ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ

Τοῦ Ἀναστασίου Σταυρογιαννόπουλου

Δασκάλου

1. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς Θρησκείας γιά τή ζωή μας.

Μέ τόν ὅ­ρο Θρη­σκεί­α γε­νι­κά δη­λώ­νου­με τή σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τό Ἱε­ρό. Στήν ἱ­στο­ρι­κή πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που τό Ἱ­ε­ρό κα­τα­νο­ή­θη­κε εἴ­τε ὡς κά­ποι­ος θε­ός, εἴ­τε ὡς κά­ποι­α ὑ­περ­φυ­σι­κή δύ­να­μη, εἴ­τε τέ­λος ὡς γέν­νη­μα τῆς ἐ­πί­γειας ζω­ῆς, πού κα­τα­ξι­ώ­θη­κε μέ τό Ἱ­ε­ρό. Ἡ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τό Ἱε­ρό ἐκ­φρά­στη­κε μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ λα­τρεί­α, ἡ μορ­φή τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ βί­ου τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ μορ­φή ἑ­νός ἠ­θι­κοῦ κώ­δι­κα, ἡ Τέ­χνη καί ἡ Θρη­σκευ­τι­κή Πα­ρά­δο­ση.

Στήν κα­θο­μι­λου­μέ­νη συ­χνά μέ τόν ὅ­ρο Θρη­σκεί­α ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στό σύ­νο­λο τῶν δο­ξα­σι­ῶν, πού ἔ­χουν σχέ­ση μέ τήν πί­στη στό Θε­ό ἤ στο­ύς Θε­ούς ἤ ἀ­κό­μη στό σύ­νο­λο τῶν τύ­πων τῆς λα­τρεί­ας, πού ἐκ­δη­λώ­νον­ται μ᾿  αὐ­τήν τήν πί­στη. Ἡ ἔν­νοι­α Θρη­σκεί­α ἐμ­πε­ρι­έ­χει τή ση­μα­σί­α τοῦ σε­βα­σμοῦ, ὄ­χι ὅ­μως τῆς δου­λι­κό­τη­τας ἀλ­λά τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης καί οἰ­κει­ο­θε­λοῦς προ­σφο­ρᾶς. Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λεῖ σχέ­ση συγ­γέ­νειας καί φι­λί­ας ἀν­θρώ­που καί Θε­αν­θρώ­που[1] εἶ­ναι ἡ ὑ­πέ­ρο­χη ἀ­με­σό­τη­τα θε­αν­θρώ­πι­νη δι­α­προ­σω­πι­κή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α ἀν­θρώ­που καί Θε­οῦ-Ποι­η­τή καί Πα­τέ­ρα[2].

Ἀ­πό τήν ἀ­νά­γνω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῶν θρη­σκευ­μά­των προ­κύ­πτει, πώς ἡ Θρη­σκεί­α χρο­νο­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή κα­τά τήν ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος. Τό φαι­νό­με­νο τῆς Θρη­σκεί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα σύν­θε­το καί χρει­ά­ζε­ται προ­σέγ­γι­ση μιᾶς ἐ­κτε­τα­μέ­νης πε­ρι­ο­χῆς θε­μά­των, ἐμ­πει­ρι­ῶν καί κα­τα­στά­σε­ων, προ­κει­μέ­νου νά κα­τα­νο­ή­σου­με ἐ­παρ­κῶς τή ση­μα­σι­ο­λο­γί­α της. Μία ὅ­μως ἁ­πλή προ­σέγ­γι­σή της, σάν αὐ­τή πού ἔ­γι­νε σ᾿ αὐ­τήν τήν πα­ρά­γρα­φο, θά μᾶς βο­η­θή­σει νά ἀ­να­πτύ­ξου­με καί νά πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τό θέ­μα τῆς πα­ρού­σης με­λέ­της μας.

2. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή Λα­τρεί­α καί ἡ ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἀ­ξί­α τῆς προ­σευ­χῆς.

Ἡ Θρη­σκεί­α πού ἐ­πι­κρά­τη­σε στόν Ρω­μα­ϊ­κό κό­σμο ἦ­ταν ἡ Χρι­στι­α­νι­κή, ἡ ὁ­ποί­α συν­δύ­α­ζε τά στοι­χεῖ­α τῆς κα­θο­λι­κῆς ἀ­γά­πης καί τῆς ἀ­ξί­ω­σης γιά μί­α εἰ­λι­κρι­νῆ προ­σπά­θεια πί­στης στή δι­πλή, ἀν­θρώ­πι­νη Θεί­α ὑ­πό­στα­ση, τοῦ Ἰ­η­σοῦ[3]. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή θρη­σκεί­α κα­τα­ξι­ώ­νει τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που καί τή συ­νύ­παρ­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων, προσ­δί­δον­τας στή ζω­ή νό­η­μα καί σκο­πό καί στή συν­δι­α­βί­ω­ση ἀ­μοι­βαί­α ἀ­γά­πη καί ἀ­γα­θή προ­σφο­ρά[4].

Ἡ λα­τρεί­α εἶ­ναι ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­ση τῆς πί­στης τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τε­λε­τές, ὕ­μνους καί συμ­βο­λι­κές πρά­ξεις. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή λα­τρεί­α εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τή λα­τρεί­α ἄλ­λων Θρη­σκει­ῶν. Οἱ ὀ­πα­δοί τοῦ πο­λυ­θε­ϊ­σμοῦ γιά πα­ρά­δειγ­μα, λά­τρε­ψαν ὡς θε­ούς τά κτί­σμα­τα τῆς φύ­σης καί ὄ­χι τό δη­μι­ουρ­γό αὐ­τῶν τῶν κτι­σμά­των. Γι᾿ αὐ­τό καί κα­τά τά χρό­νια τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, ἀλ­λά καί σή­με­ρα, ὁ τό­πος λα­τρεί­ας εἶ­ναι ἡ ὕ­παι­θρος, στήν ὁ­ποί­α προ­βαί­νουν σέ ὅ­λα τά εἴ­δη τῶν τε­λε­τουρ­γι­κῶν τους πρά­ξε­ων. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή λα­τρεί­α ὅ­μως, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό τῆς ἀ­γά­πης καί ἔ­χον­τας χα­ρα­κτῆ­ρα πα­ναν­θρώ­πι­νο καί σκο­πό τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό ἐ­ξα­γνι­σμό τοῦ ἀν­θρώ­που, ὑ­πε­ρέ­χει ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη Θρη­σκεί­α, ἀ­κό­μη καί ἀ­πό πλευ­ρᾶς με­γα­λο­πρέ­πειας. Μία τέ­τοι­α Χρι­στι­α­νι­κή λα­τρεί­α κα­λεῖ­ται νά κα­λύ­ψει μί­α νέ­α μορ­φή Να­οῦ, πού θά ἀ­να­πτυ­χθεῖ στό Χρι­στι­α­νι­κό κό­σμο με­τά τόν 4ο αἰ. μ.Χ. ὅ­ταν τε­λει­ώ­νουν οἱ δι­ωγ­μοί καί ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός εἰ­σέρ­χε­ται στό στά­διο τοῦ θριά­μβου του. Με­τά τήν ἀ­να­κή­ρυ­ξη τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ ὡς ἐ­πί­ση­μη Θρη­σκεί­α τοῦ κρά­τους ἀπ᾿ τό Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο τό 313 μ.Χ., οἱ Χρι­στια­νοί ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τά κα­τα­φύ­για κι ἐ­πι­δί­δον­ται στήν ἵ­δρυ­ση με­γα­λο­πρε­πῶν Να­ῶν. Τό­σο ἡ μη­τέ­ρα του Ἑ­λέ­νη, ὅ­σο καί ὁ ἴ­διος δι­έ­θε­σαν πολ­λά χρή­μα­τα ἀπ᾿ τό Δη­μό­σιο Τα­μεῖ­ο γιά τήν ἵ­δρυ­ση Να­ῶν κι ἔ­τσι μπο­ροῦ­με νά ἰ­σχυ­ρι­στοῦ­με πώς σ᾿ αὐ­τήν τήν πε­ρί­ο­δο θε­με­λι­ώ­νε­ται ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Χρι­στι­α­νι­κή να­ο­δο­μί­α, φέρ­νον­τας μά­λι­στα στό προ­σκή­νιο τόν πρῶ­το ρυθ­μό Χρι­στι­α­νι­κού να­οῦ, τό ρυθ­μό τῆς Βα­σι­λι­κῆς.

3. Ὁ Να­ός ὡς τό­πος λα­τρεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

Τό οἰ­κο­δό­μη­μα, πού κα­τα­σκευ­ά­στη­κε γιά νά χρη­σι­μεύ­σει ὡς τό­πος Θρη­σκευ­τι­κῆς λα­τρεί­ας ἤ γιά τήν τέ­λε­ση κά­ποι­ας ἄλ­λης Ἱ­ε­ρῆς λει­τουρ­γί­ας ὀ­νο­μά­στη­κε Να­ός. Το­ύς χώ­ρους λα­τρεί­ας στή Χρι­στι­α­νοσύ­νη πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ύς ὀ­νο­μά­ζου­με Ἐκ­κλη­σί­ες, πα­ρά Να­ούς.

Ὁ Να­ός στήν Ἐγ­γύς Ἀ­να­το­λή δέν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ χῶ­ρος συγ­κέν­τρω­σης τῶν πι­στῶν, ἀλ­λά θε­ϊ­κή κα­τοι­κί­α. Ἀν­τί­θε­τα στή Μεσ­σο­πο­τα­μί­α, στίς ἀρ­χές τῆς 3ης π.Χ. χι­λι­ε­τί­ας ἐμ­φα­νί­στη­καν τά πρῶ­τα οἰ­κο­δο­μή­μα­τα, πού προ­ο­ρί­ζον­ταν γιά τή λα­τρεί­α τῶν πι­στῶν. Ὁ Αἰ­γυ­πτια­κός να­ός ἦ­ταν ὁ τό­πος, πού κα­τοι­κοῦ­σε ἡ θε­ό­τη­τα καί ἦ­ταν πε­ρι­φραγ­μέ­νος ἀ­πό πε­ρί­βο­λο, γιά νά ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἡ εἴ­σο­δος τοῦ λα­οῦ σ᾿ αὐ­τόν. Στήν Ἑλ­λά­δα ὁ Να­ός δι­α­δέ­χτη­κε τά Ἀ­να­κτο­ρι­κά ἱ­ε­ρά τῶν Κρη­τῶν καί τῶν Μυ­κη­ναί­ων ἡ­γε­μό­νων γύ­ρω στά 1250-1200 π.Χ. εἴ­τε πρό­κει­ται γιά ἱ­ε­ρό πά­νω σέ Ἀ­κρό­πο­λη (π.χ. Ἀ­κρό­πο­λη Ἀ­θη­νῶν), εἴ­τε γιά οἰ­κο­δό­μη­μα κον­τά στό κέν­τρο τῆς πό­λης (π.χ. Θη­σεῖ­ο), εἴ­τε γιά Να­ό μα­κριά ἀ­πό τήν πό­λη (π.χ. Ἄρ­γους, Αἴ­γι­νας), εἴ­τε γιά Πα­νελ­λή­νιο ἱ­ε­ρό (π.χ. Δελ­φῶν). Να­οί ὑ­πῆρ­ξαν καί στήν Ἰν­δί­α, στήν Κί­να, στό Βι­ετ­νάμ, στήν Ἰ­α­πω­νί­α, στο­ύς Ἴν­κας καί στο­ύς Μά­για κα­θώς καί στίς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κές φυ­λές. Στήν Ἀρ­χαι­ό­τη­τα ὁ Να­ός ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τήν κα­τοι­κί­α τοῦ Θε­οῦ, στόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος. Ὁ Θε­ός ὅ­μως τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ δέν μπο­ροῦ­σε, ὡς δη­μι­ουρ­γός τοῦ κό­σμου, νά κλει­στεῖ σέ μί­α ἐ­πί­γεια κα­τοι­κί­α. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως ἀ­νοι­κο­δο­μή­θη­κε ἕ­νας καί μο­να­δι­κός Να­ός, ὁ πε­ρί­φη­μος Να­ός τοῦ Σο­λο­μῶν­τα, ἀ­φοῦ ὁ λα­ός ἤ­θε­λε τό Θε­ό ἀ­νά­με­σά του καί δί­πλα του. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή λα­τρεί­α συν­δέ­θη­κε ἀ­πό τά πρῶ­τα Ἀ­πο­στο­λι­κά χρό­νια μέ συγ­κε­κρι­μέ­νους λα­τρευ­τι­κούς χώ­ρους στο­ύς ὁ­ποί­ους οἱ Χρι­στια­νοί τε­λοῦ­σαν τίς λα­τρευ­τι­κές τους συ­νά­ξεις καί κυ­ρί­ως τό μυ­στή­ριο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας. Οἱ δι­ωγ­μοί δέν εὐ­νο­οῦ­σαν ἀρ­χι­κά τήν ἵ­δρυ­ση Να­ῶν καί ἔ­τσι οἱ Χρι­στια­νοί κα­τέ­φευ­γαν σέ σπί­τια, κυ­ρί­ως εὐ­πό­ρων, γιά νά τε­λέ­σουν τίς λα­τρευ­τι­κές τους πρά­ξεις. Ἡ ἵ­δρυ­ση Να­ῶν εὐ­νο­ή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό τή δι­εύ­ρυν­ση τοῦ κύ­κλου τῶν Χρι­στια­νῶν, τή λή­ξη τῶν δι­ωγ­μῶν καί τήν ἀ­να­κή­ρυ­ξη τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς θρη­σκεί­ας ὡς ἐ­πί­ση­μης Θρη­σκεί­ας τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.

4. Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ Να­οῦ.

Γιά νά κα­τα­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα τί εἶ­ναι ὁ Να­ός πα­ρα­θέ­του­με ἕ­να ἄρ­θρο τῆς Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Δι­α­κο­νί­ας: «Τί εἶ­ναι Να­ός;».

Α) Σύμ­βο­λο Θε­ϊ­κῆς πα­ρου­σί­ας.

Ὁ Χρι­στι­α­νι­κός να­ός ἀ­πο­τε­λεῖ ἔκ­φρα­ση καί αἰ­σθη­το­ποί­η­ση μέ ὑ­λι­κά στοι­χεῖ­α καί σύμ­βο­λα τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ μέ­σα στόν ὑ­λι­κό κό­σμο. Καί αὐ­τό, ὄ­χι βέ­βαι­α μέ τήν ἔν­νοι­α τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν πού θε­ω­ροῦ­σαν τούς­ να­ούς τους κα­τοι­κη­τή­ρια τῶν θε­ῶν τους. Ὁ Χρι­στι­α­νι­κός να­ός εἶ­ναι «Οἶ­κος Κυ­ρί­ου», για­τί εἶ­ναι ὁ χῶ­ρος ὅ­που τε­λεῖ­ται ἡ λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται μέ τό κή­ρυγ­μα ὁ Θεῖ­ος του Λό­γος καί τε­λεῖ­ται τό κατ᾿ ἐ­ξο­χήν μυ­στή­ριο τῆς Θε­ϊ­κῆς Πα­ρου­σί­ας, ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α. Για­τί ἐ­κεῖ γί­νε­ται ἡ Λει­τουρ­γι­κή σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν πού ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ὁ­ρα­τή ἔκ­φρα­ση τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας κε­φα­λή εἶ­ναι ὁ Χρι­στός. Γι᾿ αὐ­τό καί τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο ὄ­νο­μα πού χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιά τόν ὀ­νο­μα­σί­α του, εἶ­ναι τό ὄ­νο­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὀ­νο­μά­στη­κε ὁ ἴ­διος Ἐκ­κλη­σί­α.

Β) Ἔκ­φρα­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Τό μυ­στή­ριο αὐ­τό τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐκ­φρά­στη­κε κα­τά ἕ­να ἐν­τε­λῶς ξε­χω­ρι­στό τρό­πο μέ τήν Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν να­ῶν, ἀ­πό το­ύς ὁ­ποί­ους εἶ­ναι γε­μάτη ἡ Πα­τρί­δα μας. Ὁ τρούλ­λος τῶν Σταυ­ρό­σχη­μων αὐ­τῶν κτι­ρί­ων συμ­βο­λί­ζει τόν οὐ­ρα­νό, ἀπ᾿ ὅ­που ὁ Παν­το­κρά­τωρ Κύ­ριος ἐ­πο­πτεύ­ει καί κυ­βερ­νᾶ ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο. Καί ὁ Σταυ­ρός πού σκε­πά­ζει κι ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά ὁ­λό­κλη­ρο τόν χῶ­ρο τους ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι σω­ζό­μα­στε χά­ρη στό Σταυ­ρό τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­νῶ οἱ εἰ­κο­νο­γρα­φι­κές πα­ρα­στά­σεις τῶν δο­ξα­σμέ­νων Ἁ­γί­ων (Θρι­αμ­βεύ­ου­σα Ἐκ­κλη­σί­α), μα­ζί μέ το­ύς πι­στούς πού βρί­σκον­ται κά­τω στό δά­πε­δο, στή γῆ συ­νε­χί­ζουν τόν κα­λό ἀ­γῶ­να τῆς πί­στε­ως (Στρα­τευ­ο­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α), ὁ­λο­κλη­ρώ­νουν τήν εἰ­κό­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς μί­ας ἐ­πί­γειας καί οὐ­ρά­νιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας».

5. Ἡ ση­μα­σί­α τῶν συμ­βο­λι­σμῶν στή Χρι­στι­α­νι­κή Τέ­χνη.

Ἡ γνώ­ση τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά κα­τα­νο­ή­σου­με βα­θύ­τε­ρα το­ύς πο­λι­τι­σμούς, το­ύς λα­ούς, τίς Θρη­σκεῖ­ες, τά κεί­με­να, τά ἔρ­γα Τέ­χνης καί τά οἰ­κο­δο­μή­μα­τα, πού οἱ ἄν­θρω­ποι δη­μι­ούρ­γη­σαν. Κά­θε σύμ­βο­λο ἔ­χει κά­ποι­α ση­μα­σί­α, πού μᾶς ὁ­δη­γεῖ στήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ νο­ή­μα­τος τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου του. Ἀ­πο­τε­λεῖ τή βά­ση καί τό φο­ρέ­α κά­θε ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, μιᾶς καί ἡ γρα­πτή γλῶσ­σα στή γέν­νη­σή της ἦ­ταν συμ­βο­λι­κή. Μπο­ρεῖ νά μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­σει μ᾿ ἕ­ναν σύν­το­μο καί σα­φῆ τρό­πο, ἕ­να σύ­νο­λο ἰ­δε­ῶν κι ἐν­νοι­ῶν. Τά θε­με­λι­ώ­δη σύμ­βο­λα τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός (οὐ­ρά­νιος θό­λος, ἔ­να­στρο στε­ρέ­ω­μα), ὁ πο­λι­κός (τό κέν­τρο τῆς κυ­κλι­κῆς κί­νη­σης τοῦ Σύμ­παν­τος), τά τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, τά σύμ­βο­λα τοῦ κέν­τρου (ὁ κύ­κλος, ὁ Σταυ­ρός, τό τε­τρά­γω­νο).

Τά κτί­ρια ἀ­πό το­ύς Ἀρ­χαί­ους πο­λι­τι­σμούς ἀ­κό­μη εἶ­χαν συμ­βο­λι­κή καί ση­μαν­τι­κή λει­τουρ­γί­α. Ἕ­να σπί­τι, ἕ­νας Να­ός, ἕ­νας τά­φος κα­τα­σκευ­ά­ζον­ταν σάν ἕ­να ὁ­μοί­ω­μα τοῦ κό­σμου. «Εἶ­ναι βέ­βαι­ο, ὅ­τι ἀ­πό τόν Ἀρ­χαῖ­ο κό­σμο, ὁ ἴ­διος θε­ω­ρη­τι­κός καί θρη­σκευ­τι­κός προ­σα­να­το­λι­σμός μπῆ­κε στό Χρι­στι­α­νι­σμό καί στό σύ­στη­μα τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας τοῦ Με­σαί­ω­να» γρά­φει ὁ Erns Cassiner. Μά­λι­στα ἡ ἐ­πι­κρά­τη­ση καί τε­λι­κά ὁ θρί­αμ­βος τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ συν­δέ­ε­ται καί μέ τήν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ νά ἀ­να­πλά­θει τίς βα­σι­κές ἀν­τι­λή­ψεις τῶν Ἀρ­χαί­ων θρη­σκει­ῶν γιά τόν Ἥ­λιο καί τό Φῶς[5]. Ἡ βα­σι­κή δο­μή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Με­σαί­ω­να ἐμ­φα­νί­ζει τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σύμ­βο­λα τῶν τεσ­σά­ρων ση­μεί­ων.  Με­λέ­τες ἔ­χουν δεί­ξει τή χρή­ση συμ­βο­λι­σμῶν στήν πε­ρί­φη­μη Βα­σι­λι­κή τοῦ Ἁ­γί­ου Πέ­τρου, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­να ἀ­πό τά ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τῆς πρώ­ϊ­μης Χρι­στι­α­νι­κῆς Τέ­χνης. Ὁ τρούλ­λος, ὡς σύμ­βο­λο τοῦ ὁ­μοι­ώ­μα­τος τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, τοῦ θό­λου, τοῦ Σύμ­παν­τος, μιᾶς οὐ­ρά­νιας κα­λύ­πτρας πέ­ρα­σε στήν Χρι­στι­α­νι­κή Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή. Τό κτί­ριο τοῦ Να­οῦ εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο ἡ εἰ­κό­να τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά καί τό σύμ­βο­λο τοῦ οὐ­ρά­νιου κό­σμου. Ὡς κα­τοι­κί­α τοῦ Θε­οῦ, οἱ Να­οί στρέ­φον­ται στήν Ἀ­να­το­λή ὅ­που βγαί­νει ὁ ἥ­λιος, για­τί μέ­σα σ᾿ αὐ­τούς λα­τρεύ­ε­ται ὁ Ἥ­λιος τῆς Δι­και­ο­σύ­νης, ὁ οἶ­κος πα­τᾶ σέ θε­μέ­λιο ἀ­πό λί­θο καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α θε­με­λι­ώ­νε­ται ἐ­πά­νω στό στα­θε­ρό βρά­χο τοῦ Χρι­στοῦ, τό κτί­ριο ὑ­ψώ­νε­ται σέ ὕ­ψος ἀ­ρε­τῶν μέ τά τέσ­σε­ρα Εὐ­αγ­γέ­λια. Ὁ Χρι­στός ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς Ἥ­λιος, στό κέν­τρο τοῦ ζω­δια­κοῦ κύ­κλου ἤ ὡς «ἡ­μέ­ρα» ἀ­νά­με­σα στο­ύς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους[6]. Στό μυ­στή­ριο τῆς Βά­πτι­σης ὁ βα­πτι­ζό­με­νος στρέ­φε­ται πρός τή Δύ­ση γιά νά ἀ­πο­τά­ξει τό Σα­τα­νᾶ καί πρός τήν Ἀ­να­το­λή γιά νά ὁ­μο­λο­γή­σει τήν πί­στη του στό Χρι­στό. Ὁ Σταυ­ρός εἶ­ναι ἀ­πό τά σύμ­βο­λα τά πιό Ἀρ­χαί­α καί τά πιό παγ­κό­σμια, κέν­τρο τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων πο­λι­τι­σμῶν. Στό Χρι­στι­α­νι­σμό ἑ­νώ­νει τή γῆ μέ τόν οὐ­ρα­νό, εἶ­ναι τό ἔρ­γο τῆς λυ­τρω­τι­κῆς ἀ­γά­πης ἑ­νός ἐν­σαρ­κω­μέ­νου Θε­οῦ, ἡ σπον­δυ­λι­κή στή­λη τῆς συ­νε­χοῦς μυ­στη­ρια­κής ζω­ῆς ἀπ᾿ τή Γέν­νη­ση ὡς τήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη. Τά τέσ­σε­ρα ἄ­κρα του συμ­βο­λί­ζουν τά τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή πα­ρά­δο­ση χά­ρι­σε πλού­σι­ες ἑρ­μη­νεί­ες στό συμ­βο­λι­σμό τοῦ Σταυ­ροῦ. Συμ­βο­λί­ζει τό Χρι­στό, τό Μεσ­σί­α, τό Σω­τῆ­ρα, τό Λό­γο[7].

Ἡ μί­μη­ση οὐ­ρά­νι­ων ἀρ­χέ­τυ­πων πη­γά­ζει ἀ­πό τά Ἀρ­χαῖ­α χρό­νια. Μί­α ἐ­πι­γρα­φή τοῦ Γκουν­τέ­α γιά τό Να­ό, πού ἔ­χτι­σε, φα­νε­ρώ­νει τήν ὕ­παρ­ξη τῆς θε­ό­τη­τας στόν ὕ­πνο του, ἡ ὁ­ποί­α τοῦ ἔ­δει­ξε τό σχέ­διο τοῦ Να­οῦ. Στήν Κι­βω­τό τοῦ Νῶ­ε ὁ Μω­ϋ­σῆς παίρ­νει Θεῖες ὁ­δη­γί­ες γιά τήν κα­τα­σκευ­ή της καί ὁ Σο­λο­μών μέ­σῳ τοῦ Δα­βίδ ἐ­πί­σης τό ἴ­διο. Ἀπ᾿ τήν Πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή ἐ­πο­χή εἶ­ναι ὁ­ρα­τή ἡ προ­σπά­θεια ἐ­ξο­μοί­ω­σης τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ἔρ­γων μέ κο­σμι­κά καί οὐ­ρά­νια πρό­τυ­πα. Ἡ ἐ­πι­λο­γή τῆς Πό­λης ἀ­πό τόν Μ. Κων­σταν­τῖ­νο ἀ­πο­δί­δε­ται σέ Θεί­α πα­ρέμ­βα­ση, κα­θώς καί ἡ οἰ­κο­δό­μη­ση τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας ἀ­πό τόν Ἰ­ου­στι­νια­νό. Στή Βυ­ζαν­τι­νή Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή ὁ συμ­βο­λι­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς μι­κρό­κο­σμου ἐ­πι­κρά­τη­σε ὁ­ρι­στι­κά μιᾶς καί οἱ Χρι­στια­νοί ἔ­βλε­παν ἐ­σω­τε­ρι­κό νό­η­μα στά στοι­χεῖ­α τῆς Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς. Ταυ­τό­χρο­να δέ μέ τό συμ­βο­λι­σμό τοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος, ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἑρ­μη­νεί­α τῆς λει­τουρ­γί­ας καί τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Κά­θε Να­ός, πέ­ρα ἀ­πό ἕ­να κο­σμι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα ἀ­πο­τε­λεῖ καί μί­α κο­σμο­γο­νί­α, γί­νε­ται δη­λα­δή μί­μη­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦν­τος Θε­οῦ, ἄ­ρα εἶ­ναι μί­α ἱ­ε­ρή δη­μι­ουρ­γί­α[8].

6. Ἡ Τέ­χνη ὡς ἐκ­φρα­στι­κό μέ­σο τῆς Θρη­σκεί­ας.

Ἄν καί ὁ ὅ­ρος Τέ­χνη ἐμ­πε­ρι­έ­χει πολ­λές ση­μα­σί­ες, ὡς Τέ­χνη πού ἀ­φο­ρᾶ τή Θρη­σκεί­α θά ἐν­νο­ή­σου­με τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­κεί­νη δη­μι­ουρ­γί­α ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­φρά­ζει τό ἰ­δε­ῶ­δες τοῦ κα­λοῦ. Ἡ Θρη­σκεί­α ἀ­νέ­κα­θεν ζή­τη­σε τή συν­δρο­μή τῆς Τέ­χνης γιά τήν ἔκ­φρα­ση τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν συ­ναι­σθη­μά­των. Ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση τῆς Τέ­χνης ὑ­πῆρ­ξε ση­μαν­τι­κή, μιᾶς καί ὁ Καλ­λι­τέ­χνης μέ­σῳ τῶν συμ­βο­λι­κῶν μορ­φῶν πού συν­θέ­τει, βο­η­θᾶ σέ με­γά­λη ἔ­κτα­ση στήν ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν καί πνευ­μα­τι­κῶν ἰ­δε­ῶν. Κα­τά αὐ­τόν τόν τρό­πο ἡ Θρη­σκευ­τι­κή συ­νεί­δη­ση τῶν Ἑλ­λή­νων ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­κε καί ἱ­κα­νο­ποι­εῖ­ται μέ­σῳ τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης τοῦ τέ­λει­ου ἀν­θρωπίνου σώ­μα­τος, ἐ­πει­δή τό κάλ­λος γι᾿ αὐ­τούς ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἔκ­φρα­ση τοῦ κα­λοῦ καί τοῦ ἀ­γα­θοῦ. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή Τέ­χνη ἀ­νύ­ψω­σε τό κάλ­λος, συν­δέ­ον­τάς το ἄ­με­σα μέ τή Θεί­α προ­έ­λευ­σή του. Ἔ­τσι ὁ «κατ᾿ εἰ­κό­να Θε­οῦ» πλα­σμέ­νος ἄν­θρω­πος θά ἔ­πρε­πε πλέ­ον νά ὁ­μοι­ω­θεῖ μέ τόν «ὡ­ραῖ­ο κάλ­λει» Χρι­στό. Ἀν­τί­θε­τα σέ ἄλ­λες Θρη­σκεῖ­ες καμ­μί­α σχέ­ση δέν ἔ­χει μέ τόν κό­σμο τῆς φύ­σης ἡ Θρη­σκευ­τι­κή συ­νεί­δη­ση. Γι᾿ αὐ­τόν ἀ­κρι­βῶς τό λό­γο χρη­σι­μο­ποι­οῦν ἀ­φη­ρη­μέ­νες μορ­φές καί σύμ­βο­λα, γιά νά ἐκ­φρά­σουν τό «ἐ­πι­βλη­τι­κό Θεῖ­ο». Σέ ἄλ­λες Θρη­σκεῖ­ες ἀ­πα­γο­ρεύ­τη­κε ἐν­τε­λῶς ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τοῦ Θεί­ου σέ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή.

Ἡ σύν­θε­ση λοι­πόν τῶν πα­λι­ό­τε­ρων αἰ­σθη­τι­κῶν προ­τύ­πων μέ τίς ἠ­θι­κές -ὀν­το­λο­γι­κές ἀρ­χές τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ εἶ­ναι οἱ ρί­ζες πα­ρα­γω­γῆς ἑ­νός θαυ­μά­σιου προ­ϊ­όν­τος, πού εἶ­ναι ὁ μνη­μεια­κός πλοῦ­τος τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς καί εὐ­ρύ­τε­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μας κλη­ρο­νο­μιᾶς, πού μπο­ρεῖ ὅ­μως νά κα­τα­νο­η­θεῖ ἐ­παρ­κῶς μέ­σῳ τῶν βι­ω­μά­των, πού ἐκ­φρά­ζουν τά Πα­τε­ρι­κά κεί­με­να καί ἡ ζῶ­σα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἐμ­πει­ρί­α. Ἡ Χρι­στι­α­νι­κή Τέ­χνη ἀ­πο­κα­λύ­πτει τόν κό­σμο ὡς δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ, δι­δά­σκει στόν ἄν­θρω­πο τήν ἀ­γά­πη τῆς ὀ­μορ­φιᾶς καί προ­σφέ­ρει στόν πι­στό ἀ­γω­γή μέ­σῳ τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν ζω­ῆς ἑ­νός ποι­ο­τι­κοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ χρό­νου.

7.  Οἱ πε­ρί­ο­δοι τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς Τέ­χνης.

Σύμ­φω­να μέ τά Ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κά δε­δο­μέ­να οἱ πε­ρί­ο­δοι τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς Τέ­χνης εἶ­ναι οἱ ἑ­ξῆς:

i. Πα­λαι­ο­χρι­στι­α­νι­κή πε­ρί­ο­δος

Πα­λαι­ο­χρι­στι­α­νι­κή Τέ­χνη εἶ­ναι αὐ­τή πού ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­πό το­ύς Χρι­στι­α­νι­κούς ἀρ­χι­κά στό Ρω­μα­ϊ­κό κρά­τος καί με­τέ­πει­τα στό Βυ­ζαν­τι­νό. Ἡ πε­ρί­ο­δος αὐ­τή ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ καί κα­τα­λή­γει εἴ­τε τό 565 μ.Χ. μέ τό θά­να­το τοῦ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ ἤ κατ᾿ ἄλ­λους τό 610 μ.Χ. ὁ­πό­τε μέ τό θά­να­το τοῦ Φω­κᾶ τε­λει­ώ­νει ἡ Δυ­να­στεί­α τοῦ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ. Σ᾿ αὐ­τήν τήν πε­ρί­ο­δο ὑ­πά­γον­ται ὅ­λα τά Μνη­μεῖ­α καί τά Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά ἔρ­γα Ἀ­να­το­λῆς καί Δύ­σης.

Ὑποδιαιρεῖται:

Α) Στήν πε­ρί­ο­δο τῶν δι­ωγ­μῶν, πού κλεί­νει μέ τήν ἵ­δρυ­ση τῆς Κων/πο­λης τό 330 μ.Χ. Σ᾿ αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα ἡ νέ­α Θρη­σκεί­α κα­τα­δι­ώ­κε­ται συ­χνά καί οἱ Χρι­στι­α­νι­κές Κοι­νό­τη­τες γνω­ρί­ζουν σκλη­ρούς δι­ωγ­μούς. Μέ τό δι­ά­ταγ­μα τῶν Με­δι­ο­λά­νων (313 μ.Χ.) καί ἀρ­γό­τε­ρα μέ τήν ὁ­ρι­στι­κή ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ Κων­σταν­τί­νου καί τε­λι­κά μέ τή με­τα­φο­ρά τῆς πρω­τεύ­ου­σας στό Βυ­ζάν­τιο (330 μ.Χ. ) τά πράγ­μα­τα βελ­τι­ώ­νον­ται ση­μαν­τι­κά γιά το­ύς Χρι­στια­νούς.

Β) Στήν πε­ρί­ο­δο δι­α­μόρ­φω­σης καί θριά­μβου τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ (330-610 μ.Χ.) ὁ­πό­τε καί ὁ­μι­λοῦ­σε γιά τήν κυ­ρί­ως πα­λαι­ο­χρι­στι­α­νι­κή Τέ­χνη. Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός γί­νε­ται ἐ­πί­ση­μη Θρη­σκεί­α τοῦ Κρά­τους καί μί­α νέ­α ἐ­πο­χή ἀκ­μῆς τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς Τέ­χνης προ­δι­α­γρά­φε­ται στόν ὁ­ρί­ζον­τα. Στήν Τέ­χνη αὐ­τῆς τῆς ἐ­πο­χῆς ἀ­να­μι­γνύ­ον­ται ἀλ­λη­λε­πι­δρα­στι­κά δι­ά­φο­ρα ρεύ­μα­τα, πού τε­λι­κά θά δι­α­μορ­φώ­σουν ἀρ­γό­τε­ρα τή λε­γό­με­νη Βυ­ζαν­τι­νή Τέ­χνη. Ἀρ­κε­τοί με­λε­τη­τές ἔ­χουν ὑ­πο­στη­ρί­ξει τόν κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο, πού ἔ­παι­ξαν δι­ά­φο­ροι πα­ρά­γον­τες στή δι­α­μόρ­φω­ση τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Τέ­χνης. Αὐ­τούς τούς­ πα­ρά­γον­τες το­ύς προσ­δι­ο­ρί­ζουν κυ­ρί­ως στήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς Ἑλ­λη­νι­στι­κῆς Τέ­χνης, μιᾶς καί τό 330 ἀ­κό­μη ἤκ­μα­ζαν ἡ Ἀν­τι­ό­χεια καί ἡ Ἀ­λε­ξάν­δρεια, στήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς Τέ­χνης τῆς Ἀ­να­το­λῆς, μιᾶς καί οἱ πε­ρι­ο­χές αὐ­τές ὅ­ταν γί­νον­ταν Βυ­ζαν­τι­νές κτή­σεις πρό­σφε­ραν ἀρ­κε­τά καί οὐ­σι­α­στι­κά στοι­χεῖ­α στο­ύς Βυ­ζαν­τι­νούς, στήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς Τέ­χνης τῆς Ρώ­μης μέ­χρι κυ­ρί­ως τό θά­να­το τοῦ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Α΄ (395 μ.Χ.) καί στήν ἐ­πί­δρα­ση τῶν Ἰ­θα­γε­νῶν Κο­πτῶν, πού ζοῦ­σαν στό ἐ­σω­τε­ρι­κό τῆς Αἰ­γύ­πτου. Πα­ρά τό ὅ­τι ὅ­λοι οἱ πα­ρά­γον­τες ἐν­δε­χο­μέ­νως νά ἐ­πη­ρέ­α­σαν σέ κά­ποι­ο βαθ­μό τή δι­α­μόρ­φω­ση τῆς Τέ­χνης αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου, μπο­ροῦ­με νά ἰ­σχυ­ρι­στοῦ­με με­λε­τών­τας αὐ­τήν τήν πε­ρί­ο­δο, πώς ἡ Βυ­ζαν­τι­νή Τέ­χνη πρό­κει­ται γιά πρω­τό­τυ­πη Τέ­χνη, πού προ­ῆλ­θε κυ­ρί­ως ἀ­πό τήν ψυ­χή τῶν ἀν­θρώ­πων πού τή δη­μι­ούρ­γη­σαν, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φιλ­τρά­ρι­σαν μέ πε­ρίσ­σια ὑ­πο­μο­νή ὅ­λα αὐ­τά τά στοι­χεῖ­α τῶν ἑ­τε­ρό­κλη­των ρευ­μά­των πού ἔ­φτα­σαν στό Βυ­ζάν­τιο.

ii.  Βυ­ζαν­τι­νή-Με­σαι­ω­νι­κή πε­ρί­ο­δος

Ἡ πε­ρί­ο­δος αὐ­τή ὁ­ρι­ο­θε­τεῖ­ται μέ τό τέ­λος τῆς Δυ­να­στεί­ας τοῦ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ (610 μ.Χ.) καί τήν ἅ­λω­ση τῆς Πό­λης (1453 μ.Χ.).

Ὑ­πο­δι­αι­ρεῖ­ται:

Α) Στήν Πρω­το­βυ­ζαν­τι­νή ἐ­πο­χή (ἐ­πο­χή ἀ­να­μνή­σε­ως καί πα­γι­ώ­σε­ως), ἡ ὁ­ποί­α φτά­νει μέ­χρι τό τέ­λος τῆς Εἰ­κο­νο­μα­χί­ας (843 μ.Χ.). Σ᾿ αὐ­τήν τήν πρώ­τη πε­ρί­ο­δο τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Τέ­χνης μπο­ροῦ­με νά δι­α­κρί­νου­με δύ­ο ἐ­πι­μέ­ρους πε­ρι­ό­δους:

Ἡ πρώ­τη πε­ρί­ο­δος ἀ­φο­ρᾶ τήν ἐ­πο­χή, πού με­σο­λα­βεῖ ἀ­πό τό θά­να­το τοῦ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ (565 μ.Χ.) μέ­χρι τήν ἀρ­χή τῆς Εἰ­κο­νο­μα­χί­ας (726 μ.Χ.). Πρό­κει­ται γιά μί­α νε­κρή οὐ­σι­α­στι­κά πε­ρί­ο­δο, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τήν Τέ­χνη, καί αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται ἀφ᾿ ἑ­νός στήν οἰ­κο­νο­μι­κή πα­ρακ­μή τοῦ Κρά­τους καί ἀφ᾿ ἑ­τέ­ρου στίς ἐ­πι­δρο­μές καί τίς συ­νε­πα­κό­λου­θες λε­η­λα­σί­ες ἀ­πό το­ύς Πέρ­σες, το­ύς Ἄ­βα­ρους, το­ύς Σλά­βους καί ἄλ­λους λα­ούς. Αὐ­τές οἱ συν­θῆ­κες λοι­πόν δέν εὐ­νο­οῦ­σαν τήν οἰ­κο­δό­μη­ση νέ­ων Να­ῶν καί γε­νι­κό­τε­ρα τήν ἄν­θι­ση τῆς Τέ­χνης. Πρό­κει­ται γιά μί­α πραγ­μα­τι­κά με­τα­βα­τι­κή ἐ­πο­χή. Τά πιό ση­μαν­τι­κά ψη­φι­δω­τά τῆς ἐ­πο­χῆς σώ­ζον­ται στόν Ἅ­γιο Δη­μή­τριο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καί οἱ πιό ἀ­ξι­ό­λο­γες τοι­χο­γρα­φί­ες στό Να­ό τῆς Santa Maria Antiqua τῆς Ρώ­μης.

Ἡ δεύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δος ἀ­φο­ρᾶ τήν ἐ­πο­χή τῆς Εἰ­κο­νο­μα­χί­ας (726 μ.Χ.-843 μ.Χ.), ὅ­που τό Βυ­ζάν­τιο δι­χά­στη­κε σέ Εἰ­κο­νο­μά­χους καί Εἰ­κο­νο­λά­τρες μέ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τήν ἔν­το­νη δι­α­μά­χη καί σύγ­κρου­ση με­τα­ξύ τους. Αὐ­τή ἡ ἔν­το­νη ἀ­να­στά­τω­ση μέ τό θέ­μα τῶν εἰ­κό­νων, κα­θώς καί οἱ πό­λε­μοι κα­τά τῶν Ἀ­ρά­βων καί τῶν Βουλ­γάρων, λει­τούρ­γη­σαν ἀρ­νη­τι­κά στήν κα­τα­σκευ­ή ση­μαν­τι­κῶν Να­ῶν αὐ­τή τήν πε­ρί­ο­δο. Ὁ Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κός τύ­πος, πού συ­νη­θί­ζε­ται αὐ­τήν τήν πε­ρί­ο­δο, εἶ­ναι μί­α ἐν­δι­ά­με­ση μορ­φή ἀ­νά­με­σα στή Βα­σι­λι­κή μέ τρο­ύλ­λο καί στό Σταυ­ρο­ει­δῆ μέ τρο­ύλ­λο, ἡ δι­α­κό­σμη­ση γί­νε­ται μέ νέ­α θε­μα­το­λο­γί­α καί τέ­λος φαί­νε­ται, πώς ἡ Εἰ­κο­νο­μα­χί­α ἐ­πη­ρέ­α­σε καί τήν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῶν χει­ρό­γρα­φων.

Β) Στήν κυ­ρί­ως Βυ­ζαν­τι­νή, ὅ­που βα­σί­λε­ψαν οἱ Δυ­να­στεῖ­ες τῶν Μα­κε­δό­νων, τῶν Κο­μνη­νῶν καί τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ἀ­πό τά 843 μ.Χ. μέ­χρι τό 1204 μ.Χ. τό Βυ­ζάν­τιο ζεῖ μί­α πε­ρί­ο­δο ἀκ­μῆς, ἀ­φοῦ ἡ δύ­να­μή του με­γι­στο­ποι­εῖ­ται καί ἡ εὐ­η­με­ρί­α τοῦ λα­οῦ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζε­ται. Μία σει­ρά ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νων ἐκ­στρα­τει­ῶν δί­νει τή δυ­να­τό­τη­τα στήν ἀ­νά­κτη­ση χα­μέ­νων ἐ­δα­φῶν. Ἐ­πί­σης ὁ ἐκ­χρι­στι­α­νι­σμός τῶν Σλά­βων ἀ­πό τόν Κύ­ριλ­λο καί τό Με­θό­διο κα­θώς καί τῶν Ρώ­σων, ἐ­ξυ­ψώ­νει αἰ­σθη­τά τό κύ­ρος τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τίς δί­νει τε­ρά­στια αἴ­γλη. Ἡ ἐ­πο­χή δέ ἀ­πό τό 867-1057 μ.Χ. ἀ­πο­τε­λεῖ τό δεύ­τε­ρο χρυ­σό αἰ­ῶ­να τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Τέ­χνης. Τήν ἐ­πο­χή αὐ­τή ἡ Τέ­χνη, ἀ­φοῦ ἀ­φο­μοί­ω­σε ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες τίς ἑ­τε­ρό­κλη­τες ἐ­πι­δρά­σεις, πού ἀ­να­φέ­ρα­με προ­η­γου­μέ­νως πῆ­ρε τήν ὁ­ρι­στι­κή της μορ­φή, τή Βυ­ζαν­τι­νή πλέ­ον μορ­φή. Στήν Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή δη­μι­ουρ­γοῦν­ται νέ­οι τύ­ποι Να­ῶν, στή ζω­γρα­φι­κή ἐ­φαρ­μό­ζον­ται νέ­ες τε­χνι­κές καί εὐ­ρεῖ­α πλέ­ον χρή­ση τοῦ σμάλ­του καί τοῦ ἐ­λα­φαν­τό­δον­του δεί­χνει τήν τά­ση γιά πο­λυ­τέ­λεια καί χλι­δή, πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει πιά τήν Αὐ­το­κρα­το­ρί­α. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ ἐ­πο­χή τῆς πα­ρακ­μῆς μέ το­ύς Λα­τί­νους Αὐ­το­κρά­το­ρες (1204-1261 μ.Χ.) καί τό μοί­ρα­σμα τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας σέ ἐ­πι­μέ­ρους Κρα­τί­δια.

Γ) Στή Δυ­να­στεί­α τῶν Πα­λαι­ο­λό­γων (1261-1453 μ.Χ.), ἡ ὕ­στε­ρη Βυ­ζαν­τι­νή Τέ­χνη, ὁ τρί­τος χρυ­σός αἰ­ῶ­νας. Με­τά τήν ἀ­νά­κτη­ση τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης τό 1261 μ.Χ. πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἄν­θι­ση τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στή ζω­γρα­φι­κή, πα­ρά τό ὅ­τι ἡ Αυ­το­κρα­το­ρί­α ἔ­δι­νε τόν ὕ­στα­το ἀ­γῶ­να γιά νά ὀρ­θο­πο­δή­σει. Αὐ­τή ἡ ἀν­τί­φα­ση ἀ­πα­σχό­λη­σε πολ­λούς με­λε­τη­τές, πού ὁ κα­θέ­νας ἔ­δω­σε καί δι­α­φο­ρε­τι­κή ἔ­ρευ­να. Σ᾿ αὐ­τούς το­ύς τε­λευ­ταί­ους αἰ­ῶ­νες τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας δι­α­πι­στώ­νου­με, πώς ἡ Τέ­χνη μπό­ρε­σε νά ξε­πε­ρά­σει τίς δυ­σκο­λί­ες τῶν προ­η­γου­μέ­νων ἐ­τῶν, νά ἀ­να­νε­ώ­σει τά ἐκ­φρα­στι­κά της μέ­σα, χω­ρίς νά ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πό τίς βα­σι­κές ἀρ­χές τῆς κυ­ρί­ως Βυ­ζαν­τι­νῆς Τέ­χνης, νά δη­μι­ουρ­γή­σει νέ­ους τύ­πους κυ­ρί­ως στή ζω­γρα­φι­κή καί νέ­ες ὄ­ψεις στά κτί­ρια. Με­τά τό 1261 μ.Χ. ἐ­πα­νέρ­χε­ται ἡ Τέ­χνη στήν ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη μορ­φή της (συν­τη­ρη­τι­σμός, κλα­σι­κι­σμός), αὐ­τή τή μορ­φή πού ὅ­μως τή δι­α­τή­ρη­σε ἀ­ναλ­λοί­ω­τη, ὄ­χι μό­νο ὡς τό τέ­λος τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἀλ­λά καί πέ­ρα ἀπ᾿ αὐ­τό στά βά­θη τῶν ἑ­πό­με­νων αἰ­ώ­νων.

Στήν ἀ­νά­τα­ση τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο παί­ζουν αὐ­τή τήν ἐ­πο­χή δύ­ο Πό­λεις:  Ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καί ἡ Θεσ­σα­λο­νί­κη, χω­ρίς νά πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται καί ἡ προ­σφο­ρά τοῦ Μυ­στρᾶ, τῆς Τρα­πε­ζοῦν­τας καί τῆς Ἄρ­τας. Ἐ­πί­σης ἡ Βυ­ζαν­τι­νή Τέ­χνη ἁ­πλώ­νε­ται στίς Βαλ­κα­νι­κές χῶ­ρες καί γι᾿ αὐ­τό ἔ­χου­με σπου­δαί­α οἰ­κο­δο­μή­μα­τα καί τοι­χο­γρα­φί­ες σ᾿ αὐ­τές.

Ἡ Βυ­ζαν­τι­νή πε­ρί­ο­δος ἐ­ξε­τά­ζει μό­νο ἔρ­γα τῆς Ἀ­να­το­λῆς, μιᾶς καί οἱ Δυ­τι­κοί ἀρ­χί­ζουν νά δι­α­μορ­φώ­νουν δι­κή τους τε­χνο­τρο­πί­α. Στήν Ἀ­να­το­λή βέ­βαι­α ὑ­πά­γον­ται καί τά Κρά­τη, πού ἐκ­χρι­στι­α­νί­στη­καν ἀ­πό τό Βυ­ζάν­τιο καί κυ­ρί­ως ἀ­πό τή Ρω­σί­α.

iii. Με­τα­βυ­ζαν­τι­νή-Νε­ο­βυ­ζαν­τι­νή πε­ρί­ο­δος

Ἡ πε­ρί­ο­δος αὐ­τή ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τά μέ­σα τοῦ 15ου αἰ­ῶ­να καί κα­τα­λή­γει μέ­χρι καί σή­με­ρα. Ἐ­ξε­τά­ζει ἔρ­γα τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, τῶν χω­ρῶν τοῦ Αἴ­μου, τῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν πα­ροι­κι­ῶν τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ καί τῶν ὑ­πό Ὀρ­θο­δό­ξων Πα­τρι­αρ­χεί­ων ἐ­πιρ­ρο­ῆς Κρά­τη. Θε­ω­ρεῖ­ται ἑ­νια­ία πε­ρί­ο­δος. Ἔ­χου­με ἀ­ξι­ό­λο­γα ἔρ­γα στόν Ἑλ­λα­δι­κό χῶ­ρο καί στίς Ἑλ­λη­νι­κές πα­ροι­κί­ες τῆς ὁ­μο­γέ­νειας. Τά Ὀρ­θό­δο­ξα Πα­τρι­αρ­χεῖ­α Ἀ­λε­ξάν­δρειας, Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, Ἀν­τι­ό­χειας, Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων ἀ­σκοῦν με­γά­λη ἐ­πί­δρα­ση στήν Τέ­χνη, μέ βά­ση πάν­τα τή Βυ­ζαν­τι­νή Τέ­χνη. Ὡ­στό­σο κι ἡ Ρω­σί­α καί οἱ Βαλ­κα­νι­κές χῶ­ρες, πού ἔ­χουν πο­λύ νω­ρί­τε­ρα τίς τε­χνο­τρο­πι­κές τους θέ­σεις, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νά δέ­χον­ται ἔν­το­να τήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς Με­τα­βυ­ζαν­τι­νῆς Τέ­χνης. Γε­νι­κά ἡ Με­τα­βυ­ζαν­τι­νή Τέ­χνη ἀ­κο­λου­θεῖ τήν Βυ­ζαν­τι­νή, ἔ­χουν ὅ­μως εἰ­σχω­ρή­σει Δυ­τι­κά στοι­χεῖ­α καί τε­χνο­τρο­πί­ες.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ  ΣΤΑΥΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 

 

 


1. Δρούλια Ι. (1981), σ. 25.

2. Πλάτωνα, Τίμαιος V, σ. 28.

3. Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 52, σ. 390.

4. Δρούλια Ι. (1981), σ. 154.

5. Hautecoeur, σ. 176.

6. Προκοπίου (1981) σ. 65.

7. Προκοπίου (1981), σ. 105.

8. Προκοπίου (1981), σ. 67.