Γωνιά της Γλώσσας 182 – Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη: Οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος

Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη

Οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος

 

Οὐκ ἂν λάβοις… Σύγχρονος τοῦ Πλουτάρχου, τὸν 2ο αἰ. μ.Χ., εἶναι ὁ Λουκιανός, ὁ σατιρικὸς πεζογράφος τῆς ἀρχαιότητας, ὁ ὁποῖος σατιρίζει τὴν ἀνθρώπινη ματαιοδοξία, τὸν πλοῦτο, τὴν ἀνθρώπινη ἀφέλεια. Καὶ τί δὲν σατιρίζει; Στοὺς νεκρικοὺς διαλόγους του συναντᾶμε τὸ ἀκόλουθο διαλογικὸ στιγμιότυπο: ὁ πάμφτωχος κυνικὸς φιλόσοφος Μένιππος πεθαίνει. Ὁ Χάρων τὸν περνάει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Ὁ Μένιππος δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ στὸν Χάρωνα τὸν ὀβολό του (σύμφωνα μὲ τὸ νεκρικὸ ἔθιμο οἱ ἀρχαῖοι ἔβαζαν στὸ στόμα τοῦ νεκροῦ ὡς ἀμοιβὴ τοῦ Χάρωνα ἕναν ὀβολὸ γιὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ μὲ τὸ πλοιάριό του στὸν κάτω κόσμο). Ὀργισμένος ὁ Χάρων τοῦ λέει: «ἀπόδος, ὦ κατάρατε, τὰ πορθμεῖα» (Καταραμένε, δῶσε μου τὰ ναῦλα). 

«Βόα, εἰ τοῦτό σοι, ὦ Χάρων, ἥδιον» (φώναζε ὅσο θέλεις, Χάρων, ἂν εὐχαριστιέσαι μὲ αὐτό), τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Μένιππος.

«ἀπόδος, φημί, ἀνθ᾽ ὧν σε διεπορθμευσάμην» (πλήρωσέ με, σοῦ λέω, ποὺ σὲ πέρασα ἀπέναντι) ἐπιμένει ὁ Χάρων. 

Γιὰ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Μένιππο τὴν ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση: «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος» (δὲν θὰ πάρῃς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει). (Λουκιανός, Νεκρικὸς διάλογος 2). Πόσο ἐπίκαιρη εἶναι αὐτὴ ἡ ρήση!  

 

ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ ΕΔΩ