λί­γον τι ζη­λω­τής στά πνευ­μα­τι­κά. Κα­τά γράμμα ἤ­θε­λε νά τά κά­νη ὅ­λα, σάν κα­λό­γε­ρος. Ἡ γυναῖ­­κα πα­ρα­πο­νι­ό­ταν στόν Γέ­ρον­τα ὅ­τι κου­ρά­ζε­ται καί θέ­λει βο­ή­θεια. Ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν στήν Μο­νή τό βρά­δυ μέ τά παι­διά, ἔ­κλαιγαν καὶ φώ­να­ζαν αὐ­τά, ἔ­κλαι­γε καί ἡ σύ­ζυ­γος γιατί κουρα­ζό­ταν. Ὁ σύ­ζυ­γος πή­γαι­νε στό πα­ρεκ­κλή­σι τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες, κομ­πο­σχο­ί­νια καί ἀ­γρυ­πνοῦ­σε. Ἡ σύ­ζυ­γος ἔ­κλαι­γε καί πα­ρα­πο­νι­ό­ταν στόν Γέ­ρον­τα καί εἶ­χε κά­ποι­ο δί­κιο.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ζ΄. Ἀποκαλύπτει τόν λογισμό του

«Ὅ­ταν εἶ­δα ἐ­γώ τόν Γέ­ρον­τα νά εἶ­ναι γο­να­τι­σμέ­νος καί τό κε­φά­λι του νά ἀ­κουμ­πᾶ στό δά­πε­δο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, γο­νά­τι­σα κι ἐ­γώ μέ τόν ἴ­διο τρόπο καί τά εἶ­πα ὅ­λα τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά μου, μέ πολ­λή λε­πτο­μέ­ρεια ἀ­π᾽ τήν ἀρ­χή. Ἔ­τσι ξα­λά­φρω­σα καί θαύμα­σα τόν μα­κα­ρι­στό Γέ­ρον­τα πού γνώ­ρι­ζε τί ἤ­θε­λα καί τί μέ βα­σά­νι­ζε, ἀλ­λά καί γι­ά τήν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη καί τήν τα­πεί­νω­σή του!».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ιθ΄. Ἀπεκάλυψε τόν λογισμό σέ μοναχές, κ΄. Πνευματική ἐπικοινωνία μέ τόν γέροντα Παΐσιο

«Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τόν Γέ­ρον­τα κά­ποι­α Γε­ρόν­τισ­σα, πού λό­γῳ πει­ρα­σμῶν ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι της καί ἐγκαταστά­θη­κε σέ ἄλ­λο ἐ­ρει­πω­μέ­νο Μο­να­στή­ρι. Εἶ­χε τήν ἀμ­φι­βο­λί­α ἂν ἔ­κα­νε κα­λά πού ἔ­φυ­γε, δι­ό­τι ὡς Γερόντισ­σα εἶ­χε πνευ­μα­τι­κή εὐ­θύ­νη. Ὁ Γέ­ρον­τας χω­ρίς ­νά τήν γνω­ρί­ζη, μό­λις τήν χαι­ρέ­τη­σε τήν εἶ­πε: ”Γερόντισ­σα (εἶ­πε τό ὄ­νο­μά της) στό Μο­να­στή­ρι (ἀ­νέ­φε­ρε τό ὄ­νο­μα τῆς νέ­ας Μο­νῆς) θά κουρα­στῆ­τε, ἀλ­λά ψυχι­κῶς θά ἀ­να­παυ­θῆ­τε. Ὅ­σο γι­ά τό ἄλ­λο πού σκέ­φτε­σθε (τήν φυ­γή ἀ­πό τό Μο­ναστή­­ρι), κα­λῶς πρά­ξα­τε­”».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ιζ΄. Ἁπλότητα καί εὐλάβεια τοῦ Γέροντα ,ιη΄. Ἀπό μακρυά γνώριζε τούς λογισμούς

«Ἦλ­θε κάποι­ος ἀ­πό μα­κριά στό Μο­να­στή­ρι νά προ­σκυ­νήση τήν Κά­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου. Σ᾽ ὅ­λο τό δρό­μο μά­λω­νε μέ τήν γυ­ναῖ­κα του, δι­ό­τι νό­μι­ζε ὅ­τι ἄρ­γη­σαν νά ξε­κι­νή­σουν καί δέν θά προ­λά­βαι­νε νά προ­σκυνήση τήν ἁ­γί­α Κά­ρα, για­τί θά τήν πή­γαι­ναν ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι κά­που γι­ά προ­σκύ­νη­μα. Μό­λις ἔφτα­­σε, πρό­λα­βε τήν ἁ­γί­α Κά­ρα, τήν προ­σκύ­νη­σε καί ἀ­μέ­σως μό­λις τόν εἶ­δε ὁ γέ­ρων Ἰ­ά­κω­βος, τοῦ λέ­ει: ”Τί κά­νεις, τέ­κνο μου, εἶ­δες πό­σο ζων­τα­νός εἶ­ναι ὁ ἅγι­ος Δαυ­ΐδ; Εἶ­δες πῶς εὐ­ω­δί­α­ζε ἡ ἁ­γί­α Κά­ρα; Ὁ Ἅ­γιος σέ πε­ρί­με­νε μέ ἀ­γά­πη ὅ­πως ὅ­λους, ἀλ­λά, ἐ­σύ τέ­κνο μου, ἄ­κου­γες τούς λο­γι­σμούς τοῦ δι­α­βό­λου καί σ᾽ ὅ­λο τό τα­ξί­δι ἤ­σουν ἀ­νή­συ­χος καί ἐ­κνευ­ρι­στι­κός πρός τήν σύ­ζυ­γο­”. Αὐ­τός ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α καί λέ­ει, ”ποῦ τό ξέ­ρε­τε, Γέ­ρον­τα, ἐ­σεῖς αὐ­τό; Ἔ­τσι εἶ­ναι­”».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες:ιβ΄. Ὅλα τά γνώριζε ,ιγ΄. «Θά περάσης μεγάλους πειρασμούς» ,ιδ΄. Συστάσεις πρός ὑπουργό

Κά­πο­τε, ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος ἦ­ταν στήν τρα­πε­ζα­ρί­α τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ καί μι­λοῦ­σε μέ προσκυνη­τές. Ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα μπῆκε μέ­σα κά­ποι­ος Ὑπουργός, γι­ά νά μι­λή­ση στόν γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο. Νό­μι­ζε ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας θά τόν δε­χθῆ μέ δό­ξες καί τι­μὲς, ἐ­πει­δή ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή εἶ­χε τέ­τοι­α ἀ­νώ­τα­τη θέ­ση στήν Κυ­βέρ­νη­ση. Ὁ Γέ­ρον­τας ὅ­μως, ὅ­ταν τόν εἶ­δε, τοῦ μίλη­σε μέ αὐ­στη­ρό τό­νο καί τοῦ εἶ­πε: ”Πρό­σε­ξε καί ἐ­σύ καί οἱ ἄλ­λοι, για­τί δέν κυ­βερ­νᾶ­τε σω­στά καί θά κα­τα­στρέ­ψε­τε τήν Ἑλ­λά­δα μας”

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ι΄. Νηστευτής , ια΄. Προλέγει γιά τήν ὑγεία τοῦ πρωθυπουργοῦ

»Ὁ τό­τε Πρω­θυ­πουρ­γός Ἀν­δρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος ἀ­π᾽ τήν καρ­διά του καί ὁ Γέ­ροντας συ­νέ­χι­σε νά ἀ­φη­γῆ­ται μπρο­στά σέ ὅ­λους τό πα­ρα­κά­τω γε­γο­νός πού ἔ­ζη­σε ὁ ἴ­διος: “Πρό και­ροῦ ἤμουν καί ἐ­γώ πο­λύ ἄρ­ρω­στος ἀ­π᾽ τήν καρ­διά μου. Παρα­κά­λε­σα τούς Ὁ­σί­ους μου, τόν ἅ­γιο Δαυ­ΐδ καί τόν ἅγιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο, νά μήν πά­ω στά Νο­σο­κο­μεῖ­α, νά μέ βο­η­θή­σουν νά κα­λυ­τε­ρεύ­ση ἡ ὑ­γεί­α μου καί νά μήν πά­ω στούς για­τρούς. Ὅ­μως οἱ Ἅ­γιοι ἐ­πέ­με­ναν νά πά­ω. Τί νά κά­νω, ἔ­κα­να ὑ­πα­κο­ή στούς Ἁ­γί­ους καί μέ πῆ­γαν στό Γε­νι­κό Λα­ϊ­κό στήν Ἀ­θή­να, μέ βά­λα­νε σέ δω­μά­τιο καί ἄρ­χι­σε ἡ θε­ρα­πεί­α. Σέ κά­να δύ­ο τρεῖς μέ­ρες ἔ­φε­ραν τόν Ἀν­δρέ­α τόν Παπαν­δρέ­ου, τόν Πρω­θυ­πουρ­γό, καί, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε θέση (στήν ἐν­τα­τι­κή), βγά­λα­νε ἐ­μέ­να σέ ἕ­να ράν­τσο στό δι­ά­δρο­μο καί βά­λα­νε αὐ­τόν στή θέ­ση μου. Νά, ἐ­κεῖ μέ πλη­σί­α­σε ἡ γυ­ναῖ­κα του, ἡ Δή­μη­τρα, καί ὁ γυι­ός του, ὁ Γι­ῶρ­γος, καί τούς εἶ­πα νά μήν φο­βοῦν­ται, θά ζή­ση ὁ Ἀν­δρέ­ας, ὅ­πως καί ἔ­ζη­σε”».

Εκπομπή του ραδιοφώνου της ΕΡΩ, Ραδιοσυχνότητα : “Άγιος Πορφύριος – Μαρτυρίες-Διηγήσεις-Νουθεσίες” – Μέρος 2ο

Εκπομπή του ραδιοφώνου της ΕΡΩ, Ραδιοσυχνότητα με αφήγηση απο το βιβλίο της ΕΡΩ “Άγιος Πορφύριος – Μαρτυρίες-Διηγήσεις-Νουθεσίες” – Μέρος 2ο. Αφήγηση από την Αγγελική Κωνσταντίνου

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: θ΄. Ἄρρητη εὐωδία ἀπό τόν Γέροντα

   Μί­α ἄλ­λη φο­ρά πού εἶ­χα πά­ει νά μεί­νω στό Μονα­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ», δι­η­γεῖ­ται ὁ π. Παῦλος Τσου­κνί­δας, «ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α Λει-τουρ­γί­α καί ἐ­κεί­νη τήν μέ­ρα ἦ­ταν Λει­τουρ­γός ὁ ἴδιος ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος, πε­ρί­με­να ὥς τό ἀ­πό­γευ­μα γι­ά νά τόν δῶ κατ᾽ ἰ­δί­αν, δι­ό­τι ὅ­ταν μι­λοῦ­σες μα­ζί του ἔ­νοι­ω­θες ἄλ­λος ἄν­θρω­πος, πε­τοῦ­σες, σοῦ με­τέ­δι­δε τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί τήν οὐ­ράνια εὐ­ω­δί­α πού ἔ­βγαι­νε ἀ­π᾽ τό σῶ­μα του· τοὐ­λά­χι­στον ἐγώ ὁ ἁ­μαρ­τω­λός, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί ταῖς πρε­σβεί­αις τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, ἔ­νοι­ω­θα τήν ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α ὅ­ταν ἤ­μουν δί­πλα του, ἀλ­λά δέν τοῦ τό ἔ­λε­γα, για­τί κα­τά­λα­βα ὅ­τι τόν στε­νο­χω­ροῦ­σα. Μά­λι­στα ἤ­θε­λα πάν­τα νά τόν κα­θυ­στε­ρῶ στίς πνευ­μα­τι­κές συ­ζη­τή­σεις πού ἔ­κα­να μα­ζί του, γι­ά νά αἰ­σθά­νω­μαι πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα αὐ­τές τίς οὐ­ρά­νι­ες εὐ­ω­δί­ες.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: η΄. Ἔβλεπε δαιμόνιο

— Παι­δί μου, Παῦ­λο, ἤ­θε­λες καί σύ σή­με­ρα νά  ψάλ­λης, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦ­σες.

— Ναί, Γέ­ρον­τα, τοῦ ἀ­παν­τῶ, μή­πως ἤ­θε­λα νά ψάλ­λω ὑ­πε­ρή­φα­να καί δέν μπο­ροῦ­σα;

— Ὄ­χι, παι­δί μου, μοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­κεῖ­νος. Νά γνω­ρί­ζης ὅ­τι κα­τά τήν ὥ­ρα τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας ἕ­να πο­νη­ρό πνεῦ­μα σέ κρα­τοῦ­σε ἀπ᾽ τό λαι­μό, ἐ­γώ ἀ­πό ἐκεῖ πού ἤ­μου­να τό ἔ­βλε­πα! Δέν σέ χω­νεύ­ει πού ἔρ­χε­σαι τα­κτι­κά στό Μο­να­στή­ρι. Καί τώ­ρα πού μι­λᾶ­με καί­ει τό πρό­σω­πό σου, ἔτ­σι δέν εἶ­ναι;

Εκπομπή του ραδιοφώνου της ΕΡΩ, Ραδιοσυχνότητα : “Άγιος Πορφύριος – Μαρτυρίες-Διηγήσεις-Νουθεσίες”

Εκπομπή του ραδιοφώνου της ΕΡΩ, Ραδιοσυχνότητα με αφήγηση απο το βιβλίο της ΕΡΩ “Άγιος Πορφύριος – Μαρτυρίες-Διηγήσεις-Νουθεσίες” . Αφήγηση από την Αγγελική Κωνσταντίνου

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ς΄. Μετάβαση ὑπερφυσική

»Μί­α μέ­ρα πού πῆ­γα μέ τόν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή νά μεί­νω­με με­ρι­κές μέ­ρες καί νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦ­με, κα­θ᾽ ὁ­δόν ἐ­νῶ τα­ξι­δεύ­α­με, πρίν φθά­σου­με στίς Ρο­βι­ές με­τά τήν Λί­μνη Εὐ­βοί­ας, ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος πού ἦ­ταν στήν θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ, μοῦ λέ­ει: “Ὁ Ἡ­γού­με­νος, ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος, ἔ­μα­θα ὅ­τι πε­τά­ει, ξέ­ρω ἕ­να πε­ρι­στα­τι­κό καί εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, τό ἄ­κου­σα ἀ­πό πνευ­μα­τι­κούς ἀνθρώ­πους, ἀλ­λά καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α ἀ­π᾽ τούς μο­ναχούς τῆς Μο­νῆς.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ε΄. Βοήθησε μπερδεμένη μέ Γκουρού

     Μαρ­τυ­ρί­α κυ­ρί­ας Ἄν­νης Δ. Χαν­τζά­ρα, ἰα­τροῦ: «Μί­α συ­νά­δελ­φός μου ἰα­τρός ἦ­ταν ”μπερδεμένη­”. Εἶ­χε μπλε­χτῆ στά δί­χτυ­α ἑ­νός Γκου­ρού, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να ἐ­ξε­δή­λω­νε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά γνω­ρί­ζη Γέ­ρον­τες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τῆς μί­λη­σα γι­ά τόν ὅ­σιο γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο, ἀλ­λά συ­νε­χῶς ἀ­νέ­βαλ­λε νά τόν γνω­ρί­ση. Κά­πο­τε, με­τά ἀ­πό ἕ­να σο­βα­ρό γε­γο­νός στήν ζω­ή της, ἀ­πο­φά­σι­σε νά τόν ἐ­πι­σκε­φθῆ μα­ζί μέ ἕ­να ἄλ­λο πρό­σω­πο.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: γ΄. Παρηγορεῖ στενοχωρημένη, δ΄. Θεράπευσε τόν Γέροντα ὁ ὅσιος Δαυΐδ

Ἐ­πι­σκέ­φθη­κα τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ μα­ζί μέ τόν σύ­ζυ­γό μου Δη­μή­τρη. Κά­ποι­α στιγ­μή, ὁ Γέ­ρον­τας μᾶς ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα πο­νοῦ­σε ὑ­περ­βο­λι­κά ἡ μέ­ση του, σέ ση­μεῖ­ο ὥ­στε νά μήν μπο­ρῆ νά σηκω­θῆ κα­θό­λου. Τό­τε πα­ρα­κά­λε­σε τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ καί τοῦ εἶ­πε: ”Ἔ­λα ἐ­σύ, Ὅ­σι­ε, νά μέ σταυ­ρώ­σης, γι­ά νά μπο­ρέ­σω νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σω τό Μο­να­στή­ρι σου­.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: β΄. Ζωογόνησε ἔμβρυο

Στά τέ­λη τοῦ 7ου μῆ­να τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης, ἔ­κα­να τόν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἔ­λεγ­χο μέ ὑ­πέ­ρη­χο. Τό­τε, πρός με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη ὅλωνμας, δι­α­πι­στώ­θη­κε ἀ­πό τούς για­τρούς ὅ­τι τό ἔμ­βρυ­ο εἶ­χε μεί­νει ”πίσω” στήν ἀ­νά­πτυ­ξη, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­στοι­χοῦ­σε σέ ἕ­να μῆ­να νω­ρί­τε­ρα. Αὐ­τό σή­μαι­νε πώς τό ἔμ­βρυ­ο δέν τρε­φό­ταν κα­λά καί, προ­ϊ­όν­τος τοῦ χρό­νου, θά πέ­θαι­νε.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: α΄. Σκι­α­γρα­φί­α τοῦ Γέ­ρον­τα β’

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­ρι­στος πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας. Ἐ­φάρ­μο­ζε τήν ἀρ­χὴ τῆς ἐ­ξα­το­μι­κεύ­σε­ως καί συμ­βού­λευ­ε ἀ­νά­λο­γα τόν κά­θε ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νο. Εἶ­χε καί τό δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα καί ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τόν ἄλ­λον, ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τό πρό­βλη­μά του καί τήν ἁμαρ­τί­α πού εἶ­χε κά­νει, χω­ρίς ἐ­κεῖ­νος νά προ­λά­βη κἄν νά τοῦ μι­λή­ση σχε­τι­κά μ᾽ αὐ­τά. Ἔ­φερ­νε σέ συ­ναί­σθη­ση τόν ἄλ­λον μέ πά­ρα πο­λύ δι­α­κρι­τι­κό τρό­πο καί συ­χνά ἀ­νέ­φε­ρε ἕ­να γε­γο­νός ἀ­πό τήν ζω­ή συγ­γε­νῶν του ἤ τήν δι­κή του ἤ ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, ἔτ­σι ὥ­στε αὐ­τός πού ἄ­κου­γε τήν ἱ­στο­ρί­α, κα­τα­λά­βαι­νε τό μή­νυ­μα πού ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση ὁ Γέ­ρον­τας, χω­ρίς αὐ­τοί πού ἦ­ταν γύ­ρω του νά κα­τα­λά­βουν τίποτα.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: α΄. Σκι­α­γρα­φί­α τοῦ Γέ­ρον­τα α’

Ὅ­ταν κά­ποι­α γνω­στή μου πα­ρα­κά­λε­σε τόν π.Ἰ­ά­κω­βο νά προ­σευ­χη­θῆ γι­ά κά­ποι­ο σο­βα­ρό πρόβλη­­μα πού ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε, ὁ Γέ­ρον­τας τῆς εἶ­πε ὅ­τι δέν φθά­νει μό­νο ἡ δι­κή του προ­σευ­χή, ἀλ­λά πρέ­πει νά προ­σεύ­χε­ται καί ἐ­κεί­νη. Δι­α­φο­ρε­τι­κά, δέν θά τήν βο­η­θή­ση ὁ Θε­ός. Ὁ Θε­ός ”ἀκούει” τίς δε­ή­σεις τῶν Γε­ρόν­των, ἀλ­λά πε­ρι­μέ­νει καί τήν κα­λή προ­αί­ρε­ση καί προ­σευ­χή τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων. Τό­τε μό­νον θά ἐ­νερ­γή­ση ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Τό­τε θά γί­νη καί τό θαῦ­μα!

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: ε΄. Ἀ­πό­ψεις καί θέ­σεις τοῦ Γέ­ρον­τα

«Κά­ποι­ος Πνευ­μα­τι­κός, μέ φή­μη ἁ­γί­ου, ἀλ­λά ἐ­πι­ει­κέ­στα­τος στό θέ­μα τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, μέ προ­βλη­μά­τι­σε, καί ρώ­τη­σα τόν Γέρον­­τα. “Ἄ­κου, τέ­κνον μου. Κά­πο­τε, ἕ­νας νέ­ος ἔ­κα­νε μί­α ἁ­μαρ­τί­α με­γά­λη καί ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­το εἰς τόν Πνευ­μα­τι­κόν κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νά κοι­νω­νῆ. Τε­λι­κά τό παι­δί­ον ἀ­πέ­θα­νε καί πῆ­γε στήν κό­λα­ση! Καί παρου­σι­ά­ζε­ται μί­αν ἡ­μέ­ρα εἰς τόν Πνευ­μα­τι­κόν καί τοῦ λέ­γει, “ἐξ αἰ­τί­ας σου πῆ­γα στήν κό­λα­ση, διά τοῦ­το ἦρ­θα νά πά­ρω κι ἐ­σέ­να”. Κι ὁ Πνευ­μα­τι­κός ἀ­πέ­θα­νε καί πῆ­γε στήν κό­λα­ση κι αὐ­τός. Γι᾽ αὐ­τό λέ­γω, τέ­κνον μου, πρέ­πει νά προ­σέ­χω­με σέ τί Πνευμα­τι­κούς πᾶ­με.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: δ΄. Δι­ά­φο­ρα

Εγώ τό κά­θε τί λυ­πη­ρό πού ἔρ­χε­ται, τό δέ­χομαι μέ εὐ­χα­ρι­στί­α καί προ­θυ­μί­α, κά­νω τόν σταυ­ρό μου, καί λέ­ω: ”Εἴη τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μή­ν”».
 «Χρει­ά­ζε­ται πί­στις στόν Θε­ό καί ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ δέν θά μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­ψη, θά μᾶς βο­η­θή­ση».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες:   γ΄. Πρός λα­ϊ­κούς β’

«Ὅ­ταν σᾶς ζη­τᾶ­νε κά­τι, ζη­τι­α­νεύ­ουν, νά δί­νε­τε κά­τι. Μιά φέ­τα ψω­μί ἔ­χε­τε, μιά φέ­τα ψω­μί νά δί­νε­τε. Ὅ­ποι­ος καί νά εἶ­ναι. Ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ καί σέ Τούρ­κους ἔ­δι­νε. “Μα­κά­ριοι οἱ ἐ­λε­ή­μο­νες, ὅ­τι αὐ­τοὶ ἐ­λε­η­θή­σον­ται”».«Με­τά τόν τά­φο ἀρ­χί­ζει ἡ νέ­α ζω­ή. Μέ­χρι τόν τά­φο ἀ­κο­λου­θοῦν τά πα­ρά­ση­μα, οἱ σταυ­ροί, οἱ δόξες, οἱ τι­μές. Ὅ­λα, παι­διά μου, προ­σω­ρι­νά εἶ­ναι. Γι᾽ αὐ­τό νά φρον­τί­ζου­με γιά τήν ψυ­χή μας, πού εἶ­ναι πρᾶγ­μα ἀ­θά­να­το».«Νά ἔ­χω­με φι­λο­ξε­νί­α καί ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ ἐ­λε­ή­μων. Ξέ­νι­ζε ἀ­κό­μα καί τούς Τούρ­κους. Ἐ­γώ, δέν ἔ­κα­να τί­πο­τε. Ὁ Ἅ­γιος τά ἔ­κα­νε ὅ­λα, ὁ Ἅ­γιος τά ᾽χει φτειά­ξει ὅ­λα. Ἐ­γώ εἶ­μαι ζα­βός ἄν­θρω­πος, ἰ­δι­ό­τρο­πος…».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες:   γ΄. Πρός λα­ϊ­κούς α’

     «Πολ­λές φο­ρές λέ­νε (κα­τη­γο­ρί­ες) γι­ά τούς Ἱ­ερεῖς. (Ἀλλά) καί οἱ πα­πᾶ­δες ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι. Μπο­ρεῖ ἕνας ἄν­θρω­πος (νά) ἔ­σφα­λε στήν ζω­ή του, δέν φταῖ­νε καί ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι. (Καί ἕ­νας πα­πάς μπορεῖ νά ἔσφαλε, δέν φταῖ­νε ὅ­λοι οἱ πα­πᾶ­δες). Ἀλ­λά ”μὴν κρί­νε­τε­ ” λέ­γει ὁ Χρι­στός ”ἵνα μὴ κρι­θῆ­τε­”, δι­ό­τι μέ τό μέ­τρο πού κρί­νο­με θά κρι­θοῦ­με μι­ά μέ­ρα. Ποι­οί εἴ­μα­στε πού θά κρί­νω­με; Νά κά­νω­με προ­σευ­χή νά φω­τί­ζη ὁ Θεός τόν κά­θε ἄν­θρω­πο. Ὅ­σο μπο­ροῦ­με νά συγ­χω­ροῦμε».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: β΄. Πρός μο­να­χούς

«Οἱ μο­να­χοί νά ἔ­χω­με τα­πε­ί­νω­ση καί ἀ­γά­πη με­τα­ξύ μας· ὁ κύ­ριος σκο­πός μας εἶ­ναι νά φτά­σω­με στήν ἁ­γι­ό­τη­τα, νά γί­νω­με ἅ­γιοι καί ὄ­χι νά δι­εκ­δι­κοῦ­με θέ­σεις καί πρω­το­κα­θε­δρί­ες. Νά τη­ροῦ­με τίς νη­στεῖ­ες, νά κά­νω­με τά πνευ­μα­τι­κά μας κα­θή­κον­τα, τόν κα­λο­γε­ρι­κό κα­νό­να, τά κομ­πο­σχο­ί­νια μας, για­τί κά­ποι­α μέ­ρα θά τά βροῦ­με μπρο­στά μας. Ὅ­σο καί νά θέ­λω­με νά δι­και­ο­λο­γη­θοῦ­με, ὁ πνευ­μα­τι­κός νό­μος θά λει­τουρ­γή­ση».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: α΄. Πρός  Ἱ­ερωμένους

Εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα ὅ­λα τά μνη­μό­συ­να γι­ά τήν ἀ­νά­παυ­ση τῶν ψυ­χῶν. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι κά­νουν πο­λυ­τε­λῆ μνη­μό­συ­να, κά­νουν πε­ριτ­τά ἔ­ξο­δα. Ἡ ψυ­χή ζη­τά­ει ἁ­πλά πράγ­μα­τα. Νά βρά­σω­με μί­α χούφ­τα στά­ρι καί νά εἴ­μα­στε κα­θα­ροί, νά ζυ­μώ­σω­με καί τό πρό­σφο­ρο μέ προ­σευ­χή. Νά τά πᾶ­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α νά μνη­μο­νευ­θοῦν τά ὀ­νό­μα­τα τῶν ”κεκοιμημένων” καί νά ψάλλουν τά μνη­μό­συ­να

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: νε΄. «Θά βρῆτε νερό ποτάμι»

Νά, πάρ­τε τήν εἰ­κο­νί­τσα τοῦ ὁσί­ου Δαυ­ΐδ πού σᾶς ἔ­χω δώ­σει, σέ ὅ­ποι­ο ση­μεῖ­ο θέ­λε­τε μέ­σα στό κτῆμα σας ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λο γιά νά ἀ­νοί­ξε­τε τό πη­γά­δι βάλ­τε ἐ­κεῖ τήν εἰ­κο­νί­τσα τοῦ ὁσί­ου Δαυ­ΐδ, ράν­τι­σε καί μέ λί­γο ἁ­για­σμό, κάν­τε τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ, νά πῆς τό “Πά­τερ ἡ­μῶν” καί τό τρο­πά­ριο τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ καί νά χτυ­πή­σε­τε. Μό­λις χτυ­πή­σε­τε, τέ­κνο μου, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, τό νε­ρό βρί­σκε­ται στήν ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς. Τό κά­να­νε καί βρῆ­καν πο­τά­μι νε­ρό.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: νβ΄. «Δέν εἶναι ἅγιοι αὐτοί;»,   νγ΄. «Ὅλα μοῦ τά ἔδωσε ὁ Θεός», νδ΄. Ἐμφάνιση τοῦ πεθαμένου δικηγόρου

Ήρθε τίς προ­άλ­λες ἕ­να ἱ­ε­ρω­μέ­νο πρό­σω­πο καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἕ­νας (γνωστός του) ἄν­θρω­πος εἶ­ναι κα­τά­κοι­τος καί δέν ὁ­μι­λεῖ, οὔ­τε ἀ­κού­ει, οὔ­τε βλέ­πει. Καί τοῦ ἔ­δω­σε στά χέ­ρια του 250 λί­ρες χρυ­σές γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α πού χτί­ζουν στό χω­ριό τους. Σέ ἕ­να χαρτά­κι τοῦ ἔ­γρα­ψε: “Τά χρή­μα­τα αὐ­τά εἶ­ναι δι­κά μου. Τά μά­ζευ­α ἀ­πό νέ­ος καί θέ­λω νά τά δώ­σω γιά τήν ἐκ­κλη­σί­α, γιά τό κα­λό τοῦ κόσμου. Σοῦ ἔ­χω ἐμ­πι­στο­σύ­νη καί στά δί­νω στά χέ­ρια σου καί δέν θέ­λω ἀ­πό­δει­ξη. Μό­νο θέ­λω νά μήν γνω­ρί­ζη κα­νείς τί­πο­τε. Τίς λί­ρες τίς δί­νω γιά τήν ψυ­χή μου. Ἔ­χω καί ἄλ­λα χρή­μα­τα καί πά­λι θά βοη­θή­σω”.
»Ὁ­ρί­στε, δέν εἶ­ναι αὐ­τοί ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι;».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: να΄. Ναρκομανεῖς, αἱρετικοί, ματαιόδοξοι

Ἄ­κου­σε, παι­δί μου, ἐφ᾽ ὅ­σον τόν Χρι­στό δέν πι­στεύ­εις, τί­πο­τα δέν ἔ­χεις. Αὐ­τά πού ἔ­χεις σοῦ τά ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός. Δέν σοῦ τά ἔ­δω­σε μό­νο γιά τόν ἑ­αυ­τό σου. Τά ἔ­δω­σε γιά τούς φτω­χούς, τούς πο­νε­μέ­νους ἀν­θρώ­πους. Πό­σα φτω­χά, πό­σα ὀρ­φα­νά παιδιά ὑ­πάρ­χουν… Αὐ­τά (πού ἔ­χεις) σέ ἀ­κο­λου­θοῦν μέ­χρι τόν τά­φο. Με­τά ἀ­πό τόν τά­φο ἀρ­χί­ζει νέ­α ζωή! Καί τοῦ εἶ­πα τό ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό: “Ἦ­ταν μιά παπαδιά ἐ­δῶ στά μέ­ρη μας πού ἦ­ταν καί δα­σκά­λα. Ἐ­κοι­μή­θη καί μᾶς φώ­να­ξαν στήν κη­δεί­α. Πή­γα­με ἐ­κεῖ καί εἶ­δα εἶ­χαν στά χέ­ρια της ἕ­να χαρ­τά­κι διπλω­μέ­νο.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: ν΄. Ἀποκαλύψεις δαιμονισμένων καί μαγεμένων

Μέ τό στό­μα ἄλ­λης δαι­μο­νι­σμέ­νης, ἔ­λε­γε ὁ δι­ά­βο­λος πρός τόν π. Ἰ­ά­κω­βο:«Μέ λέ­νε Βε­λί­αρ. Ἐ­γώ ὠ­θῶ τόν κό­σμο στίς πα­ρα­λί­ες τά κα­λο­καί­ρια. Ἔ­βα­λα τά ὄρ­γα­νά μου καί βά­λα­νε φω­τι­ές στά δά­ση, γιά νά κά­ψουν τό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τα­πί­ου (Ἀ­θή­να πε­ρί­που 1985). »Οἱ αἱ­ρέ­σεις ὅ­λες εἶ­ναι δι­κές μου. Οἱ Πεν­τη­κο­στια­νοί, οἱ Μασ­σό­νοι, οἱ Χι­λια­στές κ.τ.λ.»Ρέ, Ἰ­ά­κω­βε, μέ ἔ­χεις δέ­σει μπρο­στά σέ αὐ­τόν τόν Δαυ­ΐδ καί σοῦ τά λέ­ω αὐ­τά.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: μη΄. Δέν θέλει τήν ἐξομολόγηση ὁ διάβολος, μθ΄. «Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε»

«Καί μιά ἄλ­λη φο­ρά, ἕ­να παλ­λη­κά­ρι ἦρ­θε νά κοι­νω­νή­ση καί δί­στα­ζα λί­γο μέ­σα μου νά τό κοι­νω­νή­σω. Φαί­νε­ται θά εἶ­χε κά­ποι­ο πνευ­μα­τι­κό κώ­λυμα. Ὅ­ταν, λοι­πόν, τό κοι­νω­νοῦ­σα, ἕ­νας πα­ρευ­ρι­σκό­με­νος μο­να­χός, ἀ­ρε­τῆς ἄν­θρω­πος, εἶ­δε νά φεύ­γη ἀπό τήν ἁ­γί­α Λα­βί­δα μιά χρυ­σή λάμ­ψη, νά περ­νᾶ πά­νω ἀ­πό τό κε­φά­λι μου καί νά πά­η πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα καί κά­θησε ἐ­κεῖ. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, μοῦ τό εἶ­πε ὁ μο­να­χός καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βλε­πε (τό παλ­λη­κά­ρι) μαῦ­ρο στό πρό­σω­πο.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: “Ἐπικοινωνία μέ Ἁγίους”,”Συλλειτουργοῦσε μέ Ἀγγέλους”

Ο ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ρῶσ­σος γυ­ρί­ζει πλευ­ρό στήν λάρ­να­κα (καί) κά­που κά­που ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους ἔ­φυ­γε (ἀ­πό τήν θέ­ση της) καί πῆ­γε καί στά­θη­κε ὀρ­θή (σέ ἄλ­λο μέ­ρος)

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: μς΄. Ἀ­πο­κα­λύ­ψεις δαι­μο­νι­σμέ­νης, μζ΄. Γυναῖκα εἶδε τόν Χριστό

Μιά γυ­ναῖ­κα, μοῦ λέ­ει μιά φο­ρά, ”πῆ­γα νά ἀ­νά­ψω τά καν­τή­λια σέ ἕ­να ᾽ξωκ­κλή­σι καί λι­βά­νι­σα­”. Ξέ­ρε­τε, καμ­μιά φο­ρά ἔ­χουν οἱ γυναῖκες καί τήν πε­ρι­έρ­γεια νά μπαί­νουν στό ἅ­γιο Βῆ­μα, στό Ἱ­ε­ρό, καί κοι­τά­ζει πού λέ­τε αὐ­τή ἡ γυ­ναῖ­κα ἀ­πό τό ἅ­γιο Βῆ­μα καί βλέ­πει ἕ­να παλ­λη­κά­ρι μέ ξαν­θά μαλ­λιά, ἕ­ναν λε­βέν­τη μέ τά μαλ­λιά του, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἔ­τσι ἐ­δῶ ἀ­νοιγ­μέ­να καί τά γε­νά­κια του ἐ­δῶ χω­ρι­σμέ­να καί τόν βλέ­πει πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: μδ΄. «Ἔβλεπα μιά ὀπτασία», με΄. Θε­ρα­πεί­α δαι­μο­νι­σμέ­νης

Τήν πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή τό με­ση­μέ­ρι στίς 2 ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε μι­ά δαι­μο­νι­σμέ­νη ἀ­πό δῶ, ἀ­πό τήν Κή­ρυν­θο (ἦ­ταν), καί φώ­να­ζε: ”Θέλω τόν Ἰ­ά­κω­βο­”. Ξέ­ρω τί κά­νει ὁ Σα­τα­νᾶς, ἐ­γώ τίς γνω­ρί­ζω τίς πα­γί­δες τοῦ δι­α­βό­λου.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: “Ἐμφάνιση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου”

Πο­λύς κό­σμος ἔρ­χε­ται στή Χά­ρη μου, ἀλ­λά λίγα εἶ­ναι τά τέ­κνα μου. Οἱ πι­στοί εἶ­ναι πο­λύ λί­γοι. Νο­μί­ζουν πώς κοι­μᾶ­μαι στήν λάρ­να­κα. Ἐ­γώ εἶ­μαι ζων­τα­νός. Δέν μέ βλέ­πουν. Ἐ­γώ ὅ­λους τούς βλέ­πω. Καί φεύ­γω πολ­λές φο­ρές ἀ­πό τήν ἁ­γί­α λάρ­να­κα.Αὐ­τοί δέν μέ βλέ­πουν, δέν μ᾽ ἀ­κοῦν, ἐ­γώ ὅ­μως τούς βλέ­πω, τούς ἀ­κού­ω τί λέ­νε.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: μβ΄. «Μέ βοηθᾶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ» , μγ΄ «Μοῦ δίνει κουράγιο ὁ Ἅγιος»

Πρίν πέν­τε ἡ­μέ­ρες, πέ­ρα­σε ἕ­νας ἀ­πό τήν Λά­ρι­σα, αὐ­τός εἶ­χε στό στο­μά­χι τήν σο­βα­ρή ἀ­σθέ­νεια. Ζή­τη­σε ἐ­μέ­να, ἀλ­λά ἐ­γώ δέν πη­γαί­νω, ἀ­πο­φεύ­γω λι­γά­κι, νά μήν ἔ­χω τίς φι­λο­δο­ξί­ες καί αὐ­τά καί μέ βλέ­πη ὁ κό­σμος, εἶ­πα στόν π. Κύ­ριλ­λο, τόν σταύ­ρω­σε μέ τήν ἁ­γί­α Κά­ρα, μέ­χρι νά πά­η στήν Λά­ρι­σα ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε τε­λεί­ως κα­λά. Ἔρ­χε­ται καί τήν ἄλ­λη μέ­ρα πά­λι καί λέ­ει ὅ­τι μέ βο­ή­θη­σες πά­τερ, μέ τήν Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου, καί ἦρ­θα νά σοῦ πῶ τό θαῦ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἐ­θε­ρα­πεύ­θην καί ἔ­γι­να τε­λεί­ως κα­λά καί ἦρ­θα νά τόν εὐ­χα­ρι­στή­σω.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: «Ἀγῶνες γιά τά κτήματα τῆς Μονῆς»

Ἀλ­λά τί νά κά­νω τώ­ρα; Νά φύ­γω ἀ­π᾽ τό Μο­να­στή­ρι νά πά­ω νά πε­ρι­μέ­νω στό κτῆ­μα μήν τό κα­τα­πα­τή­σουν καί κό­ψουν τίς ἐ­λι­ές; Τί νά κά­νω; Ἐ­γώ ἦρ­θα γιά τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ ἐ­δῶ μέ­σα. Τόν βλέ­πω ζων­τα­νό τόν Ἅ­γιο. Για­τί ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ ἐ­δῶ μέ­σα ἁ­γί­α­σε, ἐ­δῶ μέ­σα ἀ­σκή­τευ­σε­”.

Σελίδες