
Μαρτυρία π. Παύλου Τσουκνίδα: «Τόν γέροντα Ἰάκωβο Τσαλίκη τόν γνώρισα ἀπό ἕναν ἱερομόναχο τό ἔτος 1987, τόν ἔκανα Πνευματικό καί πήγαινα, ὡς λαϊκός πού ἤμουν τότε, μέ τό αὐτοκίνητό μου ἀπ᾽ τήν Καρδίτσα στό μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, γιατί ἀναπαυόμουνα πολύ μέ τήν ἐξομολόγηση στόν μακαριστό Γέροντα.
»Μία μέρα πού πῆγα μέ τόν ἱερομόναχο στήν Ἱερά Μονή νά μείνωμε μερικές μέρες καί νά ἐξομολογηθοῦμε, καθ᾽ ὁδόν ἐνῶ ταξιδεύαμε, πρίν φθάσουμε στίς Ροβιές μετά τήν Λίμνη Εὐβοίας, ὁ ἱερομόναχος πού ἦταν στήν θέση τοῦ συνοδηγοῦ, μοῦ λέει: “Ὁ Ἡγούμενος, ὁ π. Ἰάκωβος, ἔμαθα ὅτι πετάει, ξέρω ἕνα περιστατικό καί εἶναι ἀλήθεια, τό ἄκουσα ἀπό πνευματικούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἄλλα παρόμοια ἀπ᾽ τούς μοναχούς τῆς Μονῆς. Κάποια ἡμέρα ὁ γέροντας Ἰάκωβος πήγαινε μέ τά πόδια στό Μοναστήρι, στόν δρόμο σταμάτησε νά τόν πάρη ἕνα ταξί πού πήγαινε μία οἰκογένεια στό Μοναστήρι νά προσκυνήσουν, εἶπαν στόν Γέροντα καί ὁ ταξιτζής καί ἡ οἰκογένεια νά τόν πάρουν μέχρι τό Μοναστήρι καί ὁ Γέροντας τούς εἶπε, ”πᾶτε ἐσεῖς, ἐγώ θά ᾽ρθῶ μέ τά πόδια σιγά–σιγά”. Ὁ ταξιτζής καί ἡ οἰκογένεια παρεκάλεσαν πολλές φορές τόν Γέροντα νά τόν πάρουν μέχρι τήν Μονή, ἀλλά ἐκεῖνος, παρ᾽ ὅλο πού ἦταν 12 περίπου χιλιόμετρα, τούς εἶπε πάλι ”πᾶτε ἐσεῖς, θά ᾽ρθῶ καί ᾽γώ”. Ἔφυγαν ὅλοι τους στεναχωρημένοι πού δέν κατάφεραν νά πείσουν τόν γέροντα Ἰάκωβο νά τόν πάρουν μαζί τους μέχρι τήν Μονή. Πρός ἔκπληξη ὅλων τους, ὅμως, ὅταν φθάσανε ἔξω ἀπ᾽ τήν πύλη τοῦ Μοναστηριοῦ, ὁ Γέροντας τούς περίμενε στήν πόρτα! Ὁ ταξιτζής καί οἱ προσκυνητές ἔμειναν ἄφωνοι ὅταν τόν εἶδαν. Εἶδες σέ τί μεγάλη μορφή μᾶς φέρνει ὁ Κύριος, παιδί μου Παῦλο, μοῦ λέει ὁ ἱερομόναχος, γιά νά πάρωμε τήν εὐχή του καί νά ἐξομολογηθοῦμε;”.
»Ἐγώ ὅμως μέσα μου εἶχα ἀμφιβολίες καί δέν τό πίστεψα αὐτό πού μοῦ εἶπε ὁ ἱερομόναχος καί ἔλεγα ἀπό μέσα μου, ”πῶς εἶναι δυνατόν νά πέταξε ἀπό τόσο μακρυά; Τί; Πουλί εἶναι ὁ Γέροντας;”.
»Τό βραδάκι μιλοῦσα μέ ἕνα μοναχό, τόν π. Νικόδημο, καί μοῦ διαβεβαίωσε ὅτι εἶδε ὁ ἴδιος προσωπικά, ἀλλά καί ἄλλοι ἀδελφοί τῆς Μονῆς, τόν Γέροντα Ἰάκωβο ἕνα πῆχυ πάνω ἀπό τό ἔδαφος ὅταν λειτουργοῦσε. Πάλι ἐγώ μέ τήν ὀλιγοπιστία μου ἔλεγα μέσα μου, ”καλά, ἀπό τόσο κοντά βλέπουν οἱ καλόγεροι τόν Γέροντα μέσ᾽ τήν ἐκκλησία, πού δέν πατάει στό ἔδαφος, ἀλλά ἀπ᾽ τίς Ροβιές πῶς πέταξε τόσο μακριά, μήπως τά παραλένε;”. Αὐτήν ὅμως τήν ἀπορία μου, ἦρθε νά λύση τό ἑξῆς γεγονός: Μία μέρα, μετά τόν ἐκκλησιασμό στήν Μονή πού ἦταν λειτουργός ὁ γέροντας Ἰάκωβος, ὅταν τελείωσε τήν θεία Λειτουργία, μιλοῦσε ὁ Γέροντας στό προαύλιο τῆς Μονῆς μέ τέσσερα–πέντε ἄτομα προσκυνητές. Ἐγώ καλοπροαίρετα καθόμουν ἐκεῖ δίπλα γιά νά ἀκούω τί λένε, γιά νά ὠφεληθῶ πνευματικά. Ἐκείνη τήν στιγμή ἕνας ἄνδρας τοῦ λέει: ”Θυμᾶσαι, πάτερ Ἰάκωβε, τήν προηγούμενη φορά πού ἦρθα στό Μοναστήρι μέ τό ταξί, εἴπαμε νά σέ πάρωμε ἀπ᾽ τίς Ροβιές πού σέ βρήκαμε στόν δρόμο πεζό καί δέν ἦρθες μαζί μας, ἀλλά ὅταν φθάσαμε στό Μοναστήρι, μᾶς περίμενες ἔξω ἀπ᾽ τήν πόρτα;”. Καί ἐκεῖνος ὁ μακαριστός Γέροντας ἔβαλε τήν παλάμη τοῦ χεριοῦ του στό στόμα του καί τοῦ λέει: ”Σέ παρακαλῶ μήν τά λές, μήν τά λές παιδί μου, νἄχωμε καί λίγο ταπείνωση”. Ὅταν τό ἄκουσα αὐτό τό γεγονός, πῆγα παραπέρα καί ἔκλαιγα γιά τήν ὀλιγοπιστία μου!».
