Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Τσακ­τσί­ρα Μα­ρί­ας

Νηπιαγωγοῦ

Παι­δευ­τι­κὰ μέ­σα: ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἐ­πι­εί­κεια καὶ ἐν­θάρ­ρυν­ση σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ αὐ­στη­ρό­τη­τα, καὶ ποι­νές.

Εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἐ­ξε­τα­σθεῖ πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ πῶς θε­ω­ρεῖ καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ Χρυ­σό­στο­μος τὴ ση­μα­σί­α τῶν ἀ­μοι­βῶν καὶ τῶν ποι­νῶν γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση ἑ­νὸς ὠ­φέ­λι­μου μα­θη­σια­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ δι­δα­σκα­λί­α νὰ καρ­πο­φο­ρεῖ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κά. Οἱ ἀ­κό­λου­θες ἀ­πό­ψεις δι­α­πραγ­μα­τεύ­ον­ται κρί­σι­μα ἐ­ρω­τή­μα­τα τοῦ τύ­που: Πῶς θὰ πρέ­πει ἕ­νας ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ τὴν ἀ­πει­θαρ­χί­α; Ποι­ὰ εἶ­ναι τὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τό­σο τῶν ἀ­μοι­βῶν καὶ ἐ­παί­νων ὅ­σο καὶ τῆς τι­μω­ρί­ας; Πῶς πρέ­πει αὐ­τὲς νὰ χο­ρη­γοῦν­ται; Ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ θέ­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας στὴν ἀ­γω­γή;

«Οἱ τι­μὲς ὠ­φε­λοῦν τοὺς ἄ­ξιους, ἐ­παυ­ξά­νουν ὅ­μως τὴν τι­μω­ρί­α (δι­α­φθο­ρὰ) σ᾿ ἐ­κεί­νους ποὺ τὶς ἀ­πο­λαμ­βά­νουν χω­ρὶς νὰ τὸ ἀ­ξί­ζουν».

«Ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ κο­πιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο δὲν παίρ­νουν καὶ με­γα­λύ­τε­ρο μι­σθό, τό­τε οἱ πολ­λοὶ γί­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­με­λεῖς καὶ ἀ­δι­ά­φο­ροι».

«Ἔ­τσι λοι­πὸν ἂς με­τα­χει­ρι­ζό­μα­στε τὰ παι­διά μας, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὸ φό­βο καὶ τὴν ἀ­πει­λή, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­μοι­βὴ καὶ τὴν κα­λω­σύ­νη».

«Ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὴν ἴ­δια τι­μή, καὶ ὅ­ταν κά­νουν πα­ρα­κο­ὴ καὶ ὅ­ταν δὲν κά­νουν πα­ρα­κο­ή, παι­δα­γω­γοῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὴν πο­νη­ριὰ καὶ δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται εὔ­κο­λα ἀ­πὸ τὴν κα­κί­α».

«Ὅ­ταν τη­ροῦν­ται ἀ­πὸ τὸ παι­δὶ οἱ νό­μοι, ὁ πα­τέ­ρας (καὶ ὁ παι­δα­γω­γὸς ἀν­τί­στοι­χα) νὰ εἶ­ναι γλυ­κὺς καὶ εὐ­προ­σή­γο­ρος καὶ νὰ τοῦ δω­ρί­ζει πολ­λὰ βρα­βεῖ­α».

«Εἶ­ναι λοι­πὸν κα­κὸ ἡ ἀ­ναρ­χί­α καὶ αἰ­τί­α ἀ­να­τρο­πῆς, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἀ­πει­θαρ­χί­α τῶν ἀρ­χο­μέ­νων δὲν εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρο κα­κό, για­τί τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα εἶ­ναι τὰ ἴ­δια».

«Συ­νή­θως τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους τούς σω­φρο­νί­ζει ὄ­χι τό­σο ἡ χο­ρή­γη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν, ὅ­σο ἡ ἀ­πει­λὴ τῶν δυ­σά­ρε­στων».

«Ἕ­νας πα­τέ­ρας (καὶ ἕ­νας παι­δα­γω­γὸς ἀν­τί­στοι­χα) ποὺ ἀ­πεί­λη­σε τὸ παι­δί, θέ­λει ἀ­μέ­σως νὰ προ­χω­ρή­σει στὴν ἀ­πει­λή, ἀ­νέ­χε­ται ὅ­μως καὶ πε­ρι­μέ­νει, γιὰ νὰ τὸ σω­φρο­νί­σει προ­η­γου­μέ­νως καὶ νὰ τὸ συμ­βου­λέ­ψει, ἀ­φή­νον­τας νὰ ἰ­σχύ­ει πάν­το­τε ἡ ἀ­πει­λή».

«Τέ­τοι­α εἶ­ναι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Ὅ­ταν σφά­λλει καὶ δὲν ἀ­να­χαι­τί­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἀ­φή­νε­ται ἐ­λεύ­θε­ρη, προ­χω­ρεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὸ κα­κὸ καὶ φθά­νει στὸ γκρε­μό».

«Ἐ­κεῖ­νος ποὺ λυ­πᾶ­ται νὰ τι­μω­ρή­σει τὸ παι­δὶ του τὸ κα­τα­στρέ­φει».

«Αὐ­τὸς ποὺ πα­ρα­χα­ϊ­δεύ­ει τὸ παι­δί του, θὰ δέ­σει ἀρ­γό­τε­ρα τὰ τραύ­μα­τά του (Σο­φί­α Σει­ράχ)».

«Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ δα­σκά­λου καὶ τοῦ γο­νιοῦ, ὅ­ταν τὸ παι­δὶ δὲν τοὺς ἀ­κού­ει, κα­λεῖ­ται ἐ­κεῖ­νος ποὺ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ αὐ­στη­ρό­τε­ρο τρό­πο».

«Ὅ­ταν ὁ μα­θη­τὴς εἶ­ναι νω­θρὸς καὶ χον­δρὸς στὸ μυα­λό, τό­τε ὁ δά­σκα­λος πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ κεν­τρί, δη­λα­δὴ αὐ­στη­ρὸ τρό­πο, γιὰ νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὴ νω­θρό­τη­τα».

«Ἂν ὁ για­τρὸς δὲν με­τα­χει­ρί­ζε­ται μὲ ὅ­μοι­ο τρό­πο ὅ­λα τὰ σώ­μα­τα, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο δὲν πρέ­πει νὰ με­τα­χει­ρί­ζε­ται μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ὁ δά­σκα­λος ὅ­λους τους μα­θη­τές του».

 «Ἄλ­λοι ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἠ­πι­ότε­ρο τρό­πο καὶ ἄλ­λοι ἀ­πὸ αὐ­στη­ρό­τε­ρο».

«Ἡ αὐ­στη­ρό­τη­τα πρέ­πει νὰ πε­ρι­έ­χει καὶ λό­για ἀ­γά­πης καὶ ἔ­παι­νο».

«Ἡ σκλη­ρό­τη­τα προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­φρω­σύ­νη».

«Δὲν μα­λα­κώ­νει τὴν καρ­διὰ ὁ θυ­μός, οὔ­τε ἡ αὐ­στη­ρὴ ἐ­πί­πλη­ξη καὶ ὁ αὐ­στη­ρὸς ἔ­λεγ­χος, οὔ­τε οἱ ἐ­ξευ­τε­λι­στι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ἀλ­λὰ ἡ ἐ­πι­εί­κεια. Ἡ ἐ­πι­εί­κεια ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­νει τὴ σκλη­ρό­τη­τα».

«Ἂν (τὸ παι­δὶ) ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­ναγ­κα­στι­κὴ ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ παι­δα­γω­γοῦ του καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει σε­μνό, τό­τε θὰ τὸ ἐ­κτι­μή­σουν ὅ­λοι καὶ θὰ τοῦ λο­γα­ριά­σουν ὡς δι­κή του τὴ φρο­νι­μά­δα ποὺ ἔ­δει­ξε κα­τὰ τὴν προ­η­γού­με­νη ἡ­λι­κί­α του».

