Δημοσιεύσεις ετικέτας «ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ»

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: “Ὁ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νος μέ ζωντανό σῶ­μα” “Πο­λύ θαυ­μα­τουρ­γός ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ” “Πόσες φορές εἶδα τόν ἅγιο Δαυΐδ!”

  Mί­α Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή τήν ὥ­ρα τῆς Ἀ­πο­κα­θη­λώ­σε­ως, μό­λις κα­τέ­βα­σε τό Σῶ­μα, ἔ­κλαι­γε μέ με­γά­λη συγ­κί­νη­ση καί δέ­ος. Καί με­τά εἶ­πε: «Πα­τέ­ρες μου, σή­με­ρα δέν κα­τέ­βα­σα σῶ­μα ἁ­γι­ο­γρα­φη­μέ­νο, ἀλ­λά σῶ­μα ἀν­θρώ­πι­νο. Οἱ φλέ­βες Του χτυποῦ­σαν στίς δι­κές μου φλέ­βες. Ἡ σάρ­κα Του ἀκούμπα­γε στήν δι­κιά μου σάρ­κα. Κα­τα­λά­βαι­να τό αἷ­μα νά τρέ­χη στίς φλέ­βες Του».

   

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ς΄. Μετάβαση ὑπερφυσική

»Μί­α μέ­ρα πού πῆ­γα μέ τόν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή νά μεί­νω­με με­ρι­κές μέ­ρες καί νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦ­με, κα­θ᾽ ὁ­δόν ἐ­νῶ τα­ξι­δεύ­α­με, πρίν φθά­σου­με στίς Ρο­βι­ές με­τά τήν Λί­μνη Εὐ­βοί­ας, ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος πού ἦ­ταν στήν θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ, μοῦ λέ­ει: “Ὁ Ἡ­γού­με­νος, ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος, ἔ­μα­θα ὅ­τι πε­τά­ει, ξέ­ρω ἕ­να πε­ρι­στα­τι­κό καί εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, τό ἄ­κου­σα ἀ­πό πνευ­μα­τι­κούς ἀνθρώ­πους, ἀλ­λά καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α ἀ­π᾽ τούς μο­ναχούς τῆς Μο­νῆς.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ε΄. Βοήθησε μπερδεμένη μέ Γκουρού

     Μαρ­τυ­ρί­α κυ­ρί­ας Ἄν­νης Δ. Χαν­τζά­ρα, ἰα­τροῦ: «Μί­α συ­νά­δελ­φός μου ἰα­τρός ἦ­ταν ”μπερδεμένη­”. Εἶ­χε μπλε­χτῆ στά δί­χτυ­α ἑ­νός Γκου­ρού, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να ἐ­ξε­δή­λω­νε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά γνω­ρί­ζη Γέ­ρον­τες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τῆς μί­λη­σα γι­ά τόν ὅ­σιο γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο, ἀλ­λά συ­νε­χῶς ἀ­νέ­βαλ­λε νά τόν γνω­ρί­ση. Κά­πο­τε, με­τά ἀ­πό ἕ­να σο­βα­ρό γε­γο­νός στήν ζω­ή της, ἀ­πο­φά­σι­σε νά τόν ἐ­πι­σκε­φθῆ μα­ζί μέ ἕ­να ἄλ­λο πρό­σω­πο.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: γ΄. Παρηγορεῖ στενοχωρημένη, δ΄. Θεράπευσε τόν Γέροντα ὁ ὅσιος Δαυΐδ

Ἐ­πι­σκέ­φθη­κα τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ μα­ζί μέ τόν σύ­ζυ­γό μου Δη­μή­τρη. Κά­ποι­α στιγ­μή, ὁ Γέ­ρον­τας μᾶς ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα πο­νοῦ­σε ὑ­περ­βο­λι­κά ἡ μέ­ση του, σέ ση­μεῖ­ο ὥ­στε νά μήν μπο­ρῆ νά σηκω­θῆ κα­θό­λου. Τό­τε πα­ρα­κά­λε­σε τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ καί τοῦ εἶ­πε: ”Ἔ­λα ἐ­σύ, Ὅ­σι­ε, νά μέ σταυ­ρώ­σης, γι­ά νά μπο­ρέ­σω νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σω τό Μο­να­στή­ρι σου­.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: β΄. Ζωογόνησε ἔμβρυο

Στά τέ­λη τοῦ 7ου μῆ­να τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης, ἔ­κα­να τόν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἔ­λεγ­χο μέ ὑ­πέ­ρη­χο. Τό­τε, πρός με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη ὅλωνμας, δι­α­πι­στώ­θη­κε ἀ­πό τούς για­τρούς ὅ­τι τό ἔμ­βρυ­ο εἶ­χε μεί­νει ”πίσω” στήν ἀ­νά­πτυ­ξη, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­στοι­χοῦ­σε σέ ἕ­να μῆ­να νω­ρί­τε­ρα. Αὐ­τό σή­μαι­νε πώς τό ἔμ­βρυ­ο δέν τρε­φό­ταν κα­λά καί, προ­ϊ­όν­τος τοῦ χρό­νου, θά πέ­θαι­νε.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: α΄. Σκι­α­γρα­φί­α τοῦ Γέ­ρον­τα β’

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­ρι­στος πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας. Ἐ­φάρ­μο­ζε τήν ἀρ­χὴ τῆς ἐ­ξα­το­μι­κεύ­σε­ως καί συμ­βού­λευ­ε ἀ­νά­λο­γα τόν κά­θε ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νο. Εἶ­χε καί τό δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα καί ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τόν ἄλ­λον, ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τό πρό­βλη­μά του καί τήν ἁμαρ­τί­α πού εἶ­χε κά­νει, χω­ρίς ἐ­κεῖ­νος νά προ­λά­βη κἄν νά τοῦ μι­λή­ση σχε­τι­κά μ᾽ αὐ­τά. Ἔ­φερ­νε σέ συ­ναί­σθη­ση τόν ἄλ­λον μέ πά­ρα πο­λύ δι­α­κρι­τι­κό τρό­πο καί συ­χνά ἀ­νέ­φε­ρε ἕ­να γε­γο­νός ἀ­πό τήν ζω­ή συγ­γε­νῶν του ἤ τήν δι­κή του ἤ ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, ἔτ­σι ὥ­στε αὐ­τός πού ἄ­κου­γε τήν ἱ­στο­ρί­α, κα­τα­λά­βαι­νε τό μή­νυ­μα πού ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση ὁ Γέ­ρον­τας, χω­ρίς αὐ­τοί πού ἦ­ταν γύ­ρω του νά κα­τα­λά­βουν τίποτα.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: α΄. Σκι­α­γρα­φί­α τοῦ Γέ­ρον­τα α’

Ὅ­ταν κά­ποι­α γνω­στή μου πα­ρα­κά­λε­σε τόν π.Ἰ­ά­κω­βο νά προ­σευ­χη­θῆ γι­ά κά­ποι­ο σο­βα­ρό πρόβλη­­μα πού ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε, ὁ Γέ­ρον­τας τῆς εἶ­πε ὅ­τι δέν φθά­νει μό­νο ἡ δι­κή του προ­σευ­χή, ἀλ­λά πρέ­πει νά προ­σεύ­χε­ται καί ἐ­κεί­νη. Δι­α­φο­ρε­τι­κά, δέν θά τήν βο­η­θή­ση ὁ Θε­ός. Ὁ Θε­ός ”ἀκούει” τίς δε­ή­σεις τῶν Γε­ρόν­των, ἀλ­λά πε­ρι­μέ­νει καί τήν κα­λή προ­αί­ρε­ση καί προ­σευ­χή τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων. Τό­τε μό­νον θά ἐ­νερ­γή­ση ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Τό­τε θά γί­νη καί τό θαῦ­μα!

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: ε΄. Ἀ­πό­ψεις καί θέ­σεις τοῦ Γέ­ρον­τα

«Κά­ποι­ος Πνευ­μα­τι­κός, μέ φή­μη ἁ­γί­ου, ἀλ­λά ἐ­πι­ει­κέ­στα­τος στό θέ­μα τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, μέ προ­βλη­μά­τι­σε, καί ρώ­τη­σα τόν Γέρον­­τα. “Ἄ­κου, τέ­κνον μου. Κά­πο­τε, ἕ­νας νέ­ος ἔ­κα­νε μί­α ἁ­μαρ­τί­α με­γά­λη καί ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­το εἰς τόν Πνευ­μα­τι­κόν κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νά κοι­νω­νῆ. Τε­λι­κά τό παι­δί­ον ἀ­πέ­θα­νε καί πῆ­γε στήν κό­λα­ση! Καί παρου­σι­ά­ζε­ται μί­αν ἡ­μέ­ρα εἰς τόν Πνευ­μα­τι­κόν καί τοῦ λέ­γει, “ἐξ αἰ­τί­ας σου πῆ­γα στήν κό­λα­ση, διά τοῦ­το ἦρ­θα νά πά­ρω κι ἐ­σέ­να”. Κι ὁ Πνευ­μα­τι­κός ἀ­πέ­θα­νε καί πῆ­γε στήν κό­λα­ση κι αὐ­τός. Γι᾽ αὐ­τό λέ­γω, τέ­κνον μου, πρέ­πει νά προ­σέ­χω­με σέ τί Πνευμα­τι­κούς πᾶ­με.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: δ΄. Δι­ά­φο­ρα

Εγώ τό κά­θε τί λυ­πη­ρό πού ἔρ­χε­ται, τό δέ­χομαι μέ εὐ­χα­ρι­στί­α καί προ­θυ­μί­α, κά­νω τόν σταυ­ρό μου, καί λέ­ω: ”Εἴη τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μή­ν”».
 «Χρει­ά­ζε­ται πί­στις στόν Θε­ό καί ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ δέν θά μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­ψη, θά μᾶς βο­η­θή­ση».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες:   γ΄. Πρός λα­ϊ­κούς β’

«Ὅ­ταν σᾶς ζη­τᾶ­νε κά­τι, ζη­τι­α­νεύ­ουν, νά δί­νε­τε κά­τι. Μιά φέ­τα ψω­μί ἔ­χε­τε, μιά φέ­τα ψω­μί νά δί­νε­τε. Ὅ­ποι­ος καί νά εἶ­ναι. Ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ καί σέ Τούρ­κους ἔ­δι­νε. “Μα­κά­ριοι οἱ ἐ­λε­ή­μο­νες, ὅ­τι αὐ­τοὶ ἐ­λε­η­θή­σον­ται”».«Με­τά τόν τά­φο ἀρ­χί­ζει ἡ νέ­α ζω­ή. Μέ­χρι τόν τά­φο ἀ­κο­λου­θοῦν τά πα­ρά­ση­μα, οἱ σταυ­ροί, οἱ δόξες, οἱ τι­μές. Ὅ­λα, παι­διά μου, προ­σω­ρι­νά εἶ­ναι. Γι᾽ αὐ­τό νά φρον­τί­ζου­με γιά τήν ψυ­χή μας, πού εἶ­ναι πρᾶγ­μα ἀ­θά­να­το».«Νά ἔ­χω­με φι­λο­ξε­νί­α καί ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ ἐ­λε­ή­μων. Ξέ­νι­ζε ἀ­κό­μα καί τούς Τούρ­κους. Ἐ­γώ, δέν ἔ­κα­να τί­πο­τε. Ὁ Ἅ­γιος τά ἔ­κα­νε ὅ­λα, ὁ Ἅ­γιος τά ᾽χει φτειά­ξει ὅ­λα. Ἐ­γώ εἶ­μαι ζα­βός ἄν­θρω­πος, ἰ­δι­ό­τρο­πος…».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες:   γ΄. Πρός λα­ϊ­κούς α’

     «Πολ­λές φο­ρές λέ­νε (κα­τη­γο­ρί­ες) γι­ά τούς Ἱ­ερεῖς. (Ἀλλά) καί οἱ πα­πᾶ­δες ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι. Μπο­ρεῖ ἕνας ἄν­θρω­πος (νά) ἔ­σφα­λε στήν ζω­ή του, δέν φταῖ­νε καί ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι. (Καί ἕ­νας πα­πάς μπορεῖ νά ἔσφαλε, δέν φταῖ­νε ὅ­λοι οἱ πα­πᾶ­δες). Ἀλ­λά ”μὴν κρί­νε­τε­ ” λέ­γει ὁ Χρι­στός ”ἵνα μὴ κρι­θῆ­τε­”, δι­ό­τι μέ τό μέ­τρο πού κρί­νο­με θά κρι­θοῦ­με μι­ά μέ­ρα. Ποι­οί εἴ­μα­στε πού θά κρί­νω­με; Νά κά­νω­με προ­σευ­χή νά φω­τί­ζη ὁ Θεός τόν κά­θε ἄν­θρω­πο. Ὅ­σο μπο­ροῦ­με νά συγ­χω­ροῦμε».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: β΄. Πρός μο­να­χούς

«Οἱ μο­να­χοί νά ἔ­χω­με τα­πε­ί­νω­ση καί ἀ­γά­πη με­τα­ξύ μας· ὁ κύ­ριος σκο­πός μας εἶ­ναι νά φτά­σω­με στήν ἁ­γι­ό­τη­τα, νά γί­νω­με ἅ­γιοι καί ὄ­χι νά δι­εκ­δι­κοῦ­με θέ­σεις καί πρω­το­κα­θε­δρί­ες. Νά τη­ροῦ­με τίς νη­στεῖ­ες, νά κά­νω­με τά πνευ­μα­τι­κά μας κα­θή­κον­τα, τόν κα­λο­γε­ρι­κό κα­νό­να, τά κομ­πο­σχο­ί­νια μας, για­τί κά­ποι­α μέ­ρα θά τά βροῦ­με μπρο­στά μας. Ὅ­σο καί νά θέ­λω­με νά δι­και­ο­λο­γη­θοῦ­με, ὁ πνευ­μα­τι­κός νό­μος θά λει­τουρ­γή­ση».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: α΄. Πρός  Ἱ­ερωμένους

Εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα ὅ­λα τά μνη­μό­συ­να γι­ά τήν ἀ­νά­παυ­ση τῶν ψυ­χῶν. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι κά­νουν πο­λυ­τε­λῆ μνη­μό­συ­να, κά­νουν πε­ριτ­τά ἔ­ξο­δα. Ἡ ψυ­χή ζη­τά­ει ἁ­πλά πράγ­μα­τα. Νά βρά­σω­με μί­α χούφ­τα στά­ρι καί νά εἴ­μα­στε κα­θα­ροί, νά ζυ­μώ­σω­με καί τό πρό­σφο­ρο μέ προ­σευ­χή. Νά τά πᾶ­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α νά μνη­μο­νευ­θοῦν τά ὀ­νό­μα­τα τῶν ”κεκοιμημένων” καί νά ψάλλουν τά μνη­μό­συ­να

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: νε΄. «Θά βρῆτε νερό ποτάμι»

Νά, πάρ­τε τήν εἰ­κο­νί­τσα τοῦ ὁσί­ου Δαυ­ΐδ πού σᾶς ἔ­χω δώ­σει, σέ ὅ­ποι­ο ση­μεῖ­ο θέ­λε­τε μέ­σα στό κτῆμα σας ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λο γιά νά ἀ­νοί­ξε­τε τό πη­γά­δι βάλ­τε ἐ­κεῖ τήν εἰ­κο­νί­τσα τοῦ ὁσί­ου Δαυ­ΐδ, ράν­τι­σε καί μέ λί­γο ἁ­για­σμό, κάν­τε τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ, νά πῆς τό “Πά­τερ ἡ­μῶν” καί τό τρο­πά­ριο τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ καί νά χτυ­πή­σε­τε. Μό­λις χτυ­πή­σε­τε, τέ­κνο μου, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, τό νε­ρό βρί­σκε­ται στήν ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς. Τό κά­να­νε καί βρῆ­καν πο­τά­μι νε­ρό.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: νβ΄. «Δέν εἶναι ἅγιοι αὐτοί;»,   νγ΄. «Ὅλα μοῦ τά ἔδωσε ὁ Θεός», νδ΄. Ἐμφάνιση τοῦ πεθαμένου δικηγόρου

Ήρθε τίς προ­άλ­λες ἕ­να ἱ­ε­ρω­μέ­νο πρό­σω­πο καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἕ­νας (γνωστός του) ἄν­θρω­πος εἶ­ναι κα­τά­κοι­τος καί δέν ὁ­μι­λεῖ, οὔ­τε ἀ­κού­ει, οὔ­τε βλέ­πει. Καί τοῦ ἔ­δω­σε στά χέ­ρια του 250 λί­ρες χρυ­σές γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α πού χτί­ζουν στό χω­ριό τους. Σέ ἕ­να χαρτά­κι τοῦ ἔ­γρα­ψε: “Τά χρή­μα­τα αὐ­τά εἶ­ναι δι­κά μου. Τά μά­ζευ­α ἀ­πό νέ­ος καί θέ­λω νά τά δώ­σω γιά τήν ἐκ­κλη­σί­α, γιά τό κα­λό τοῦ κόσμου. Σοῦ ἔ­χω ἐμ­πι­στο­σύ­νη καί στά δί­νω στά χέ­ρια σου καί δέν θέ­λω ἀ­πό­δει­ξη. Μό­νο θέ­λω νά μήν γνω­ρί­ζη κα­νείς τί­πο­τε. Τίς λί­ρες τίς δί­νω γιά τήν ψυ­χή μου. Ἔ­χω καί ἄλ­λα χρή­μα­τα καί πά­λι θά βοη­θή­σω”.
»Ὁ­ρί­στε, δέν εἶ­ναι αὐ­τοί ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι;».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: να΄. Ναρκομανεῖς, αἱρετικοί, ματαιόδοξοι

Ἄ­κου­σε, παι­δί μου, ἐφ᾽ ὅ­σον τόν Χρι­στό δέν πι­στεύ­εις, τί­πο­τα δέν ἔ­χεις. Αὐ­τά πού ἔ­χεις σοῦ τά ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός. Δέν σοῦ τά ἔ­δω­σε μό­νο γιά τόν ἑ­αυ­τό σου. Τά ἔ­δω­σε γιά τούς φτω­χούς, τούς πο­νε­μέ­νους ἀν­θρώ­πους. Πό­σα φτω­χά, πό­σα ὀρ­φα­νά παιδιά ὑ­πάρ­χουν… Αὐ­τά (πού ἔ­χεις) σέ ἀ­κο­λου­θοῦν μέ­χρι τόν τά­φο. Με­τά ἀ­πό τόν τά­φο ἀρ­χί­ζει νέ­α ζωή! Καί τοῦ εἶ­πα τό ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό: “Ἦ­ταν μιά παπαδιά ἐ­δῶ στά μέ­ρη μας πού ἦ­ταν καί δα­σκά­λα. Ἐ­κοι­μή­θη καί μᾶς φώ­να­ξαν στήν κη­δεί­α. Πή­γα­με ἐ­κεῖ καί εἶ­δα εἶ­χαν στά χέ­ρια της ἕ­να χαρ­τά­κι διπλω­μέ­νο.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: ν΄. Ἀποκαλύψεις δαιμονισμένων καί μαγεμένων

Μέ τό στό­μα ἄλ­λης δαι­μο­νι­σμέ­νης, ἔ­λε­γε ὁ δι­ά­βο­λος πρός τόν π. Ἰ­ά­κω­βο:«Μέ λέ­νε Βε­λί­αρ. Ἐ­γώ ὠ­θῶ τόν κό­σμο στίς πα­ρα­λί­ες τά κα­λο­καί­ρια. Ἔ­βα­λα τά ὄρ­γα­νά μου καί βά­λα­νε φω­τι­ές στά δά­ση, γιά νά κά­ψουν τό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τα­πί­ου (Ἀ­θή­να πε­ρί­που 1985). »Οἱ αἱ­ρέ­σεις ὅ­λες εἶ­ναι δι­κές μου. Οἱ Πεν­τη­κο­στια­νοί, οἱ Μασ­σό­νοι, οἱ Χι­λια­στές κ.τ.λ.»Ρέ, Ἰ­ά­κω­βε, μέ ἔ­χεις δέ­σει μπρο­στά σέ αὐ­τόν τόν Δαυ­ΐδ καί σοῦ τά λέ­ω αὐ­τά.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: μη΄. Δέν θέλει τήν ἐξομολόγηση ὁ διάβολος, μθ΄. «Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε»

«Καί μιά ἄλ­λη φο­ρά, ἕ­να παλ­λη­κά­ρι ἦρ­θε νά κοι­νω­νή­ση καί δί­στα­ζα λί­γο μέ­σα μου νά τό κοι­νω­νή­σω. Φαί­νε­ται θά εἶ­χε κά­ποι­ο πνευ­μα­τι­κό κώ­λυμα. Ὅ­ταν, λοι­πόν, τό κοι­νω­νοῦ­σα, ἕ­νας πα­ρευ­ρι­σκό­με­νος μο­να­χός, ἀ­ρε­τῆς ἄν­θρω­πος, εἶ­δε νά φεύ­γη ἀπό τήν ἁ­γί­α Λα­βί­δα μιά χρυ­σή λάμ­ψη, νά περ­νᾶ πά­νω ἀ­πό τό κε­φά­λι μου καί νά πά­η πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα καί κά­θησε ἐ­κεῖ. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, μοῦ τό εἶ­πε ὁ μο­να­χός καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βλε­πε (τό παλ­λη­κά­ρι) μαῦ­ρο στό πρό­σω­πο.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: “Ἐπικοινωνία μέ Ἁγίους”,”Συλλειτουργοῦσε μέ Ἀγγέλους”

Ο ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ρῶσ­σος γυ­ρί­ζει πλευ­ρό στήν λάρ­να­κα (καί) κά­που κά­που ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους ἔ­φυ­γε (ἀ­πό τήν θέ­ση της) καί πῆ­γε καί στά­θη­κε ὀρ­θή (σέ ἄλ­λο μέ­ρος)

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: μς΄. Ἀ­πο­κα­λύ­ψεις δαι­μο­νι­σμέ­νης, μζ΄. Γυναῖκα εἶδε τόν Χριστό

Μιά γυ­ναῖ­κα, μοῦ λέ­ει μιά φο­ρά, ”πῆ­γα νά ἀ­νά­ψω τά καν­τή­λια σέ ἕ­να ᾽ξωκ­κλή­σι καί λι­βά­νι­σα­”. Ξέ­ρε­τε, καμ­μιά φο­ρά ἔ­χουν οἱ γυναῖκες καί τήν πε­ρι­έρ­γεια νά μπαί­νουν στό ἅ­γιο Βῆ­μα, στό Ἱ­ε­ρό, καί κοι­τά­ζει πού λέ­τε αὐ­τή ἡ γυ­ναῖ­κα ἀ­πό τό ἅ­γιο Βῆ­μα καί βλέ­πει ἕ­να παλ­λη­κά­ρι μέ ξαν­θά μαλ­λιά, ἕ­ναν λε­βέν­τη μέ τά μαλ­λιά του, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἔ­τσι ἐ­δῶ ἀ­νοιγ­μέ­να καί τά γε­νά­κια του ἐ­δῶ χω­ρι­σμέ­να καί τόν βλέ­πει πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: μδ΄. «Ἔβλεπα μιά ὀπτασία», με΄. Θε­ρα­πεί­α δαι­μο­νι­σμέ­νης

Τήν πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή τό με­ση­μέ­ρι στίς 2 ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε μι­ά δαι­μο­νι­σμέ­νη ἀ­πό δῶ, ἀ­πό τήν Κή­ρυν­θο (ἦ­ταν), καί φώ­να­ζε: ”Θέλω τόν Ἰ­ά­κω­βο­”. Ξέ­ρω τί κά­νει ὁ Σα­τα­νᾶς, ἐ­γώ τίς γνω­ρί­ζω τίς πα­γί­δες τοῦ δι­α­βό­λου.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: “Ἐμφάνιση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου”

Πο­λύς κό­σμος ἔρ­χε­ται στή Χά­ρη μου, ἀλ­λά λίγα εἶ­ναι τά τέ­κνα μου. Οἱ πι­στοί εἶ­ναι πο­λύ λί­γοι. Νο­μί­ζουν πώς κοι­μᾶ­μαι στήν λάρ­να­κα. Ἐ­γώ εἶ­μαι ζων­τα­νός. Δέν μέ βλέ­πουν. Ἐ­γώ ὅ­λους τούς βλέ­πω. Καί φεύ­γω πολ­λές φο­ρές ἀ­πό τήν ἁ­γί­α λάρ­να­κα.Αὐ­τοί δέν μέ βλέ­πουν, δέν μ᾽ ἀ­κοῦν, ἐ­γώ ὅ­μως τούς βλέ­πω, τούς ἀ­κού­ω τί λέ­νε.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: «Ἀγῶνες γιά τά κτήματα τῆς Μονῆς»

Ἀλ­λά τί νά κά­νω τώ­ρα; Νά φύ­γω ἀ­π᾽ τό Μο­να­στή­ρι νά πά­ω νά πε­ρι­μέ­νω στό κτῆ­μα μήν τό κα­τα­πα­τή­σουν καί κό­ψουν τίς ἐ­λι­ές; Τί νά κά­νω; Ἐ­γώ ἦρ­θα γιά τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ ἐ­δῶ μέ­σα. Τόν βλέ­πω ζων­τα­νό τόν Ἅ­γιο. Για­τί ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ ἐ­δῶ μέ­σα ἁ­γί­α­σε, ἐ­δῶ μέ­σα ἀ­σκή­τευ­σε­”.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: “Ὁ Ἅγιος Δαυΐδ μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα””Εἶ­δα τόν ἅ­γι­ο Νε­κτά­ρι­ο”

  Έἶ­χα τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου στό Ἱ­ε­ρό. Κά­ποι­ος ἁ­γι­ο­γρά­φος εἶ­πε: ”Μωρέ, τό στό­μα  τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­ναι στρα­βό, στήν ἀ­κρού­λα­”. Ἔκα­­να προ­σευ­χή στόν Ἅ­γι­ο, ἔ­γι­νε ἕ­να συλ­λεί­τουρ­γο καί με­τά εἶ­δα τόν ἅ­γι­ο Νε­κτά­ρι­ο κα­θι­στό νά μοῦ λέ­η: ”Νά τούς πῆς, πώς νά, τώ­ρα πού κά­θο­μαι στήν κα­ρέ­κλα εἶ­μαι ἔτ­σι ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καί στήν εἰ­κό­να­”. Οἱ εἰ­κό­νες ἔ­χουν τήν Χά­ρη τῶν Ἁ­γί­ων».

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: ” Ἡ στενοχώρια εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρρώστια”

“Πά­τερ μου, μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, δι­ό­τι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀρ­ρώ­στια γιά τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι ἡ στε­νο­χώ­ρια”. Καί ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως ἄ­φαν­τος με­τά ἀ­πό αὐ­τό καί πῆ­γε στήν θέ­ση του (στό τέμπλο).

Θαυμαστά Σημεία Γέροντος Ιάκωβου

Ἦρθε· καί τήν κούρεψα στό δωμάτιό μου, ὅπου σέ ἕνα τοῖχο εἶχα κολλήσει τήν φωτογραφία τοῦ Γέροντα. Ἐκείνη τήν εἶδε, ἀλλά δέν μοῦ εἶπε τίποτα. Μετά ἀπό λίγες μέρες, μοῦ εἶπε ὁ ἀδερφός μου: “Ξέρεις, ἡ φίλη μου μοῦ εἶπε, πώς τό προηγούμενο βράδυ πρίν ἔρθη σέ ἐσένα, εἶδε στόν ὕπνο της ἕναν Γέροντα…, τόν Γέροντα πού ἔχεις τήν φωτογραφία του στό δωμάτιό σου”.