Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: λζ΄. Ἔβλεπε ἄνθρωπο στήν Ἀμερική

λζ΄. Ἔβλεπε ἄνθρωπο στήν Ἀμερική

     Μαρ­τυ­ρί­α π. Ἰ­ω­άν­νου Νιρ­γι­α­νά­κη: «Στήν Ἀ­θή­να ζοῦ­σε μί­α οἰ­κο­γέ­νεια Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νῶν, τοῦ κ. Κων­σταν­τί­νου Βου­δού­ρη καί τῆς κ. Δέ­σποι­νας μέ τέσ­σε­ρα χα­ρι­τω­μέ­να παι­διά (δύ­ο ἀ­γό­ρια καί δύ­ο κο­ρί­τσια), τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­το τα­κτι­κά μέ τήν μη­τέ­ρα τους, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ἁ­γί­α. Ὁ πατέ­ρας εὑ­ρί­σκε­το στήν Ἀ­με­ρι­κή, για­τί ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἡ δουλειά του. Ὅ­ταν τά παι­διά τε­λεί­ω­σαν ἐ­δῶ τίς πρῶ­τες σπου­δές τους, με­τε­κό­μι­σαν στήν Ἀ­με­ρι­κή γι­ά νά συ­νε­χί­σουν τίς σπου­δές τους.

»Τε­λει­ώ­νον­τας τό Λύ­κει­ο ἡ κό­ρη μου Νε­κτα­ρί­α, μᾶς πα­ρε­κά­λε­σαν ἡ ἁ­γί­α αὐ­τή ἡ οἰ­κο­γέ­νεια νά τήν στεί­λω­με στήν Ἀ­με­ρι­κή, γι­ά νά κά­νη σπου­δές πού δέν μπο­ροῦ­σε νά κά­νη ἐ­δῶ. Ἡ Νε­κτα­ρί­α τό ἤ­θε­λε αὐ­τό κι ἐ­γώ λό­γῳ ἐ­γω­ϊ­σμοῦ ἐν­θου­σι­ά­σθη­κα, ἡ πρεσβυ­τέ­ρα ὅ­μως ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἀρ­νη­τι­κή. Δέν πή­γα­με νά πά­ρη τήν εὐ­χή τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος καί ἡ Νε­κτα­ρί­α ἔ­φυ­γε γι­ά τήν Ἀ­με­ρι­κή (στό Πογ­και­λάντ, προ­ά­στιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης)· ἐ­νε­γρά­φη σ᾽ ἕ­να ἀ­πό τά με­γα­λύ­τε­ρα Πα­νε­πι­στή­μια τῶν Η.Π.Α, μέ ἀν­τι­κεί­με­νο σπου­δῶν ”Κλι­νι­κή Ψυ­χο­λο­γί­α­”.

»Ἐ­πι­κοι­νω­νού­σα­με μέ τό τη­λέ­φω­νο τα­κτι­κά καί ἡ Νε­κτα­ρί­α χω­ρίς πο­λύ ἐν­θου­σια­σμό, μᾶς ἀ­νάπαυε τόν λο­γι­σμό μας ὅ­τι ὅ­λα θά πᾶ­νε κα­λά.

»Ὅ­ταν εἶ­χαν πε­ρά­σει ἑ­πτά μῆ­νες, πῆ­γα στόν Γέρον­τα (ὅ­λους αὐ­τούς τούς μῆ­νες δέν εἶ­χα πά­ει), μέ δέ­χθη­κε ὅ­πως πάν­το­τε μέ με­γά­λη χα­ρά καί ἄρ­χι­σε νά μέ ἀ­να­κρί­νη λε­πτο­με­ρῶς. ”Τί κά­νει ἡ Νε­κτα­ρί­α, πά­τερ Ἰ­ω­άν­νη, τί κά­νει ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα­” καί ρωτοῦσε ὀ­νο­μα­στι­κά γιά τό κά­θε παι­δί. Καί ἐ­νῶ κά­θε φο­ρά μέ ρω­τοῦ­σε γι­ά τόν Μι­χά­λη πού περ­νοῦ­σε ἔν­το­να τήν ἐ­φη­βεί­α, ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή μέ ξα­να­ρώ­τη­σε λί­γο ἔν­το­να, ”ἡ Νε­κτα­ρία τί κά­νει, πά­τερ Ἰ­ω­άν­νη;”. Τοῦ ἀ­παν­τῶ:

— Γέ­ρον­τα, ἡ Νε­κτα­ρί­α βρί­σκε­ται στήν Ἀ­με­ρι­κή.

»Γι­ά πρώ­τη φο­ρά με­τά ἀ­πό τό­σα χρό­νι­α τόν εἶ­δα λίγο θυ­μω­μέ­νο, λέ­γον­τάς μου:

— Τί κά­νει στήν Ἀ­με­ρι­κή;

— Γέ­ρον­τα, τήν πῆ­ρε ἐ­κεῖ μί­α πνευ­μα­τι­κή οἰ­κο­γέ­νει­α γι­ά νά σπου­δά­ση.