«Αὐ­τὸς ποὺ ἔ­γι­νε κα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πι­νο φό­βο, γρή­γο­ρα θὰ γυ­ρί­σει πά­λι στὶς πο­νη­ρές του συ­νή­θει­ες».

«Ἔ­χου­με (οἱ παι­δα­γω­γοὶ) ὁ­ρι­σθεῖ νὰ δι­δά­ξου­με τὸ λό­γο καὶ ὄ­χι νὰ ἐ­ξου­σι­ά­ζου­με, οὔ­τε νὰ δι­α­τά­ζου­με. Ἔ­χου­με τὴ θέ­ση συμ­βού­λων, ποὺ προ­τρέ­πουν στὸ κα­λό. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ συμ­βου­λεύ­ει λέ­ει τὴ γνώ­μη του, χω­ρὶς νὰ ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὸν ἀ­κρο­α­τή, ἀλ­λὰ τὸν ἀ­φή­νει ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει ἢ ὄ­χι αὐ­τὰ ποὺ τὸν συμ­βού­λε­ψε».

«Ἐν­θαρ­ρύ­νε­ται πά­ρα πο­λὺ στὸ κα­λὸ ὁ ἀ­κρο­α­τὴς (παι­δα­γω­γού­με­νος) ὅ­ταν δὲν τὸν προ­στά­ζου­με, οὔ­τε νο­μο­θε­τοῦ­με γι᾿ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ συ­ζη­τᾶ­με μα­ζί του, συμ­βου­λεύ­ον­τας σὰν νὰ πρό­κει­ται νὰ κρι­θοῦ­με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο».

«Στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά μας (οἱ παι­δα­γω­γοὶ) δὲν πρέ­πει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζου­με τί­πο­τε τὸ φορ­τι­κό, τί­πο­τε τὸ δυ­σά­ρε­στο, τί­πο­τε τὸ βα­ρύ, τί­πο­τε τὸ ὑ­πε­ρο­πτι­κό. Τέ­τοι­ος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὁ δά­σκα­λος».

«Νὰ κα­τα­φεύ­γεις (ὁ ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς ὡς σύμ­βου­λος) συ­νε­χῶς στὴν ἀ­γά­πη, ἐ­λατ­τώ­νον­τας ἔ­τσι τὴ φορ­τι­κό­τη­τα τῶν συμ­βου­λῶν καὶ τῶν ἐ­λέγ­χων».

«Ἡ τι­μω­ρί­α νὰ ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἀ­πὸ ἀ­γά­πη».

«Δὲν ται­ριά­ζουν σὲ ὅ­λα τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα οἱ ἴ­δι­ες τι­μω­ρί­ες, ἀλ­λὰ πολ­λὲς καὶ δι­ά­φο­ρες καὶ ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­κί­α καὶ τὰ πρό­σω­πα ποὺ τὰ δι­α­πράτ­τουν».

«Εἶ­ναι με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά, τὸ νὰ γνω­ρί­ζεις τὴν αἰ­τί­α τῶν μέ­τρων ποὺ λαμ­βά­νον­ται ἐ­ναν­τί­ον σου».

«Νὰ μὴν τὸ χτυ­πᾶς τὸ παι­δί σου δια­ρκῶς, οὔ­τε νὰ τὸ συ­νη­θί­σεις νὰ δι­α­παι­δα­γω­γεῖ­ται μ᾿ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο».

«Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μας ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἐ­πι­εί­κεια».

«Δὲν φθά­νει ἡ τι­μω­ρί­α νὰ εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη πρὸς τὸ μέ­γε­θος τοῦ πα­ρα­πτώ­μα­τος, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ λαμ­βά­νε­ται ὑ­πό­ψη καὶ ἡ δι­ά­θε­ση αὐ­τοῦ ποὺ ἔ­σφα­λε»[1].

Εἶ­ναι προ­φα­νές, ὅ­τι ὁ Χρυ­σό­στο­μος ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται μί­α φι­λε­λεύ­θε­ρη δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση, κα­τὰ τῶν σω­μα­τι­κῶν ποι­νῶν, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὴν «ἀμ­με­τρί­α», χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει, ὅ­τι δὲν ἐ­ξαί­ρει καὶ τὸν παι­δα­γω­γι­κὸ ρό­λο τῆς τι­μω­ρί­ας, ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐ­φαρ­μό­ζε­ται μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ μὲ κί­νη­τρο τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­λη­θι­νὴ βελ­τί­ω­ση τῶν παι­δι­ῶν καὶ προ­παν­τὸς συμ­με­τρι­κὰ μὲ τὸν πα­ρά­γον­τα τῆς ἐ­πι­βρά­βευ­σης καὶ τῶν ἐ­παί­νων. Ὡ­στό­σο, εἶ­ναι σκό­πι­μο νὰ ση­μει­ω­θεῖ πα­ρεν­θε­τι­κὰ ἐ­δῶ, ὅ­τι ἡ στά­ση αὐ­τὴ δὲν ξε­φεύ­γει κα­θό­λου ἀ­πὸ τὸ πλαί­σιο τῆς ρε­α­λι­στι­κῆς προ­ο­πτι­κῆς καὶ τῆς ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­ας τοῦ Χρυ­σο­στό­μου γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση.

Τὰ παι­διά, ἐ­φ᾿ ὅ­σον κα­τέ­χουν ὀ­ξὺ τὸ αἴ­σθη­μα δι­και­ο­σύ­νης, κα­τα­νο­οῦν καὶ κυ­ρί­ως νοι­ώ­θουν τὸ κί­νη­τρο μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βάλ­λε­ται μί­α τι­μω­ρί­α καὶ ἀ­νά­λο­γα τὴν ἀ­πο­δέ­χον­ται ἢ ἐ­πα­να­στα­τοῦν καὶ χει­ρο­τε­ρεύ­ουν. Εἶ­ναι λ.χ. συ­νή­θως ἀ­νώ­φε­λη ἡ δη­μό­σια πα­ρα­τή­ρη­ση, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ αὐ­τὴν ποὺ γί­νε­ται κα­τ᾿ ἰ­δί­αν στὸ παι­δί, ποὺ προ­κα­λεῖ προ­βλή­μα­τα τὴν ὥ­ρα τῆς δι­δα­σκα­λί­ας. Ἡ δεύ­τε­ρη εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­θα­νὸ νὰ «πιά­σει τό­πο», δι­α­τυ­πω­μέ­νη ἔ­τσι, ὥ­στε ὄ­χι νὰ μει­ώ­σει ἢ νὰ προ­σβάλ­λει, ἀλ­λὰ νὰ βο­η­θή­σει.  Εἶ­ναι δὲ τε­λεί­ως μά­ται­ες οἱ ἀ­πει­λὲς ποὺ γνω­ρί­ζει τὸ παι­δί, ὅ­τι ὁ γο­νέ­ας ἢ ὁ παι­δα­γω­γὸς σὲ κα­μμί­α πε­ρί­πτω­ση δὲν πρό­κει­ται νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει.  

Ὁ Ἱ­ε­ράρ­χης το­νί­ζει ὅ­τι εἶ­ναι με­γά­λο κα­κὸ νὰ πε­ρι­φρο­νεῖ τὸ παι­δὶ τὴν ἀ­πει­λὴ καὶ τὴν τι­μω­ρί­α. Ἀ­κό­μη ἑ­πο­μέ­νως καὶ στὴ δι­α­τύ­πω­ση ἀ­πει­λῶν μὲ σκο­πὸ τὸ σω­φρο­νι­σμὸ τῶν παι­δι­ῶν χρει­ά­ζε­ται ψυ­χραι­μί­α καὶ κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς λο­γι­κῆς. Οἱ παι­δα­γω­γοὶ μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά τους ἀλ­λὰ καὶ μέ­σῳ μί­ας σει­ρᾶς προ­λη­πτι­κῶν, ἑλ­κυ­στι­κῶν, προ­τρε­πτι­κῶν καὶ κα­τα­σταλ­τι­κῶν ἐ­πὶ μέ­ρους ἐ­νερ­γει­ῶν μπο­ροῦν καὶ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­βαί­νουν ἀ­λη­θι­νοὶ ὁ­δη­γοὶ καὶ ὄ­χι ἐ­χθροί τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τῶν παι­δι­ῶν[2]. Ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἄλ­λω­στε παι­δα­γω­γι­κὴ ὡ­ρι­μό­τη­τα ἡ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν σφαλ­μά­των, τῆς ἀ­πει­θαρ­χί­ας ἢ τῶν πα­ρα­βα­τι­κῶν συμ­πε­ρι­φο­ρῶν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς τι­μω­ρί­ες, κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὴ ψυ­χο­σύν­θε­ση τῶν παι­δι­ῶν ποὺ τὶς ἐ­πι­δει­κνύ­ουν. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α, «ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ παι­δα­γω­γοῦ ἀ­πο­κα­θι­στᾶ τὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἀ­γά­πης, ποὺ ἔ­στω προ­σω­ρι­νά, ἀ­να­τρέ­πει τὸν ἐ­γω­ϊ­σμὸ τοῦ παι­δα­γω­γού­με­νου»[3].

Γνή­σι­ες πνευ­μα­τι­κὲς κα­τα­κτή­σεις εἶ­ναι ἐ­φι­κτὲς μό­νο μὲ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη σύμ­πρα­ξη καὶ συ­νερ­γα­σί­α καὶ τῶν παι­δα­γω­γού­με­νων, μὲ δι­ά­κρι­ση καὶ  εἰ­λι­κρι­νή σε­βα­σμὸ πρὸς τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τές τους. «Ἐ­πι­εί­κεια γὰρ πά­σης βί­ας δυ­να­τω­τέ­ρα». (Ὁ­μι­λί­α 30ή στὸ Κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γέ­λιο, MPG 57, 361). Ὁ Β. Σκια­δᾶς ἀ­να­φέ­ρει σχε­τι­κά: «Ἡ σω­στὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τα. Ἡ προ­ο­δευ­τι­κὴ αὔ­ξη­ση τοῦ αἰ­σθή­μα­τος τῆς εὐ­θύ­νης θὰ ὁ­δη­γή­σει τὰ παι­διὰ στὴν αὐ­τάρ­κεια καὶ τὴν αὐ­το­τέ­λεια. […] Θὰ γαλ­βα­νί­σει τὴ θέ­λη­σή τους καὶ θὰ φέ­ρει στὴ ζω­ὴ τους τὴ λάμ­ψη τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας»[4]. Τὶς θέ­σεις τοῦ Χρυ­σο­στό­μου γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴ θέ­ση της στὴν ἀ­γω­γὴ καὶ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση πε­ρι­λαμ­βά­νουν καὶ ἄλ­λα σύγ­χρο­να ἐγ­χει­ρί­δια Παι­δα­γω­γι­κῆς.

Συ­νε­χί­ζε­ται..


1. Παιδ. Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α Ἰ­ω. Χ., Τό­μος Δ΄, σελ. 105-163, 469-473, 486, Τό­μος Β΄ 553-554, 624- 677, 706-727, 738.

2. Κ. Φράγ­κος, Ἐ­πι­στή­μη τς ἀ­γω­γῆς καί ἀ­γω­γή, σελ. 94.

3. Α. Πα­να­γό­που­λος, Στοι­χεῖ­α Παι­δα­γωγ. Ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας Ἱ­ε­ροῦ Χρυ­σο­στό­μου, σελ. 26.

4. Β. Σκια­δᾶς,  Ἀ­γω­γή, Μόρ­φω­ση, Ψυ­χα­γω­γί­α τοῦ παι­διοῦ – Χρι­στιαν. παι­δα­γω­γι­κή θε­ώ­ρη­ση, σελ. 88-89.