Δημοσιεύσεις ετικέτας «Η ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ»

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Διλήμματα

Ἐνανθρωπῶ ἢ ἐνανθρωπίζω; Ἐνανθρωπῶ ἢ ἐνανθρωπίζω; Ἀπὸ τὸ τρίτο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως εἶναι οἰκεία τοῖς πᾶσι ἡ μετοχὴ «ἐνθρωπήσας»:  Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ  τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου  καὶ Μαρίας  τῆς  Παρθένου  καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Πῶς γράφεται;

Η Γωνιά της Γλώσσας

Ἄγρυπνο εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα. Ἡ Γλῶσσα μας εἶναι ὁ ἕνας πνεύμονας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ ἄλλος εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὁ ἱστότοπός μας δημοσιεύει συχνὰ κείμενα δoκίμων συγγραφέων μὲ γλωσσικὰ θέματα. Ἡ ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ εἶναι μία μόνιμη ἱστο-στήλη ποὺ σκοπὸ ἔχει νὰ εὐαισθητοποιήσῃ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ ἱστοτόπου γιὰ τὴν γλῶσσα μας.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Διλήμματα

Κελλὶ ἢ κελί; Ὁ ὁδοστρωτῆρας τῆς ἁπλοποιήσεως προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἀδικαιολόγητη ἐτυμολογικὰ γραφὴ μὲ ἕνα λ. Στὰ παλαιότερα κείμενα μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις γράφεται μὲ δύο λ.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀθησαύριστες λέξεις

Ἐκσεσημασμένος. Ἡ μετοχὴ ἐκσεσημασμένος-η-ο τοῦ ρήματος ἐκσημαίνω δὲν ὑπάρχει στὰ λεξικά. Σημαίνει πολὺ ἔντονος: ἐκσεσημασμένη ὑπογλυκαιμία, ἐκσεσημασμένη ταχυκαρδία, ἐκσεσημασμένο ἀμφοτερόπλευρο οἴδημα, ἐκσεσημασμένο ἐνδιαφέρον, ἐκσεσημασμένη περιέργεια.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Εὐφημισμοὶ

Ὡς γνωστὸν εὐλογιὰ εἶναι ἡ βαρειὰ λοιμώδης νόσος μὲ ἐξανθήματα. Ἡ εὐλογιὰ εἶναι ἡ λέξη εὐλογία! Πῶς λοιπὸν μιὰ λέξη μὲ θετικὴ συνδήλωση χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ δηλώσῃ μιὰ βαρειὰ πολυώδυνη ἀρρώστια; Κατὰ τὸν Μεσαίωνα οἱ πληθυσμοὶ μαστίζονταν ἀπὸ ἐπιδημίες αὐτῆς τῆς νόσου. Οἱ ἐπιδημίες αὐτὲς ἀποκλήθηκαν εὐφημιστικὰ εὐλογίες προκειμένου  νὰ λειτουργήσῃ  ἀποτρεπτικὰ γιὰ τὴ νόσο.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ὁμιλεῖτε ἑλληνικὰ

Μιὰ ὡραία λέξη ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῇ γὶα τὰ χόμπι εἶναι τὰ ἡδυπάρεργα. Τὴ βρῆκα στὸ ἱστολόγιο τοῦ ἀειμνήστου καθηγητῆ Κλασσικῆς Φιλολογίας Ἀνδρέα Παναγόπουλου. Εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὸ ἐπίθετο ἡδὺς ποὺ σημαίνει εὐχάριστος (πρβλ. ἡδονή, ἡδύποτο) καὶ τὸ οὐσιαστικὸ πάρεργο, ἤτοι τὴν δευτερεύουσα ἀσχολία. Αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν  εἶναι τὸ χόμπι, μιὰ δευτερεύουσα ἀσχολία ποὺ γίνεται μὲ εὐχαρίστηση;

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων

Εὐτελὴς εἶναι ὁ φνηνὸς (εὐτελὴς τιμή) καὶ μεταφορικὰ αὐτὸς ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἔλλειψη ἀξιοπρέπειας (εὐτελὲς κίνητρο). Προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐπίρρημα εὖ καὶ τὸ οὐσιαστικὸ τέλος «χρηματικὴ ἀξία». Ἑπομένως εὐτελὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγοράζεται εὔκολα, ὁ φτηνός. Στὴν ἴδια οἰκογένεια ἀνήκουν εὐτέλεια, εὐτελίζω, ἐξευτελίζω.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Τιμαλφεῖς λέξεις

Φέρελπις εἶναι αὐτὸς ποὺ φέρει τὴν ἐλπίδα, ποὺ δημιουργεῖ ἐλπίδες, ὁ ἐλπιδοφόρος, ὁ εὔελπις: φέρελπις νέος/πολιτικός/συγγραφέας/ὑποψήφιος. Ὁ φέρελπις παρουσιάζει δυσκολία στὴν κλίση.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Τιμαλφεῖς λέξεις

Υφέρπω. Τὸ ρῆμα εἶναι σύνθετο ἀπὸ τὴν πρόθεση ὑπὸ καὶ τὸ ρῆμα ἕρπω. Ἀρχικὰ σήμαινε «γλιστρῶ κρυφά». Σήμερα μὲ τὴν κυριολεκτική του σημασία «σέρνομαι κάτω ἀπὸ κάτι» χρησιμοποιεῖται σπάνια: «οἱ στρατιῶτες προχωροῦσαν πρὸς τὸ ἀντίπαλο στρατόπεδο ὑφέρποντας ἀνάμεσα στὴν πυκνὴ βλάστηση».

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ

Ἀνακηρύχτηκε ἢ ἀναγορεύτηκε διδάκτωρ; ἁγιοποιήθηκε ἢ ἁγιοκατατάχθηκε; Τὸ ἀναγορεύω χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀπονομὴ τίτλου ἢ ἀξιώματος, τὸ ἀνακηρύσσω σημαίνει ἀνακοινώνω ἐπίσημα τὴν ἀπόφασή μου γιὰ τὴν ἀπονομὴ τίτλου ἢ ἀξιώματος

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ

«Ἡ γραβάτα στιγματίζει τὸ ντύσιμο τοῦ ἄνδρα» ἀκούσαμε σὲ ραδιοφωνικὴ ἐκπομπή. Τὸ ρῆμα στιγματίζω σημαίνει «προξενῶ στίγματα»: ὁ ἥλιος στιγματίζει τὸ πρόσωπο. Συνηθέστερη εἶναι ἡ μεταφορικὴ χρήση: σύσσωμος ὁ ἀθλητικὸς Τύπος στιγμάτισε τὰ ἐπεισόδια στὸ ντέρμπι τῶν δύο αἰωνίων ἀντιπάλων, ποὺ θὰ πῇ: τὰ καταδίκασε αὐστηρά.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ

Συχνὰ γράφεται «τὸ κυβερνὸν κόμμα». Ἡ μετοχὴ κυβερνῶν μὲ ω καὶ ὄχι μὲ ο εἶναι μετοχὴ τοῦ ρήματος κυβερνῶ (καὶ κυβερνάω). Τὸ ρῆμα κυβερνῶ εἶναι ἀρχαῖο ρῆμα, συνηρημένο τῆς πρώτης τάξεως καὶ ἡ ἀρχική του σημασία ἦταν «ὁδηγῶ πλοῖο».

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Γραμματικὸ ὑστερόγραφο

Άκοῦμε συχνὰ κατὰ τὴν ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως «Πιστεύω εἰς ἕναν Θεόν, πατέρα, Παντοκράτορα». Ἔχουμε τὴν τάση νὰ βάζουμε ἀδιακρίτως τὸ τελικὸ ν σὲ ὅλα τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ὀνόματα κάτι ποὺ προφανῶς εἶναι λάθος. Ἐν προκειμένῳ τὸ ὀρθὸ εἶναι «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν…». Τὸ ἕνα εἶναι αἰτιατικὴ τοῦ ἀριθμητικοῦ ἐπιθέτου εἷς καὶ γράφεται καὶ λέγεται χωρὶς τελικὸ ν.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Γραμματικὸ ὑστερόγραφο

Ὁρισμένοι συγγραφεῖς γράφουν: ἡ πόλι, ἡ ἔναρξι, ἡ προτίμησι, ἡ ἀναχώρησι, ἡ ἀντιπροσώπευσι. Πρόκειται γιὰ τὰ παλιὰ τριτόκλιτα τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς καθαρεύουσας: ἡ πόλις, ἡ ἔναρξις, ἡ προτίμησις κ.ο.κ.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γλωσσικὴ παρακαταθήκη

Μοῦ ἔσκαψε τὸν λάκκο/ Ὅποιος σκάβει τὸν λάκκο τοῦ ἄλλου πέφτει ὁ ἴδιος μέσα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ περισσότερες φράσεις ποὺ χρησιμοποιοῦμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία εἶναι λόγιες. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ λαΐκότροπες ἐκφράσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν βιβλικὴ ἑλληνικὴ ποὺ δὲν ὑποψιαζόμαστε τὴν προέλευσή τους, ὅπως ἔφαγα τὸ καταπέτασμα. Τὸ κοινόλεκτον «μοῦ ἔσκαψε τὸν λάκκο» ἢ ἡ παραλλαγή του

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γλωσσικὴ παρακαταθήκη

Λόγος ἅλατι ἠρτυμένος. Ἀπὸ τὴν Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου προέρχεται ἡ φράση «λόγος ἅλατι ἠρτυμένος»: ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι (4, 6). Τελειώνοντας ὁ Ἀπόστολος τὶς παραινέσεις του πρὸς τοὺς ἀναγνῶστες τῆς ἐπιστολῆς ἀναφέρεται στὶς σχέσεις τῶν χριστιανῶν πρὸς τοὺς ἐκτὸς ἐκκλησίας.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γλωσσικὴ παρακαταθήκη

Κυρηναῖος. Ἀνεβαίνοντας ὁ Κύριος στὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ ἐξαντλημένος ἀπὸ τὰ φραγγελώματα, τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσματα, τὸν ἀκάνθινο στέφανο, τὴν πεῖνα, τὴν δίψα καταρρέει. Κανεὶς Ἑβραῖος δὲν θέλει νὰ ἄρη τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου ἵνα μὴ μιανθῇ

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γλωσσικὴ παρακαταθήκη

Ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου στὴ Γεσθημανὴ προέρχεται ἡ γνωστὴ βιβλικὴ ρήση «ἤγγικεν ἡ ὥρα»· τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· Καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε! ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Διλήμματα

Κτήριο ἢ κτίριο; Οἱ περισσότεροι γράφουν κτίριο μὲ ι. Ἡ γραφὴ αὐτὴ θεωρεῖται ἀναμενόμενη, ἀφοῦ τὸ κτίριο φαίνεται νὰ συνδέεται ἐτυμολογικὰ μὲ τὸ ρῆμα κτίζω. Ὁ Σταματᾶκος στὸ «Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Γλώσσης» (τ.2, σελ. 1754, ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς «Ὁ Φοῖνιξ», Ἀθῆναι, 1971) προκρίνει τὴ γραφὴ μὲ ι. Στὸ οἰκεῖο λῆμμα ἀξιολογεῖ τὸ κτήριο ὡς ἥττονα ὀρθὸ τύπο τοῦ κτιρίου. Ὁ Δημητρᾶκος στὸ «Μέγα Λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης»,

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Διλήμματα

Καμμένος ἢ καμμένος; Οἱ περισσότεροι γράφουν καμμένος μὲ δύο μ. Ἔχουν δίκιο; Ὄχι! Μὲ δύο μ γράφονται οἱ μετοχὲς τοῦ μεσοπαθητικοῦ Παρακείμενου τῶν χειλικόληκτων ρημάτων, ἤτοι οἱ μετοχές ρημάτων ποὺ ἔχουν ὡς χαρακτῆρα στὸ θέμα τους τὰ π, β, φ, πτ γράφονται μὲ δυο μ:

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Διλήμματα

Βρῶμα ἢ βρόμα; Ὁ καθηγητὴς Γ. Μπαμπινιώτης γράφει βρόμα, παράγωγο τοῦ βρομῶ, τὸ ὁποῖο παράγεται  ἀπὸ τὸ βρόμος καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὸ ρῆμα βρέμω. Ἡ σωστή τους γραφὴ εἶναι μὲ ο, θεωρεῖ ὁ καθηγητής . Ἡ σημασιολογικὴ μεταβολὴ «θορυβῶ»→«μυρίζω ἄσχημα» ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁρισμένοι χαρακτηριστικοὶ κρότοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ δυσοσμία.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Διλήμματα

Προπετὴς ἢ προτέτης; Συναντᾶμαι καὶ τοὺς δύο τύπους, τόσο στὸν γραπτὸ ὅσο καὶ τὸν προφορικὸ λόγο. Στοὺς ἀρχαίους καὶ βυζαντινοὺς συγγραφεῖς ὁ τύπος προπετὴς ἀπαντᾶ 295 φορές, ὁ τύπος προπέτης μόλις 6 καὶ μόνο σὲ χριστιανοὺς συγγραφεῖς.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ὁμιλεῖτε ἑλληνικά

Καθημερινὰ βλέπουμε στοὺς δρόμους νεαροὺς μὲ δίκυκλα ποὺ τρέχουν προκειμένου νὰ παραδώσουν ἐγκαίρως στοὺς παραλῆπτες τους ἐπιστολές, ἔγγραφα καὶ ἄλλα ἀντικείμενα. Πρόκειται γιὰ τοὺς ταχυδιανομεῖς ἢ ταχυμεταφορεῖς ποὺ κακῶς τοὺς λέμε κούριερ, τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπάρχουν οἱ ὡραιότατες αὐτὲς λέξεις.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων

Ἴωνες. Τὸ ἐθνωνύμιο τῶν Ἰώνων ἀπαντᾶ μὲ τρεῖς τύπους: Ἰάονες, Ἴωνες, Ἰᾶνες. Στὴν Ἰλιάδα (Ν 685) τὸ Ἰάονες ἀποδίδεται στοὺς Ἀθηναίους. Οἱ μεθομηρικοὶ Ἕλληνες, ὅταν ἀνέφεραν ἢ ἄκουγαν τὸ ὄνομα Ἴωνες, ἐννοοῦσαν τοὺς πολῖτες τῶν πόλεων μιᾶς περιοχῆς, στὸ Ἀνατολικὸ Αἰγαῖο. Μὲ εὐρύτερη σημασία, ὁ ὅρος Ἴωνες κάλυπτε τοὺς πολῖτες…

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων

Ἡ λέξη πνεύμονας προέρχεται ἀπὸ τὴ λέξη πνεύμων, ποὺ ἀρχικὰ ἦταν πλεύμων. Ὁ πλεύμων παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα πλέω «ρέω, κολυμπῶ», ἐπειδὴ οἱ πνεύμονες φαίνονται σὰν πλέουν στὸ νερό. Ὁμόρριζα εἶναι τὰ πνέω, πνεῦμα, ἄπνοια, δύσπνοια, σύμπνοια, ἐμπνευσμένος, θεόπνευστος, πνευστός, μακρόπνοος, εἰσπνοή, ἐκπνοή.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Τιμαλφεῖς λέξεις

Σωρείτης (ἀρχ. σωρὸς + κατάλ. -ίτης) εἶναι σύνθετος βραχυλογικὸς συλλογιμὸς στὸν ὁποῖο παραλείπονται τὰ ἐπιμέρους συμπεράσματα καὶ προβάλλεται μόνο τὸ τελικὸ καὶ ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ ἀναλυθῆ σὲ τόσους ἄλλους ἁπλοὺς συλλογισμούς, ὅσες εἶναι καὶ οἱ προτάσεις ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ τὴν τελευταία.

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀληθεύοντες ἐν γλώσσῃ

Ἡ μὴ σταθερὴ τοῦ τόνου στὴν Ἑλληνικὴ γεννᾶ συχνὰ δυσκολίες κυρίως στὸν τονισμὸ τῆς γενικῆς πληθυντικοῦ. Τὰ οὐσιαστικὰ σὲ -ας ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν τρίτη κλίση τῆς καθαρεύουσας  τονίζονται στὴν προπαραλήγουσα: τῶν κανόνων (ὀνομαστικὴ ὁ κανών), τῶν σελίδων (ὀνομαστικὴ ἡ σελίς), τῶν ὁμάδων (ὀνομαστικὴ ἡ ὁμάς), τῶν μυκήτων (ὀνομαστικὴ μύκης).

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Γραμματικὸ ὑστερόγραφο

Ὁ Ἄθωνας εἶναι ὀρεινὴ χερσόνησος τῆς Χαλκιδικης, ἡ ἀνατολικότερη ἀπὸ τὶς τρεῖς. Σὲ πολλοὺς χάρτες ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ κείμενα γράφεται Ἄθως. Ἄθως ἢ Ἄθωνας; Στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ κείμενα ὑπῆρχαν τὰ ἀττικόληκτα οὐσιαστικά

Ἀνακαλύπτω τὶς ρίζες τῶν λέξεων – Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γλωσσικὴ παρακαταθήκη

Ἔχυσε πολλὰ δάκρυα στὸ μαξιλάρι του/της ἢ κύλησαν πολλὰ δάκρυα στὸ μαξιλάρι του. Ἡ παραστατικὴ εἰκόνα ἐκείνου ποὺ μετανιώνει γιὰ κάτι ποὺ ἔπραξε εἶναι ψαλμική. Ὁ Δαυΐδ ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴ θλίψη του λούζει μὲ δάκρυα τὸ κρεβάτι του: «ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω» (Ψαλμὸς 6ος, 7).

Σελίδες