
λα΄. Συνομιλοῦσε μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο
Μαρτυρία ἱερομονάχου Ἰακώβου: «Ἔβλεπε καί συνομιλοῦσε μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο. Μία φορά πού κατέβαινε στήν Ἀθήνα γιά νά πάη στόν γιατρό, ἤμουν μαζί του· μόλις φτάσαμε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο, μοῦ λέει: ”Βάλε καί τό ρασάκι σου, Ἱλαρίωνά μου, γιατί πᾶμε πρός τόν θεῖο Ἰωάννη. Εἶδες στόν στρατό, ὅταν παρουσιάζεται στόν λοχαγό ὁ λοχίας, φορᾶ ἅπασαν τήν στολήν· ἔτσι εἶναι καί μέ τόν Ἅγιο. Νά ἔχωμε σεβασμό, ἀγάπη καί εὐλάβεια”. Ὡς Ἡγούμενος πού ἦταν, ἔπρεπε νά ρίξη αὐτός τά λεπτά γιά νά πάρωμε κερί⋅ ὅμως βγάζει καί μοῦ δίνει καί ἐμένα χρήματα ν᾽ ἀνάψω κερί. Λέω:
— Γέροντα, ἐσεῖς πού εἶστε Ἡγούμενος.
— Ἐγώ θ᾽ ἀνάψω· ἄναψε καί σύ Ἱλαρίωνά μου στόν Ἅγιο γιά τούς γονεῖς σου καί ὅποιον ἄλλον θέλεις. Βλέπομε τήν λεπτότητα καί τήν διάκριση τοῦ Γέροντα, πού δέν ἤθελε νά ξεχωρίζη ἀπό κανέναν.
»Μόλις φτάσαμε πρός τήν λάρνακα, ὁ Γέροντας μοῦ λέει:
— Πάτερ, ζαλίστηκα, ἔχω κάποια ἀναγούλα· μᾶλλον μέ πείραξε τό ταξί. Πές στόν κυρ–Κώστα νά περιμένωμε μισή ὥρα γιά νά συνέλθω καί μετά φεύγομε.
— Νά ᾽ναι εὐλογημένο.
»Μετά ἀπό μισή ὥρα φύγαμε· ὁ Γέροντας ἦταν χαρούμενος καί γεμᾶτος δέος καί συγκίνηση.
»Ἀφοῦ πέρασε ἕνας μήνας, ἐπειδή πολλές φορές πήγαινα τό ἀπόγευμα τόν καφέ τοῦ Γέροντα στό κελλάκι του, μοῦ λέει: ”Ἱλαρίωνά μου, θέλω νά σοῦ πῶ κάτι, ἀλλά δέν θά τό πῆς πουθενά, μόνο μετά τόν θάνατό μου. Κατ᾽ ἀρχάς ζητῶ συγγνώμη καί νά σοῦ φιλήσω τό χέρι γιά ἕνα ψέμα πού σοῦ εἶπα. Εἶναι, πάτερ μου, πνευματικό τό θέμα· θέλει πολλή προσευχή καί διάκριση. Νά ξέρης ὅτι ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος εἶναι ζωντανός καί ὅ,τι τοῦ ζητήσουνε μέ πίστη καί ἀγάπη –καί τό κυριώτερο μέ ταπείνωση–, τό δίνει. Τότε πού πηγαίναμε στήν Ἀθήνα, μόλις ἔφτασα μπρός στήν λάρνακα, βλέπω, πάτερ μου, νά ἀνοίγη ἡ λάρνακα καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης νά βγαίνη. Κάνω ὑπόκλιση τοῦ Ἁγίου καί μοῦ λέει: ”Π. Ἰάκωβε, ἐπιστρέφω σέ λίγο, γιατί πρέπει νά πάω σέ κάποιον ἀσθενῆ…”.
»Ἐγώ γεμᾶτος ἐσωτερική χαρά καί πνευματική κατάσταση, πλήρης Χάριτος Ἁγίου Πνεύματος καί τοῦ Ἁγίου, ἔκανα τόν σταυρό μου, κάθησα δίπλα σ᾽ ἕνα σκαμνάκι, γιά νά συνέλθω δῆθεν ἀπό τήν ζαλάδα καί τόν ἴλιγγο, ὅπως σοῦ εἶχα πῆ, καί προσευχόμουν. Περνοῦσαν ἄνθρωποι, προσκυνοῦσαν τόν Ἅγιο, ἐνῶ ὁ Ἅγιος ἔλειπε ἀπό τήν λάρνακα, ἀλλά γιά νά τὸ δῆς ἔπρεπε νἄχης πνευματικά μάτια. Μετά μισή ὥρα ἔρχεται ὁ Ἅγιος, ἀνοίγει ἡ λάρνακα, μπαίνει ὁ Ἅγιος μέσα, βάζω μετάνοια νά προσκυνήσω καί ἀκούω νά μοῦ λέη ὁ Ἅγιος: ”Πές, π. Ἰάκωβε, τί ἔχεις νά μοῦ πῆς”.
»Ἐγώ εἶπα τί εἶχα νά πῶ στόν Ἅγιο καί μετά ἔφυγα γιά τήν Ἀθήνα μαζί σου μέ τό ταξί. Νά ξέρης, ὁ Ἅγιος εἶναι ζωντανός καί ἡ θρησκεία μας ζωντανή!
»Καί ἄλλες πολλές φορές ὁ Γέροντας ἐξιστοροῦσε γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο καί γιά νά μήν τόν καταλάβουν, ἔλεγε ὅτι κάποιος ἱερομόναχος εἶδε τόν Ἅγιο καί τοῦ εἶπε αὐτό ἤ ἐκεῖνο, ἐνῶ ἦταν ὁ ἴδιος».
λβ΄. Ἤθελε τούς ἱερεῖς μέ γένεια καί μαλλιά
Μαρτυρία π. Ἰωάννου Νιργιανάκη: «Στά πρῶτα χρόνια τῆς Ἱερωσύνης μου ἔκοβα τά μαλλιά μου καί τά γένεια μου. Κάποια στιγμή ὁ Γέροντας μοῦ χάϊδεψε τό κεφάλι, ὁπότε βρῆκα τήν ἀφορμή νά τόν ἐρωτήσω: ”Γέροντα, μήπως δέν κάνω καλά πού κόβω τά μαλλιά μου;”. Ἀπάντησε: ”Μέ συγχωρεῖς, πάτερ Ἰωάννη, μέ τίς τρίχες τῶν μαλλιῶν –μέ συγχωρεῖτε– θά ἀσχολούμεθα τώρα;”. Ἡ εὐαίσθητη ψυχή του δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά ἐλέγξη καί νά στενοχωρήση ἄνθρωπο. Ἀντί γιά τόν ἔλεγχο εἶχε τήν προσευχή μαζί μέ τόν καλό τρόπο.
»Γύρισα στήν Ἀθήνα καί εἶπα στήν πρεσβυτέρα: ”Ὁ Γέροντας δέν θέλει νά κουρεύωμαι”· ὁπότε ἀποφάσισα νά μήν ξανακόψω τά μαλλιά μου. Ὅταν πῆγα πάλι στό Μοναστήρι καί μέ εἶδε μέ τά μακρυά μαλλιά, μοῦ εἶπε: ”Πάτερ Ἰωάννη, σ᾽ ἀγαποῦσα καί πρίν, τώρα ὅμως εἶσαι σάν τόν Μελχισεδέκ”».
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕ
