Η ανάσταση του Λαζάρου

Τόν Λάζαρο ὁ Χριστός μας τόν ἀνέστησε πολύ γρηγορότερα καί ὄχι τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου πού ἑορτάζουμε ἐμεῖς. Τοποθετήθηκε ὅμως ἐκεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία μας πρό τήν Κοινή Ἀνάσταση, γιά νά ὑπενθυμίζει τήν δικιά μας τήν ἀνάσταση, ὅταν γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας.
 
Τοῦ Λαζάρου ἡ ἀνάσταση ἔχει ἠθική διδασκαλία. Δείχνει, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος. Διότι ὡς Θεός προεγνώριζε ὅτι ὁ φίλος Λάζαρος κεκοίμηται, ἀλλά ὡς ἄνθρωπος ἐρώτησε: «Ποῦ βάλατε αὐτόν;».
Ὡς Θεός, τόν ἀνέστησε: «Λάζαρε Δεῦρο ἔξω!». Ἀλλά ὡς ἄνθρωπος, ἐδάκρυσε πρό τοῦ τάφου. Ἔδειξε τίς 2 Φύσεις Του ὁ Χριστός, ὅτι εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος.
Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ἔμεινε 4 μέρες στόν Ἅδη. Ὁ Χριστός τόν ἀνέστησε καί ἔζησε ἄλλα 33 χρόνια.
Πολλοί ἀναρωτιοῦνται καί ἐρωτοῦν:
– Τί ἄραγε νά εἶπε ὁ Λάζαρος ὅταν ἦρθε ἀπό ἐκεῖ;
Γραπτά τοῦ Λαζάρου δέν ἀναφέρονται, τί εἶδε ἀπό ἐκεῖ. Δέν τά εἶπε ἀπό ἐδῶ. Θά μοῦ πεῖτε, «γιατί;».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁ ὁποῖος ἡρπάγη στόν τρίτο Οὐρανό εἶπε τά ἑξῆς: «Ὀφθαλμός οὐκ οἵδε καί οὕς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2,9).
 
Δέν ὑπάρχουν λόγια ἀνθρώπινα, γιά νά μᾶς ζωγραφίσουν αὐτά πού ὑπάρχουν πέραν τοῦ τάφου. Οὔτε μάτι μπορεῖ νά προσδιορίσει περί τίνος πρόκειται, οὔτε αὐτί μπορεῖ νά συλλάβει καί νά διατηρήσει, αὐτά πού λέγονται καί ἀκούγονται ἐκεῖ, οὔτε ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά ἀναπαυθεῖ, ὅτι «τό χόρτασα, τό κατάλαβα αὐτό, ἔτσι εἶναι…».
Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος φοράει τό σῶμα, τή σάρκα καί εἶναι «μεικτός» γιά τήν ὥρα, δέν μπορεῖ νά καταλάβει τά θέματα πέραν τοῦ τάφου. Ὅταν καταργηθεῖ τό σῶμα καί μείνει ἐδῶ καί πετάξει τό πνεῦμα πρός τά ἐκεῖ, τότε θά καταλάβει περί τίνος πρόκειται… Καί ἔτσι ὁ Λάζαρος κήρυξε δια τῆς σιωπῆς του, τό τί ὑπάρχει ἐκεῖ…
Στό Τριώδιο ἐξάλλου θά βρεῖτε μιά λεπτομέρεια πού δείχνει, ὅτι δέν τά βρῆκε καί τόσο καλά ἐκεῖ στόν Ἅδη πού πῆγε (πρό Χριστοῦ, ὅλες οἱ ψυχές, δικαίων καί ἁμαρτωλῶν στόν Ἅδη πηγαίνανε). Ἀναφέρεται λοιπόν ἐκεῖ, ὅτι ὁ Λάζαρος ἀπό τήν ἡμέρα πού ἀναστήθηκε, δέν ἔφαγε τίποτα, χωρίς νά τοῦ βάζει ζάχαρη, νά τοῦ βάζει μέλι. «Οὐδέν τό μή γλυκάζων». Τοῦ ἤσαντε ὅλα πικρά καί ἀναγκαζότανε νά τά μελιτώσει, γιά νά μπορέσει νά φάει. Ἔφερε δηλ. τήν πικρία τοῦ Ἅδου κατά τήν τετραήμερη παραμονή του στόν Ἅδη.
 
Ἐπίσης ὁ Λάζαρος, δέν ξαναγέλασε ποτέ στή ζωή του, τά 33 χρόνια πού ἔζησε ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐκτός ἀπό μία φορά, ὅταν εἶδε κάποιον νά κλέβει μιά γλάστρα.
Καί ὅταν γέλασε, ἔτρεξαν οἱ ἀδελφές του καί εἶπαν:
– Γέλασε ὁ Λάζαρος, πᾶμε νά δοῦμε τί συμβαίνει…
Καί τόν ρώτησαν τί ἦταν αὐτό πού τόν ἔκανε καί γέλασε.
– Γέλασα, εἶπε ὁ Λάζαρος, διότι εἶδα τόν πηλό (ὁ χωματένιος ἄνθρωπος) νά κλέβει τόν πηλό. Εἶδα τόν χωματένιο ἄνθρωπο, νά κλέβει τήν χωματένια γλάστρα. Γι’ αὐτό γέλασα…
Οἱ Ἀπόστολοι πῆραν καί ἔστειλαν τόν Λάζαρο στήν Κύπρο, διότι ἡ ἀνάστασή του ἔγινε αἰτία νά πιστέψουν πολλοί ἄνθρωποι καί οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν νά τόν σκοτώσουν.
Στήν Κύπρο χειροτονήθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους, Ἐπίσκοπος Κιτίου (σημερινή Λάρνακα).
Ἡ Παναγία μας τοῦ ὕφανε τό ὠμοφόριό του.
Ὁ Λάζαρος κοιμήθηκε στήν Κύπρο, πού ὅπως ξέρετε λέγεται καί Ἐκκλησία τοῦ Λαζάρου.
Ἡ σιωπή λοιπόν τοῦ Λαζάρου καί ὅτι ἐγλύκανε ὅλα τά πράγματα πρίν τά φάει, αὐτό ἦταν τό μεγαλύτερο κήρυγμα, ὅτι τά πράγματα πέραν τοῦ τάφου δέν εἶναι καί τόσο καλά (γιά ὅσους ἔχουν λερωμένα τά κατάστιχά τους)… Αὐτά ὑπάρχουν ἀπό τόν Λάζαρο.
 
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 – 1982)