ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΣΤΙΣ ΩΔΕΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ*

UEIO_PATHOS

Μελετώντας τά σχόλια τῶν κριτικῶν γιά τόν ἐθνικό μας ποιητή Ἀνδρέα Κάλβο, διαπιστώνει κανείς μία ἔντονη ἀντίθεση στίς ἀπόψεις τους. Ἀπό τή μιά πλευρά παρουσιάζεται ὡς ὁ «ἄκρατος ἀπό παθητικά στοιχεῖα» ποιητής τῆς ἀπάθειας, πού ἀπό τήν ὑψηλή σκοπιά του «δέ συνεπαίρνεται ἀπό κανένα πειρασμό, δέ βλέπει θνητά πάθη, καημούς τῶν καιρῶν καί δισταγμούς καί ἀπελπισίες τῆς τυχαίας ὕπαρξης»[1]. Ἡ ἄλλη ἄποψη πού διατυπώνεται, θεωρεῖ παραμορφωμένη τήν παρουσίαση τοῦ Κάλβου ὡς ποιητῆ τῆς ἀπάθειας, δηλώνοντας ἀπερίφραστα καί κατηγορηματικά ὅτι «ἡ ποίησή του οὔτε βρίσκεται πάνω ἀπό τά ἐγκόσμια, οὔτε εἶναι ἀσυγκίνητη καί ἀπαθής»[2]. Διά τῆς παρούσης, ἐπιχειρεῖται μία προσέγγιση τῆς φύσης καί θέσης τῶν παθῶν στίς ἐπικές ὠδές τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου, μέ σκοπό νά ἀναδειχθεῖ, κατά τό δυνατόν, ἡ ἀληθινή τους διάσταση.

            Ὀντολογώντας τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, διαπιστώνουμε ὅτι αὐτά δέν διαχωρίζονται σέ πάθη αὐτοδύναμα καλά καί σέ πάθη αὐτοδύναμα κακά[3]. Ἴδιες εἶναι πάντοτε οἱ ἐφέσεις καί τάσεις, πού προερχόμενες ἀπό τό ἐπιθυμητικό ἤ ἀπό τό θυμοειδές μέρος τοῦ ἀνθρώπου (κατά τήν πλατωνική διάκριση), εἴτε τείνουν στή δημιουργική τελείωση, εἴτε ἀποβαίνουν μηδενιστικές καί καταστροφικές. Ἡ ἀπάθεια, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, δέν σημαίνει ψυχική ἀναλγησία. Μπορεῖ ὁ στωικός, προκειμένου νά κατακτήσει τήν ἀπάθεια, νά πιέζεται καί νά ἀγωνίζεται νά καταστεῖ ψυχικά ἀνάλγητος, ὥστε νά μπορεῖ νά στέκει ἀτάραχος ἐνώπιον τόσο τῆς δυστυχίας ὅσο καί τῆς εὐτυχίας, μία τέτοια, ὅμως, προσέγγιση τῆς ἀπάθειας, εἶναι τελείως ἀνύπαρκτη καί ξένη στό ἔργο τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου. Καί αὐτό διότι, ὅπως θά δοῦμε ἀναλυτικά στή συνέχεια, ἡ ἀπάθεια τοῦ Κάλβου, δέν ἐκφράζει μία ἀμέτοχη ἠρεμία καί ἀναλγησία, ἀλλά τόν γεμάτο ἔνταση καί ὁρμή δυναμισμό τοῦ πνεύματος, πού ὄχι μόνο δέν ἐξορίζει τά πάθη, ἀντίθετα μάλιστα τά προϋποθέτει.

            Ἄς δοῦμε ὅμως ἀπό κοντά τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κάλβου. Στίς 30 Ἰουνίου 1815 πεθαίνει ἡ μητέρα τοῦ Ἀδριανή. Στίς 18 Μαΐου 1819, νυμφεύεται τήν ἀγγλίδα Μαρία Τερέζα Τόμας, ἡ ὁποία πεθαίνει κατά τό πρῶτο ἑξάμηνό του 1820 μαζί μέ τή θυγατέρα τους, πού μόλις εἶχε γεννήσει. Ἐπιστρέφει στήν Φλωρεντία, ὅπου ἐντάσσεται στήν μυστική ὀργάνωση τῶν «Καρμπονάρων». Ἐξαιτίας μάλιστα τῆς δράσεως του συλλαμβάνεται καί ἀπελαύνεται στήν Ἐλβετία στίς 23 ἤ 25 Ἀπριλίου 1821.

            Ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση ἔχει ἤδη ξεκινήσει καί τόν βρίσκει ὥριμο, στήν ἡλικία τῶν τριάντα χρόνων. Μετά τούς θανάτους τῶν προσφιλῶν του προσώπων (τῆς μητέρας, τῆς συζύγου καί τῆς θυγατέρας του), ὁ Κάλβος ἔχει μάθει νά βλέπει τόν θάνατο μέ θάρρος, εἶναι γυμνασμένος πλέον νά ἀντιμετωπίζει μέ τό ἴδιο θάρρος ὁτιδήποτε[4]. Ἡ ἀφοβία γιά τόν θάνατο καί ἡ συνεπόμενη πίστη σέ μία μεταθανάτια ζωή («ἡ ζωή δέν εἶναι ἄλλο παρά προοίμιον ἀθανασίας»), τοῦ χαρίζει ἕνα ὕφος ὑπερήφανο καί ὑψηλό. Περιφρονεῖ ὁτιδήποτε τό φτηνό καί χαμερπές. Ἀφοῦ ἡ ζωή εἶναι «κόπος ἀνυπόφερτος», ἀφοῦ «μία καί μόνη εἶναι ἡ ὁδός, καί εἰς τόν τάφον φέρνει», ἀλλά προπάντων, ἀφοῦ τό πνεῦμα εἶναι «φύσημα» τοῦ Θεοῦ καί «εἰς τόν Θεόν ἀνεβαίνει», τότε δέν ἀπομένει παρά ἡ ζωή τούτη νά πάρει κάποιο «ὑψηλό» νόημα, νά ξοδευτεῖ γιά τά μεγάλα[5]. Ἡ πίστη τοῦ Κάλβου στά ὑψηλά καί στόν Θεό, γεννιέται, ὅπως στούς περισσότερους μεγάλους, μέσα ἀπό τή θεολόγηση τῆς ἀπελπισίας του.

            Τότε ἀντικρίζει τή μοναδική ἐμπειρία τοῦ Ἀγώνα. Ἕνα πάθος μεγαλειῶδες ἔρχεται νά συνταράξει τήν ἀγέρωχη ψυχή του: τό πάθος γιά τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδας. Πρόκειται γιά ἕνα πάθος ἡρωικό καί ἀπελπισμένο, ἱκανό νά πραγματοποιήσει τό ἀκατόρθωτο, ἕνα πάθος τό ὁποῖο, ἐπειδή ἀκριβῶς ὁ φορέας τοῦ ἔχει φτάσει στά ὅρια τῆς ἀπελπισίας, ἀδιαφορεῖ γιά τίς συνέπειες[6]. Ποίηση θά σταθεῖ ἡ ἄμεση ψυχική του ἀντίδραση. Ὄχι ὅμως ἡ παθητική ποίηση τῶν τάφων καί τῶν δακρύων τῶν μέχρι τότε ποιημάτων του. Τώρα βλέπει νά οἰκοδομεῖται ἕνας κόσμος καινούριος καί παρθενικός, ἐπάνω στά γερά προγονικά θεμέλια. Ἡρωισμοί, πράξεις ὑψηλές καί γενναῖες, λεβεντιά καί δύναμη, αὐτά εἶναι τά θέματα πού θά ἐμπνεύσουν τόν ποιητή[7]. Ζωντανός ἄνθρωπος ὁ ἴδιος, γεμάτος δυναμισμό, βρῆκε ἔξαφνα, μέσα σέ ἐκείνη τήν ἡρωική ἐξόρμηση, τήν εὐκαιρία νά διοχετεύσει ὁλόκληρο τόν ἐπαναστατημένο του ἑαυτό[8].

            Σύμπας ὁ ἠθικός του κόσμος, μέ τό ξέσπασμα τῆς Ἐπαναστάσεως, συγκεντρώνεται σέ ἕνα τρίπτυχο: Πατρίδα-Ἐλευθερία-Ἀρετή. Τίποτα ἄλλο πιά δέν τόν ἐνδιαφέρει[9], ἀλλά καί τίποτα πιά δέν τόν τρομάζει. Ἀδιαφορεῖ γιά ὁτιδήποτε μπορεῖ νά ἀπειλήσει τή ζωή του.  Ἡ ἀπάθειά του αὐτή, πηγάζει ἀπό τήν ψυχική του ἔξαρση, διατυπώνεται δέ σχεδόν ἀποφθεγματικά:

Δέν μέ θαμβώνει πάθος

κανένα· ἐγώ τήν λύραν

κτυπάω, καί ὁλόρθος στέκομαι

σιμά εἰς τοῦ μνήματός μου

τ’ ἀνοικτόν στόμα. (ιη΄)

                                         («Αἱ Εὐχαί»)

            Τήν ἴδια στιγμή ὅμως, ἕνα πάθος μεγαλειῶδες καθιστά ἐκρηκτική τή δομή αὐτῆς τῆς ἀπάθειας. Εἶναι τό ἱερό πάθος γιά ἐλευθερία καί ἀρετή, πού συνίσταται ἀπό δυό ἐπιμέρους πάθη: τό μίσος κατά τῶν τυράννων (ἀλλά καί τῶν προστατῶν) καί τόν πόθο γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας. Αὐτή εἶναι ἡ ἠθική τοῦ Κάλβου, ἡ ἠθική πού προσῆκε στούς ἐπαναστατημένους, μία ἠθική πού ἀναδίδεται σάν ἔνστικτο, σάν ὁρμή, ἀναδύεται ἀκριβῶς μέ τή δύναμη τοῦ πάθους[10].

            Ὅλος ὁ Κάλβος βρίσκεται στίς ὠδές. Ὅλος ὁ κραδασμός, ὅλος ὁ ἀντίκτυπος πού ξύπνησε στήν ψυχή του τό Εἰκοσιένα, ὑπάρχει αὐτούσιος στίς ἐπικές ὠδές του. Ἡ ψυχή τοῦ ποιητῆ συγκλονίζεται ἀπό σφοδρά πάθη, ἡ ἔκφραση τῶν ὁποίων βασανίζει καί ἀνατρέπει τούς συνήθεις τρόπους διατυπώσεως τοῦ ἀνθρώπινου λόγου. Συμβαίνει ἔτσι πολλές φορές νά ἀναστρέφει τή φυσική σειρά τοῦ λόγου, ἐνῷ ἄλλες φορές ἀφήνει τόν λόγο ἀσύνδετο νά ἐκφράζει τό πάθος πού πλημμυρίζει τήν ψυχή τού[11]. Ἡ ἔξαρση του εἶναι ἀδιάπτωτη. Σχεδόν ποτέ δέν χαλαρώνει ὁ τραχύς, ἀρρενωπός τόνος τῆς ὀργῆς, τοῦ μίσους ἀλλά καί τῆς ἀγάπης γιά τήν Πατρίδα. Στήν ποίηση τοῦ Κάλβου, τό πάθος δέν εἶναι πλαστό καί τό λυρικό ξετύλιγμα δέν καταντᾶ ποτέ ρητορεία[12]. Ὁ πατριωτισμός τοῦ ποιητῆ εἶναι τόσο εὐαίσθητος καί τρυφερός, γνήσιος καί καθαρός πού δέν ἀφήνει χῶρο γιά καμμία σκιά ἰδιοτέλειας ἤ ἀμφιβολίας:

Ὤ Ἑλλάς! – ὤ πατρίς μου!

ἐλπίδων γλυκυτάτων

μήτηρ! σέ βλέπω ἀκόμα

ζῶσαν καί μαχομένην,

καί ἀναλαμβάνω.  (ιθ΄)

                                        («Τό Φάσμα»)

            Τό ἐπιθυμητικό τῶν ἀγωνιζομένων πρέπει νά ἀναφλεγεῖ, γι’ αὐτό, ἐκτός ἀπό τήν ἐλευθερία, ὡς ἀντικείμενο τοῦ πόθου, προβάλλεται καί ἡ δόξα, τό χάρισμα τῆς ἀθανασίας, πού ἔχουν νά λαμβάνουν θυσιαζόμενοι στούς ἀγῶνες ὑπέρ τοῦ Γένους:

Ὅποιος τήν δάφνην θέλει

ἀθάνατόν της δόξης,

ὅποιος δάκρυα διά τ’ ἔθνος του

ἔχει, διά δέ τήν μάχην

νοῦν καί καρδίαν·

 

ἄς ἔκβη αὐτός  (κθ΄)

                                           («Τά Ἡφαίστεια»)

Στήν ἠθική του Κάλβου, ὁ πόθος τοῦ ἐπιθυμητικοῦ γιά τήν ἐλευθερία, τήν ἀρετή καί τή δόξα, συνυφαίνεται ἁρμονικά μέ τό μίσος πού γεννάει τό θυμοειδές κατά τῆς ἀδικίας καί τῆς ξένης τυραννίας, ἀλλά καί μέ τό πάθος γιά ἐκδίκηση:

Φοβερόν, μυσαρόν

θρέμμα σκληρᾶς Ἀσίας,

Ὀθωμανέ (ιστ΄)

                                               («Εἰς Δόξαν»)

Ὤ λαιμοί τῶν ἀθώων

παιδιῶν μας, ὤ πλευρά

σεβάσμια τῶν μητέρων,

γερόντων κόμαι εἰς τ’ αἷμα

ἀθλίως βρεγμέναι! (ιζ΄)

                                                  («Εἰς Χίον»)

Ὁ οἶστρος του ὅμως αὐτός, δέν εἶναι ἀχαλίνωτος. Πάνω ἀπό τό ταραγμένο ἐπιθυμητικό καί θυμοειδές του, ἔχει θέση κυβερνήτη καί ἡγεμόνα τό «ἦθος τοῦ νοῦ», πού δίνει στό πάθος ὑψηλό καί σοβαρό τόνο, καθοδηγώντας καί ταυτόχρονα τροφοδοτώντας το:

Σοβαρόν, ὑψηλόν

δόσε τόνον, ὤ Λύρα·

λάβε ἀστραπήν, καί ἦθος

λάβε νοός, ὑμνοῦμεν

ἔνδοξον ἔργον.  (α΄)

                                                    («Εἰς Πάργαν»)

            Ἡ ἀκαταμάχητη ἀνδρεία, γέννημα τοῦ θυμοειδοῦς, ταυτίζεται μέ τήν ἀρετή, φυγαδεύοντας κάθε πάθος δειλίας, ἀλλά καί κάθε ἐπιθυμία γιά πλουτισμό, ἀπόκτηση ἀξιωμάτων ἤ προσωπική προβολή, καθώς καί κάθε παθητικότητα πού μπορεῖ νά γεννήσει στήν ψυχή ἡ ἐλπίδα τῆς συνδρομῆς τῶν «ξένων προστατῶν»:

Καλήτερα, καλήτερα

διασκορπισμένοι οἱ Ἕλληνες

‘νά τρέχωσι τόν κόσμον,

μέ ἐξαπλωμένην χεῖρα

ψωμοζητοῦντες·  (γ΄)

 

Παρά προστάτας ‘νἄχωμεν.

Μέ ποτέ δέν ἐθάμβωσαν

πλούτη ἤ μεγάλα ὀνόματα,

σκήπτρων ἀκτῖνες. (δ΄)

                                           («Αἱ Εὐχαί»)

            Στό θυμοειδές τοῦ ἐπαναστατημένου ἀγωνιστῆ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά εἰσέλθει τό πάθος τῆς δειλίας καί τοῦ φόβου, ὑποσκελίζοντας τόν δυναμισμό τῆς τόλμης καί τῆς ἀνδρείας, καί αὐτό ὁ Κάλβος τό γνωρίζει. Γι’ αὐτό καί προειδοποιεῖ:

Ὅσοι τό χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αἰσθάνονται,

ζυγόν δουλείας ἄς ἔχωσι·

θέλει ἀρετήν καί τόλμην

ἡ ἐλευθερία.

                                            («Εἰς Σάμον»)

Ὅπως προειδοποιεῖ καί γιά τήν ἀποφυγή τοῦ πάθους τῆς διχόνοιας καί τοῦ ἀδελφικοῦ μίσους:

Ἄς παύσωσ’ ἡ διχόνοιαι

ποῦ ρίχνουσι τά ἔθνη

τυφλά, ὑπό τά σκληρότατα

νύχια τῶν ἀγρύπνων

δολίων τυράννων.(β΄)

                                                                («Ὁ Βωμός τῆς  Πατρίδος»)

            Ὁ ποιητής παρουσιάζει τόν Θεό, νά στέκεται δίπλα στό βασανιζόμενο ἔθνος, νά δίνει φτερά στήν ψυχή τῶν ἀγωνιστῶν, νά ἐνισχύει τρόπον τινά τό πάθος τους γιά τήν ἐλευθερία καί νά τούς στεφανώνει τό μέτωπο μέ δόξα:

Μία δύναμις οὐράνιος

εἰς τήν ψυχήν σας δίδει

πτερά ἐλαφρά, καί ὑψώνεται

λαμπρόν τό μέτωπόν σας

ὑπέρ τήν νύκτα.  (θ΄)

                                                                                    («Εἰς Ἐλευθερίαν»)

            Στόν ψυχισμό ἑπομένως τοῦ Κάλβου, ὅπως ἀναδύεται μέσα ἀπό τήν μεγαλειώδη του ποίηση, συνυπάρχει παράδοξα καί θαυμαστά ἡ ἀπάθεια μέ τό πάθος. Τό πάθος μεταμορφώνεται, χωρίς νά χάσει στό παραμικρό τήν ὁρμή του, μεταγγιζόμενο, ἀπό τήν ὑλική στήν πνευματική σφαίρα. Στίς Ὠδές του, κάθε πόθος ζωικῆς ἐνέργειας ἔχει μετατραπεῖ σέ καθαρό πάθος ὕψους καί ἀρετῆς[13], πού ἐμπλουτίζει μέ τόν δυναμισμό του τή βίωση τῆς ἀπάθειας, ἐνῷ ἔχει τή δύναμη νά φυγαδεύει κάθε ξένη ἀρνητική ροπή ἤ τάση, διαφυλάσσοντας ἀκέραιά τη δομή τῆς ἀπάθειας. Εἶναι πάθος ἀνεπίληπτο, ἐνάρετο, ἱερό, πού ἡ ἡδονή τοῦ συνίσταται στή βίωση τοῦ ἐσωτερικοῦ του μεγαλείου. Γι’ αὐτό ὁ ποιητής πού τό βιώνει, ὄχι μόνο δέν ἐπαισχύνεται γι’αὐτό, ἀλλά θέλει νά τό μεταγγίσει καί στούς συμπατριῶτες του:

Ἐδῶ ἄς καθιερώσωμεν

τά πάθη μας προθύμως·

τ’ ἄρματα ἡμεῖς ἀδράξαμεν

μόνον διά νά πληγώσωμεν

τοῦ Ὀσμᾶν τά στήθη  (δ΄)

                                                                                    («Ὁ Βωμός τῆς Πατρίδος»)

            Τό ρῆμα «καθιερώνω» προέρχεται ἀπό ἀρχαῖο «καθιερῶ», πού σημαίνει ἀφιερώνω στόν Θεό, καθαγιάζω[14]. Αὐτό τό νόημα λαμβάνει στήν τελευταία στροφή ἀπό τόν «Βωμό τῆς Πατρίδας». Ὁ ποιητής καλεῖ τούς ἀγωνιζόμενους συμπατριῶτες του, νά θυσιάσουν ὅλες τίς δυνάμεις τοῦ ἐπιθυμητικοῦ καί τοῦ θυμοειδοῦς τους στόν ἀγώνα τῆς Πατρίδας γιά τήν ἐλευθερία. Ἐπειδή ὁ σκοπός εἶναι ἱερός καί δίκαιος, ἡ συγκέντρωση ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς καί ἡ ἀφιέρωσή τους σ’ αὐτόν τόν σκοπό, φανερώνει μία προοπτική μεταμορφωτική. Διότι οἱ ὁρμές αὐτές, ἐν ὄψει τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ πού ἐπιτελεῖται, ἐξαγνίζονται, ἀποκαθαίρονται ἀπό κάθε ἀρνητικό στοιχεῖο, θυσιάζονται στόν «Βωμό τῆς Πατρίδας» καί τελικά ἐξαγιάζονται.

            Τό πάθος στήν ἠθική τοῦ Κάλβου, πού ἀναδεικνύεται ὡς ἡ ἐπικρατοῦσα ἠθική τοῦ Ἀγώνα, εἶναι δύναμη ἀρετῆς. Γεννιέται σέ μία ψυχή πού ἔχει καθαρθεῖ ἀπό τά χαμερπῆ πάθη, ἀποκτώντας ἀγέρωχη καί ὑπερήφανη διάθεση ἀπέναντι σέ αὐτά. Τέτοια ἦταν ἡ ψυχή τοῦ Κάλβου, πού ἀντιμετωπίζοντας τόν θάνατο (τῆς μητέρας, τῆς συζύγου, τῆς κόρης του), ἔμαθε νά στέκει ἄφοβος καί ἀπαθής ἀπέναντι στόν μεγαλύτερο ἐχθρό της ἀνθρώπινης φύσης (στήν ὠδή «Εἰς Θάνατον», ἡ ἴδια ἡ θανοῦσα μητέρα τοῦ παρουσιάζεται στόν ποιητή, γιά νά τοῦ διδάξει νά μή φοβᾶται τόν θάνατο). Ὁ ἀγώνας τῶν συμπατριωτῶν του γιά ἐλευθερία, ἡ θυσία τοῦ Ἱεροῦ Λόχου, ἡ σφαγή τῆς Χίου, τό ὁλοκαύτωμα τῶν Ψαρῶν, ἡ ἐκδίκηση τοῦ Κανάρη, τά θαυμαστά κατορθώματα τοῦ ἀγώνα, σάν βέλη πληγώνουν τήν ψυχή τοῦ ποιητῆ, εἰσχωροῦν μέσα της σάν ἀκίδα, μεταγγίζοντάς της τή δύναμη τοῦ πάθους τους.

            Πρόκειται γιά ἕνα πάθος, πού δέν ὑποδουλώνει,  ὅπως τά ἄλλα χαμερπῆ πάθη τόν ἄνθρωπο σέ κάτι κατώτερό του. Ὡς ἐνθουσιώδης δύναμη ἀρετῆς καί ἀνδρείας, ὑποτάσσει τόν φορέα του σέ κάτι ἀνώτερο, σέ κάτι ἀληθινά ὑψηλό. Σέ ἀντίθεση μάλιστα μέ τά πάθη τῆς κακίας, φέρει μέσα του τόν χαρακτήρα τῆς ἀνιδιοτελοῦς θυσίας. Εἶναι ἕνα πάθος πού, ὅταν κυριαρχήσει στόν ἄνθρωπο, δέν ἐκβάλλει ἀπό τή θέση της τήν ἀπάθεια, ἀντίθετα τήν ἐμπλουτίζει μέ τόν δυναμισμό του, τήν ὀχυρώνει καί τήν ἀσφαλίζει. Ὑπ’ αὐτήν τήν προοπτική, τό «δέ μέ θαμβώνει πάθος κανένα» μπορεῖ ἁρμονικά καί ἀβίαστα νά συνυπάρχει μέ τό «Ἐδῶ ἄς καθιερώσωμεν τά πάθη μας προθύμως».

            Μέ τήν προσέγγιση αὐτή, δίδεται ἀπάντηση στό ἐρώτημα ἄν ὁ Κάλβος ὑπῆρξε ποιητής της ἀπάθειας ἤ τοῦ πάθους: ἡ ἀλήθεια βρίσκεται τελικά κάπου στή μέση. Ἡ ἀπάθεια μπορεῖ νά συνυπάρξει μέ τό πάθος, ὅταν αὐτό, μακριά ἀπό κάθε σκιά κακίας ἤ ἰδιοτέλειας, τελετουργεῖ ἕναν ἀληθινά ὑψηλό σκοπό. Ὁ πόθος γιά τόν ὑψηλό αὐτό σκοπό, τραυματίζει σάν βέλος τήν ψυχή, πλημμυρίζοντας την μέ ἕνα πάθος ἐνάρετο καί ἀνεπίληπτο. Τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμοειδές τότε τοῦ ἀνθρώπου, ἀφιερωμένα στόν βωμό τοῦ ὑψηλοῦ σκοποῦ, καί καθοδηγούμενα ἀπό τό Κάλβειο «ἦθος νοός», ἐξαγνίζονται καί τελικά ἐξαγιάζονται.

            Τά πάθη αὐτά, πού ξύπνησε ξάφνου ἐντός του ὁ ἐθνικός ξεσηκωμός, τραγούδησε ὁ Κάλβος μέ τίς εἴκοσι στόν ἀριθμό Ὠδές του, μέ λίγους στίχους καί σέ ἐλάχιστο χρονικό διάστημα. Στό τέλος τῆς συλλογῆς τῶν Ὠδῶν, ὁ ποιητής σημειώνει: «εἰς τό ἐρχόμενον ἔτος, ἐάν μοῦ φθάσῃ ἡ ζωή…θέλω ὡς παράδειγμα προβάλει στίχους ἡρωικούς ὑμνοῦντας τούς κατά τῶν ἀνηλεῶν τυράννων τῆς πατρίδος θριάμβους του Σταυροῦ. Κατὰ δέ τό παρόν ἄλλους παρά τούς ἄνωθεν δέν δύναμαι νά προσφέρω». Ὅταν ἡ Πατρίδα ἐλευθερώθηκε, ὅταν τά θαυμαστά κατορθώματα τῶν ἡρώων ἔπαυσαν, ὁ ποιητής παύει νά γράφει στίχους. Τό πάθος ἔχει πιά σβήσει καί μαζί του  ὁ ποιητικός λόγος τοῦ ποιητῆ. Ὁ Κάλβος ἐπιστρέφει στή σιωπή του, στήν ὁποία θά μείνει πιστός μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του, καθώς κανένα ἄλλο πάθος πλέον, τόσο ὑψηλό, τόσο μεγαλειῶδες, δέν θά μπορέσει νά  συγκινήσει καί νά εμπνεύσει τήν περήφανη ψυχή του.

 

 

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Γ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠΤ. 2010



[1] Βλ. Κωνσταντίνου Τσάτσου, Κάλβος ὁ ποιητής τῆς ἰδέας, στό ἀφιέρωμα τῆς Νέας Ἑστίας «Ἀνδρέας Κάλβος, Ἡ ἐπιστροφή στήν Πατρίδα», Ἀθήνα 1960, σελ. 221

 

[2] Βλ. Νάσου Βαγενᾶ, Ἡ παραμόρφωση τοῦ Κάλβου, στήν ἔκδοση «Εἰσαγωγή στήν Ποίηση τοῦ Κάλβου», Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 1999, σελ. 299

[3] Βλ. Νίκου Ματσούκα, Τό Πρόβλημα τοῦ Κακοῦ (Δοκίμιο Πατερικῆς Θεολογίας), Ἐκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 138

 

[4] Βλ. Ὀδυσσέα Ἐλύτη, Ἀνοιχτά Χαρτιά, Δεύτερη ἔκδοση, Ἐκδόσεις Ἴκαρος, σελ. 51-52

[5] Βλ. Κώστα Στεργιόπουλου, «Ἡ ἐσωτερική περιπέτεια τοῦ Κάλβου» στήν ἔκδοση «Εἰσαγωγή στήν Ποίηση τοῦ Κάλβου», Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο  1999, σελ. 186

 

[6] Ὅ.π. σελ. 193

[7] Βλ. Κ. Δημαρᾶ, «Πηγές τῆς  ἔμπνευσης τοῦ Κάλβου», στήν ἔκδοση «Εἰσαγωγή στήν Ποίηση τοῦ Κάλβου», Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 1999, σελ. 160

 

[8] Βλ. Ὀδυσσέα Ἐλύτη, Ἀνοιχτά Χαρτιά, Δεύτερη ἔκδοση, Ἐκδόσεις Ἴκαρος, σελ. 58

[9] Βλ. Τέλλου Ἄγρα, Ἀδρέας Κάλβος, στήν ἔκδοση «Εἰσαγωγή στήν Ποίηση τοῦ Κάλβου», Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 1999, σελ. 40

 

 

[10] Βλ . τήν κριτική τοῦ Κλ. Παράσχου, στήν ἔκδοση  «Ἀνδρέα Κάλβου-Ἅπαντα», Ἐκδόσεις «Κερύνεια», Λευκωσία  1988, σελ. 141

 

 

[11] Βλ.  τήν κριτική τοῦ Γ. Κουρμούλη, στήν ἔκδοση  «Ἀνδρέα Κάλβου-Ἅπαντα», Ἐκδόσεις «Κερύνεια», Λευκωσία 1988, σελ. 141

 

[12] Ὅ.π. σελ. 142

[13] Βλ. Κώστα Στεργιόπουλου, «Ἡ ἐσωτερική περιπέτεια τοῦ Κάλβου» στήν ἔκδοση «Εἰσαγωγή στήν Ποίηση τοῦ Κάλβου», Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο  1999, σελ. 191

 

 

[14] Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικόν τῆς Νέας Ἑλληνικής Γλώσσας, Β’ἔκδοση, 2005

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα