
λε΄. Παράδοξη βοήθεια
Mαρτυρία π. Ἰωάννου Νιργιανάκη: «Ὅταν ὑπηρετοῦσα στήν Ἁγία Φιλοθέη, τοῦ ὁμωνύμου προαστίου, εἴχαμε ὡς ἐκκλησίασμα τούς πλέον ”ἐπιφανεῖς” κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν π.χ. τόν Πρόεδρο τοῦ Ἀρείου Πάγου, Ὑπουργούς καί ἀνώτατους δικαστικούς.
»Ἐκεῖ διέμενε καί ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Βολτῆς Γεώργιος μέ τήν σύζυγό του Ἀλίκη (ἤδη ἔχει κοιμηθεῖ) καί τά παιδιά τους. Εὐλαβέστατοι ἄνθρωποι, ἀγαποῦσαν τήν Ἐκκλησία καί ἰδιαιτέρως τόν γέροντα Ἰάκωβο.
»Κάποια μέρα, μᾶς πῆρε ἡ προϊσταμένη τοῦ Εἰρηνοδικείου Χαλανδρίου κ. Βασιλική καί πήγαμε στήν Ἱερά Μονή. Μείναμε τό βράδυ ἐκεῖ, τό πρωΐ λειτουργήσαμε μέ τόν Γέροντα, πήραμε τόν καφέ καί ἑτοιμασθήκαμε νά φύγωμε. Κατά συγκυρία, ἦσαν καί ἄλλοι ἀνώτατοι δικαστικοί. Μπήκαμε στό αὐτοκίνητο (ἕνα FORD), τό ὁποῖο δέν ἔπαιρνε μπροστά.
»Ἕνας ὁδηγός τοῦ λεωφορείου πού ἦταν ἐκεῖ ἔκανε ὁρισμένες ἐπεμβάσεις, χωρίς ἀποτέλεσμα. Εἰδοποίησα τόν π. Νικόδημο, πού ὡς λαϊκός ἦταν μηχανικός αὐτοκινήτων, προσπάθησε, δέν ἔκανε τίποτε. Εἰδοποίησε τήν ΕΛΠΑ (ὁδική βοήθεια), ὑπέδειξε στόν π. Νικόδημο τί νά κάνη, δυστυχῶς δέν ἔγινε τίποτε. Εἶπα στόν κ. Βολτῆ νά πάη μέ τούς δικαστικούς πού εἶχαν θέση ἕως τίς Ροβιές (κοντά στή Λίμνη Εὐβοίας) καί μόλις ἔρθει ἡ ὁδική βοήθεια νά περάσωμε νά τόν πάρωμε.
»Ἄρχισε νά βρέχη καί ἡ ἀγωνία μεγάλωνε, χωρίς νά ἔρχεται καί ἡ ὁδική βοήθεια.
»Σπρώξαμε τό αὐτοκίνητο στόν δρόμο πού ἦταν κατηφορικός, μήπως πάρη μπροστά, μόλις τελείωσε ὁ κατήφορος σταμάτησε τό αὐτοκίνητο. Περιμέναμε ἀρκετή ὥρα χωρίς ἀποτέλεσμα.
»Σκέφθηκα σέ κάποια στιγμή νά ἀπευθυνθῶ στόν Γέροντα. Ἐκεῖνος μέ τήν προσευχή του ἴσως μᾶς βoηθοῦσε. Κτύπησα τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ καί ζήτησα συγγνώμη, διότι ἐξομολογεῖτο ὁ μακαριστός Κεφαλληνίας κυρός Προκόπιος. ”Ἅγιε Γέροντα”, τοῦ εἶπα, ”τό αὐτοκίνητο δέν παίρνει μπροστά καί προβλέπεται ταλαιπωρία”.
»Σταμάτησε 10 δευτερόλεπτα τελείως σιωπηλός –μᾶλλον προσευχήθηκε ἐσωτερικά– καί μέ βεβαιότητα μοῦ ἀπαντᾶ: ”Π. Ἰωάννη, μόλις τώρα πῆρε μπροστά”. Βγῆκα καί ἔτρεξα νά δῶ, ἂν πράγματι εἶναι ὄντως ἔτσι. Ἔτρεχε ἡ κόρη τῆς κ. Βασιλικῆς χαρούμενη γιά νά ἐπιβεβαιώση τόν ἅγιο Γέροντα.
»Ρώτησα τήν κ. Βασιλικὴ πῶς ἔγινε τό θαῦμα, κι ἐκείνη μοῦ ἀπάντησε ἐπιγραμματικά: ”Πέρασε ἕνας κύριος ἀπ᾽ ἐδῶ μέ τά πόδια ἐνῶ ἔβρεχε.
— Μείνατε κυρία, μοῦ εἶπε. Θέλετε νά σᾶς βοηθήσω; Τοῦ ἀπαντῶ:
— Ἂν δέν εἶσθε πολύ εἰδικός, ὄχι, γιατί ἔχουν ἀσχοληθῆ ἀρκετοί χωρίς ἀποτέλεσμα.
— Σηκώσετε, σᾶς παρακαλῶ, τό καπώ τοῦ αὐτοκινήτου. Τό σήκωσα, ἄγγιξε κάπου καί μοῦ εἶπε:
— Βάλετε μπροστά, κυρία μου. Τό αὐτοκίνητο πῆρε μπρός. Κατέβηκα νά τόν εὐχαριστήσω. Μόλις δευτερόλεπτα πέρασαν, εἶχε ἐξαφανισθῆ. Ποιός ἦταν ὁ εἰδικός καί ποιός τόν ἔστειλε;”».
λς΄. «Θά κάνετε παιδάκια»
Mαρτυρία π. Ἰωάννου Νιργιανάκη: «Ὅταν ὑπηρετοῦσα στό Νοσοκομεῖο τῆς Ἐκκλησίας (ὑπηρέτησα 18½ χρόνια, μέ τίς ὡραιότερες ἀναμνήσεις ἀπό τήν ποιμαντική τῶν ἀσθενῶν), εἴχαμε ἱεροψάλτη τόν κ. Στέφανο Δημητρόπουλο, δικηγόρο στό ἐπάγγελμα καί οἰκονομολόγο. Μέ τήν σύζυγό του Ἑλένη, ἦταν πνευματικά μου τέκνα. Βαθύτατα θρησκευόμενοι. Ἀγαπημένοι βαθύτατα, ἀλλά ἦσαν ἄτεκνοι γιά μερικά χρόνια. Οἱ γιατροί τούς εἶχαν διαβεβαιώσει ὅτι δέν ὑπῆρχε καμμία ἐλπίδα νά τεκνοποιήσουν.
»Σκέφθηκα τότε νά τούς στείλω στόν γέροντα Ἰάκωβο γιά νά προσευχηθῆ καί νά τούς εὐλογήση. Μόλις τούς εἶδε ὁ ἅγιος Γέροντας, τούς πῆρε στό κελλάκι του, τούς χάϊδεψε τό κεφάλι τους, ἔκανε μέσα του ὀλιγοδευτερόλεπτη προσευχή καί ἐκείνη τήν στιγμή ἔλαμψε ὅλος ὁ αὔλειος χῶρος γύρω ἀπό τόν ναό ἀπό ἄπλετο φῶς πού ἐκπεμπόταν ἀπό ἕνα ἀστέρι φωτεινό.
»Ἐκείνη τήν στιγμή ὁ Γέροντας τούς εἶπε μέ βεβαιότητα: ”Μήν ἀκοῦτε τούς γιατρούς. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι θά κάνετε παιδάκια, διότι τό θέλει ὁ Χριστός στόν ὁποῖον προσεύχεται ὁ ὅσιος Δαυΐδ”. Δέν τούς ἑρμήνευσε, ὅμως, τί ἦταν αὐτή ἡ ἄπλετος φωτοχυσία.
»Ἔφυγαν τά παιδιά μέ μία ἀνέκφραστη χαρά πού προερχόταν ἀπό ἕναν ἀγράμματο Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἀκύρωνε τήν διαβεβαίωση τῶν κορυφαίων ἰατρῶν, ὅτι ἀποκλείεται νά τεκνοποιήσουν.
»Τόν ἑπόμενο μῆνα, ἡ Ἑλένη ἔμεινε ἔγκυος καί οἱ γιατροί ἔμειναν ἄναυδοι. Δέν ἤξεραν φαίνεται ὅτι ”ὅπου βούλεται Θεός, νικᾶται φύσεως τάξις”.
»Μόλις μπῆκε στόν 6ο μῆνα καί ἐνῶ ἐγώ ἔκανα τόν Ἑσπερινό, ἦλθε πανικόβλητος ὁ Στέφανος νά μοῦ πῆ νά πάρω τά Ἄχραντα Μυστήρια καί νά πᾶμε στό Μαιευτήριο, γιατί ἡ Ἑλένη ὁδεύει ὁλοταχῶς πρός τόν θάνατο. Προσβλήθηκε ἀπό ἕνα σπάνιο μικρόβιο, τό ὁποῖο εἶναι θανατηφόρο.
»Ἐγώ, ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψη μου ὅτι ὁ ἅγιος Γέροντας εἶχε διαβεβαιώσει ὅτι θά κάνη ἕνα χαριτωμένο παιδάκι σύντομα, σκέφθηκα ὅτι δέν μπορεῖ ἡ Χάρις τοῦ Χριστοῦ νά διαψεύση τόν Ἅγιο. Τόν παρηγόρησα καί τόν διαβεβαίωσα ὅτι ὅλα θά πᾶνε καλά.
»Γεννήθηκε πράγματι τό παιδάκι, θυμᾶμαι πολύ καλά ὅτι τότε μοῦ εἶπε ὁ πατέρας ὅτι ἦταν 900 γραμμάρια. Πάντως οἱ ἐξετάσεις ἔδειξαν ὅτι δέν λειτουργοῦσε κανένα ἀπό τά ζωτικά ὄργανα σέ κανονικούς ρυθμούς. Οἱ γιατροί περίμεναν τήν κατάληξη τοῦ βρέφους, διαψεύσθηκαν γιά μία φορά ἀκόμη, ἡ ἀνάπτυξη τοῦ παιδιοῦ ἦταν φυσιολογική, ἰατρικά βέβαια ἀνεξήγητη.
»Βαπτίσθηκε καί ὀνομάσθηκε Δαυΐδ, τελείωσε τήν Φιλοσοφική Σχολή, ἔκανε μεταπτυχιακές σπουδές, εἶναι ἕνα ὑγιές παλληκάρι 28 ἐτῶν σήμερα. Ἔχει καί μία ἀδελφή, τήν Ἰφιγένεια, ἡ ὁποία εἶναι φοιτήτρια τῆς Φιλοσοφικῆς. Ἡ μητέρα ἐδῶ καί λίγα χρόνια κοιμήθηκε ἀπό καρκίνο, ἁγία ψυχή».
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕ
