
Μαρτυρία κυρίας Ἄννης Δ. Χαντζάρα, ἰατροῦ: «Μία συνάδελφός μου ἰατρός ἦταν ”μπερδεμένη”. Εἶχε μπλεχτῆ στά δίχτυα ἑνός Γκουρού, ἀλλά ταυτόχρονα ἐξεδήλωνε τήν ἐπιθυμία νά γνωρίζη Γέροντες τῆς Ἐκκλησίας μας. Τῆς μίλησα γιά τόν ὅσιο γέροντα Ἰάκωβο, ἀλλά συνεχῶς ἀνέβαλλε νά τόν γνωρίση. Κάποτε, μετά ἀπό ἕνα σοβαρό γεγονός στήν ζωή της, ἀποφάσισε νά τόν ἐπισκεφθῆ μαζί μέ ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Ἦταν τριήμερο τῆς Καθαρᾶς Ἑβδομάδος τό ἔτος 1990. Στό Μοναστήρι εἶχαν καταφθάσει τρία λεωφορεῖα μέ προσκυνητές. Ὅταν ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά δοῦν τόν Γέροντα στό κελλάκι του, ὁ μακαριστός πλέον π. Κύριλλος, ὁ ὑποτακτικός του, τούς ἀπέτρεψε: ”Μά, τί λέτε τώρα, ὁ Γέροντας εἶναι ἄρρωστος. Σήμερα κατακουράστηκε ἀπ᾽ τόν κόσμο…”. Ἑτοιμάζονταν νά φύγουν,ὅταν ξαφνικά ὁ γέροντας Ἰάκωβος ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί χωρίς νά τούς γνωρίζη εἶπε: ”Ἄφησέ τους νά περάσουν”. Ἡ συζήτηση μαζί του διήρκεσε τρεῖς ὧρες καί κάτι. Ἔκτοτε ἡ κοπέλλα ἀποδεσμεύτηκε ἀπό τόν Γκουρού προβληματισμένη, μετά τήν τόσο σημαντική γνωριμία της μέ τόν Γέροντα…».