— Δέν μοῦ λές, πά­τερ Ἰ­ω­άν­νη: Τήν Νε­κτα­ρί­α τήν ἔ­στει­λες μό­νη της στήν Ὁ­μό­νοι­α πο­τέ;

— Ὄ­χι, Γέ­ρον­τα.

— Νά πᾶς ἀ­μέ­σως νά τήν πά­ρης, γι­α­τί ἡ Νε­κτα­ρί­α θά τρελ­λα­θῆ. Ἀ­κοῦς τί σοῦ λέ­γω;

»Ἔ­φυ­γα, κά­νον­τας ἕ­ναν ἀ­παί­σι­ο λο­γι­σμό:  ”Σή­με­ρα ὁ Γέ­ρον­τας δέν ἦ­ταν πνευ­μα­το­φό­ρο­ς”.

»Ἔρ­χο­μαι στήν Ἀ­θή­να, πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση τῆς πρεσβυ­τέ­ρας, ”τί σοῦ εἶ­πε ὁ Γέ­ρον­τας γι­ά τήν Νε­κτα­ρί­α;”. Ἐ­γώ ὅ­πως πάν­το­τε ”ἐξυπνάκιας”, ἀ­πάν­τη­σα μέ ἀ­πρε­πῆ τρό­πο.

— Ὁ Γέ­ρον­τας σή­με­ρα δέν εἶ­χε φόρ­μα.

— Θά δοῦ­με, λέ­ει ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα, ποι­ός θά δι­και­ω­θῆ τε­λι­κά. Ὁ Γέ­ρον­τας, ἀ­π᾽ ὅ­,τι μοῦ εἶ­πες, εἶ­ναι ἤ­δη ἀν­τί­θε­τος. 

»Με­τά ἀ­πό ἕ­να μῆ­να κτυ­πά­ει τό τη­λέ­φω­νο στίς 12 ἡ ὥ­ρα τά μεσάνυχτα. Ἀ­κού­ω τήν Νε­κτα­ρί­α πού ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρῶς χω­ρίς δι­α­κο­πή, νά μοῦ λέ­γη: ”Μπαμπᾶ, εἶ­μαι ἡ Νε­κτα­ρί­α, σέ πα­ρα­κα­λῶ νά ἔλ­θης νά μέ πά­ρης, γι­α­τί θά τρελ­λα­θῶ­”. Ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τά ἴ­δι­α λό­γι­α πού μοῦ εἶ­πε ὁ ἅ­γι­ος Γέ­ρον­τας.

»Ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα ξύ­πνη­σε πα­νι­κό­βλη­τη, δι­ό­τι κάτι κα­τά­λα­βε, μέ ρώ­τη­σε τί ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει, τῆς εἶ­πα ὅ­λη τήν ἀ­λή­θεια καί μέ πολ­λά δά­κρυ­α μοῦ εἶ­πε: ”Αὔριο τό πρωΐ νά φύ­γης στήν Ἀ­με­ρι­κή νά φέ­ρης τό κο­ρί­τσι, καί δέν μοῦ χρει­ά­ζον­ται σπου­δέ­ς”.

»Πῆ­γα, ἔ­φε­ρα τό κο­ρί­τσι σχε­δόν πε­θα­μέ­νο, καί ἔ­κα­νε δύ­ο χρό­νια νά συ­νέλ­θη. Ὁ παπ­πού­λης προ­σευ­χό­ταν συ­νέ­χεια, καί μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ἔ­γι­νε κα­λά καί ἄρ­χι­σε νά κοι­νω­νι­κο­ποι­ῆ­ται ἐν Χρι­στῷ. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά δη­μι­ουρ­γή­ση οἰ­κο­γέ­νεια καί νά ἀ­πο­κτή­ση παι­διά, τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πε­ραγαποῦ­σε.

»Παν­τρεύ­τη­κε μέ ἕ­ναν κα­λόν ἄν­θρω­πο, κα­θη­γη­τή Θε­ο­λο­γί­ας, ἀλ­λά καί ἄ­ρι­στο ἁ­γι­ο­γρά­φο.

»Ἡ Νε­κτα­ρί­α με­τά τόν γά­μο της κα­θυ­στέ­ρη­σε νά τε­κνο­ποι­ή­ση, ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­χε πλέ­ον κοι­μη­θῆ, καί ἡ Νε­κτα­ρί­α ἄρ­χι­σε νά ἀγ­χώ­νε­ται. Τῆς εἶ­πα λοι­πόν, νά πά­η στόν τά­φο τοῦ παπ­πού­λη, νά τόν πα­ρα­κα­λέ­ση καρ­δια­κά κι ἐ­κεῖ­νος θά ἐ­νερ­γή­ση τά δέ­ον­τα, τώ­ρα μά­λι­στα πού βλέ­πει ἀ­πό κον­τά τόν Χρι­στό. Ἔ­τσι καί ἔ­γι­νε· πῆ­γε στόν τά­φο τοῦ παπ­πού­λη καί τόν ἑ­πό­με­νο μῆ­να ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος. Ἔ­χει τώ­ρα ἕ­ξι παι­διά, τοῦ Θε­οῦ, τρί­α ἀ­γό­ρια καί τρί­α κο­ρί­τσια πο­λύ χα­ρι­τω­μέ­να».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4 ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 167-169

Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις