Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ζ΄. Ἀποκαλύπτει τόν λογισμό του

Μαρ­τυ­ρί­α π. Παύ­λου Τσου­κνί­δα: «Μί­α φο­ρά εἶ­χα πά­ει νά μεί­νω λί­γες μέ­ρες πά­λι στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, γι­ά νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ καί νά λει­τουρ­γη­θῶ. Ἐ­κεῖ­νον τόν και­ρό μέ βα­σά­νι­ζε κά­τι πού εἶ­χε σχέ­ση μέ τίς προ­η­γού­με­νες ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις. Ὁ Πνευ­μα­τι­κός πού εἶ­χα, εἶ­χε τε­θῆ σέ ἀργί­α ἀ­πό τόν οἰ­κεῖ­ο Μη­τρο­πο­λί­τη. Δέν εἶ­χε ἄ­δεια πλέον νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ. Ἐ­γώ σκε­φτό­μουν, ”μήπως αὐ­τά πού τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κα, δέν συγ­χω­ρέ­θη­καν;”. Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος, ἀ­φοῦ ἐ­ξο­μο­λό­γη­σε ἕ­ναν κλη­ρι­κό καί ἕ­ναν λα­ϊ­κό πρίν ἀ­πό μέ­να, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ σει­ρά μου καί πέ­ρα­σα στό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα, φο­ροῦ­σε ὁ­λόκληρη τήν ἱ­ε­ρα­τι­κή του στολή –θυ­μᾶ­μαι ἦ­ταν κόκ­κι­νη– καί μοῦ λέ­ει: 

— Ἔ­λα, παι­δί μου Παῦ­λο, νά τά ποῦ­με.

— Τήν εὐ­χή σας, Γέ­ρον­τα, τοῦ λέ­ω. Καί ἐ­κεῖ­νος μέ τήν σει­ρά:

— Τοῦ Κυ­ρί­ου μας.

»Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε μί­α δέ­η­ση, πρίν ἀρ­χί­σει τό Μυστή­­ρι­ο, μοῦ λέ­ει:

— Ἔ­λα, παι­δί μου, νά μοῦ πῆς τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου.

— Νά ᾽ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο, Γέ­ρον­τα, τοῦ ἀ­παν­τῶ.

— Θέ­λεις, παι­δί μου, νά τά πῆς ὅ­λα ἀπ᾽ τήν ἀρ­χή, ἔτ­σι δέν εἶ­ναι; μοῦ λέ­ει!

— Ναί, πά­τερ, τοῦ λέ­ω ἐ­γώ.

— Νά ξέ­ρης, οἱ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις πού ἔ­κα­νες στόν προ­η­γού­με­νο Πνευ­μα­τι­κό σου πι­ά­στη­καν καί τά ἁμαρ­τή­μα­τά σου συγ­χω­ρέ­θη­καν, ἀλ­λά, ἐ­πει­δή ἐ­σύ ἔ­χεις αὐ­τό τόν λο­γι­σμό καί σέ βα­σα­νί­ζει, ἔ­λα νά μοῦ τά πῆς ὅ­λα ἀπ᾽ τήν ἀρ­χή!

»Ἔ­τσι καί ἔ­γι­νε. Θυ­μᾶ­μαι ἐ­γώ γο­νά­τι­σα δί­πλα ἀ­π᾽ τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα καί τήν ὥ­ρα πού ἄρ­χι­σα νά ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαι ὅ­λα τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά μου ἀ­π᾽ τήν ἀρχή, ὁ Γέ­ρον­τας γο­νά­τι­σε μέ τήν στο­λή του δί­πλα μου καί μοῦ λέ­ει:

— Ἔ­λα, παι­δί μου Παῦ­λο, νά τά ποῦ­με ἐ­δῶ κά­τω στό δά­πε­δο, νά ἔ­χω­με καί λί­γη τα­πεί­νω­ση.

»Ὅ­ταν εἶ­δα ἐ­γώ τόν Γέ­ρον­τα νά εἶ­ναι γο­να­τι­σμέ­νος καί τό κε­φά­λι του νά ἀ­κουμ­πᾶ στό δά­πε­δο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, γο­νά­τι­σα κι ἐ­γώ μέ τόν ἴ­διο τρόπο καί τά εἶ­πα ὅ­λα τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά μου, μέ πολ­λή λε­πτο­μέ­ρεια ἀ­π᾽ τήν ἀρ­χή. Ἔ­τσι ξα­λά­φρω­σα καί θαύμα­σα τόν μα­κα­ρι­στό Γέ­ρον­τα πού γνώ­ρι­ζε τί ἤ­θε­λα καί τί μέ βα­σά­νι­ζε, ἀλ­λά καί γι­ά τήν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη καί τήν τα­πεί­νω­σή του!».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 136-138

Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις