Tο «Κοινωνικό» (ιστορικολειτουργική θεώρηση)

Υπό Αθανασίου Θ. Βουρλή,  Ομοτίμου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σεβασμιώτατε,

Σεβαστοί πατέρες,

Αξιότιμε κύριε Δήμαρχε,

Αξιότιμοι κύριοι εκπρόσωποι της «Ενωμένης Ρωμιοσύνης», Μουσικολογιώτατοι Άρχοντες, Πρωτοψάλτες, Λαμπαδάριοι και Διδάσκαλοι της Ψαλτικής Τέχνης,

Κυρίες και Κύριοι,

 

1. Επιθυμώ να εκφράσω, εξ αρχής, τις θερμές μου ευχαριστίες προς την Οργανωτική Επιτροπή της αποψινής μουσικολογικής εκδηλώσεως, για την τιμητική πρόσκλησή της, να είμαι ένας εκ των ομιλητών αυτής της ενδιαφέρουσας εθνικοθρησκευτικής και πολιτισμικής συνάξεως.

Σύμφωνα με την επιθυμία της Οργανωτικής Επιτροπής, θα παρουσιάσω ενώπιόν σας το θέμα με τίτλο: «Το ΄΄Κοινωνικό΄΄ (Ιστορικολειτουργική θεώρηση)». Θα μας δοθεί, έτσι, η ευκαιρία, να γνωρίσουμε καλύτερα την σημασία, την ετυμολογία, την ιστορική και λειτουργική χρήση και εξέλιξη τoυ λειτουργικού μας ύμνου που ονομάζεται «Κοινωνικό».

2. Αρχίζω την εισήγησή μου με την απάντηση στο ερώτημα: τί είναι το «Κοινωνικό». Το «Κοινωνικό», ως υμνολογικό κείμενο, είναι ένας στίχος, ή ένα ημιστίχιο από κάποιο ψαλμό του Ψαλτηρίου της Π. Διαθήκης. Σε σπανιότερες περιπτώσεις, είναι ένας καινοδιαθηκικός στίχος, ή ένας αυτόνομος ύμνος-που έχει δημιουργηθεί για συγκεκριμένο εορτολογικό γεγονός-, ή είναι μία υμνητική σύνθεση βιβλικών λέξεων και φράσεων. Αναφέρω μερικά παραδείγματα αυτών των περιπτώσεων:

α. Το «Κοινωνικό» της Δευτέρας: «Ο ποιών τους αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς Αυτού πυρός φλόγα». «Αλληλούια». είναι ολόκληρος ο τέταρτος στίχος του 103ου Ψαλμού.

β. Το «Κοινωνικό» των περισσοτέρων Κυριακών του ενιαυτού: «Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών». «Αλληλούια», είναι το πρώτο ημιστίχιο του πρώτου στίχου του 148ου Ψαλμού. Παραλείπεται, δηλαδή, το δεύτερο ημιστίχιο: «αινείτε Αυτόν εν τοις υψίστοις».

γ. Το «Κοινωνικό» της εορτής των Φώτων (6η Ιανουαρίου): «Επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις». «Αλληλούια», είναι στίχος από την προς Τίτον επιστολή του αποστόλου Παύλου (3,11). Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το της Μεσοπεντηκοστής: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ». «Αλληλούια», το οποίο είναι χωρίο από το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο (6,56).

δ. Το «Κοινωνικό» της Μ. Πέμπτης: «Του Δείπνου σου του μυστικού, σήμερον Υιέ Θεού, κοινωνών με παράλαβε…», δεν είναι ψαλμικός στίχος, αλλά προσευχητικό υμνολογικό κείμενο προσαρμοσμένο στο πνεύμα της Μ. Πέμπτης και στην ιερή στιγμή της συμμετοχής του ιερατείου και των πιστών στο Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το «Κοινωνικό» της Κυριακής του Πάσχα: «Σώμα Χριστού μεταλάβετε πηγής αθανάτου γεύσασθε», το οποίο ψάλλεται και στις Θ. Λειτουργίες της Εβδομάδας της Διακαινησίμου και σε άλλες Κυριακές της περιόδου του Πεντηκοσταρίου.

ε. Τέλος, το αρχαίο «Κοινωνικό» του Μ. Σαββάτου: «Εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος και ανέστη σώζων ημάς», είναι αυτόνομος ύμνος εμπνευσμένος, όμως, από το πρώτο ημιστίχιο του 65ου στίχου του 77ου Ψαλμού: «και εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος», και προσαρμοσμένος στο πνεύμα της Βίβλου και της Ακολουθίας του Μ. Σαββάτου με την προσθήκη της φράσεως: «και ανέστη σώζων ημάς». «Αλληλούια».

 

3. Όσα εκ των «Κοινωνικών» προέρχονται από Ψαλμούς, ή από άλλα βιβλία της Π. και της Διαθήκης, συνοδεύονται πάντοτε στο τέλος από το «Αλληλούια», ενώ όσα είναι εξωβιβλικές συνθέσεις, δεν συνοδεύονται απ’ αυτό. Το «Αλληλούια» είναι εβραϊκή λέξη που απαντάται περισσότερες φορές στην Π. Διαθήκη και ιδιαίτερα στους Ψαλμούς, ως επωδός, ή ως «εφύμνιο», όπως ονομάζεται στην επιστημονική γλώσσα της Υμνολογίας. Το συναντούμε, όμως, και την Κ. Διαθήκη-στο Βιβλίο της Αποκαλύψεως-, ως εσχατολογικό δοξολογικό ύμνο των Αγγέλων και των σεσωσμένων (19,1.3-4.6). Έχει, δηλαδή, χαρούμενο χαρακτήρα κι’ αποκαλυπτικό σκοπό, διδάσκοντας τους ανθρώπους, να μιμούνται το δοξολογικό- έργο των αγίων αγγελικών Ταγμάτων. Γι’ αυτό και το «Αλληλούια» χρησιμοποιείται καθημερινά και διαχρονικά, στην ιουδαϊκή και στη χριστιανική λατρεία Ανατολής και Δύσεως.

Οι περισσότεροι από τους παλαιούς Πατέρες ερμηνεύουν το «Αλληλούια» με τις φράσεις: «αινείτε τον Θεόν», ή «αινείτε τον Κύριον», ή με άλλες φράσεις παρεμφερούς σημασίας. Ο μεταγενέστερος ερμηνευτής και λειτουργιολόγος, άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης (IE΄ αι.), αποδίδει στο «Αλληλούια» μία ενδιαφέρουσα Χριστολογική διάσταση, γράφοντας τα εξής: «Τούτο δε το άσμα, το Αλληλούια,…επιδημίαν (=έλευση) Θεού σημαίνει, και το ΄΄έρχεται ο Θεός, και τούτον αινείτε΄΄ προφητικώς τεθέν και αδόμενον, διά το μέλλειν τον Κύριον έρχεσθαι, και την πρώτην αυτού και την δεύτεραν παρουσίαν, και την χάριν αυτού αεί αποστέλλειν εν ημίν εν αγίω Πνεύματι. Διό και αεί το άσμα τούτο η Εκκλησία μελωδεί, τον Χριστόν λαβούσα, και εξ ουρανού τούτο εκδεχομένη, ως ειρήκαμεν»1 .

 

4. Ετυμολογικά ο όρος, «Κοινωνικό», προέρχεται από το ρήμα «κοινωνώ» που σημαίνει μετέχω τινός, λαμβάνω μέρος σε κάτι, συμμετέχω σε κάτι που έχουν δικαίωμα κι’ άλλοι να μετάσχουν. Αυτό το κάτι-στη λειτουργική μας πράξη-, είναι η Θεία Κοινωνία. Η συμμετοχή μας, δηλαδή, στο Μυστήριο των Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, μέσω του οποίου: α) ο άνθρωπος ενώνεται με τον Ιησού Χριστό και β) εκφράζεται η ενότητα των μελών της Εκκλησίας μεταξύ τους αλλά και με τον Χριστό. Κοινωνούμε σώμα και αίμα Χριστού και γινόμαστε από επί μέρους μέλη, ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιωάν.6,56. Βλ. και τους προηγούμενους στίχους: 48-55).

Ο απόστολος Παύλος γράφοντας προς την Εκκλησία των Κορινθίων ερωτά επιβεβαιωτικά: «Το ποτήριον της ευλογίας ό ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού εστι; Τον άρτον όν κλώμεν, ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού εστιν; Ότι είς άρτος, έν σώμα οι πολλοί εσμεν. Οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α΄ Κοριν.10,16-17 ).

Από τα λεχθέντα φαίνεται ότι ο όρος «Κοινωνικό» έχει άμεση σχέση: α) με συγκεκριμένη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας μας, την Θεία Κοινωνία, και β) με την χρονική διάρκεια που απαιτείται για την συμμετοχή του ιερατείου και των πιστών σ’ Αυτήν. Ας σημειωθεί εδώ ότι τον όρο «Κοινωνικό» τον συναντούμε συνεχώς στους ελληνικούς σωζόμενους χειρόγραφους μουσικούς κώδικες των πρώτων αιώνων της δεύτερης χιλιετίας του Χριστιανισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προϋπήρχε.

5. Οι πληροφορίες μας περί του «Κοινωνικού», για την πρωτοχριστιανική περίοδο είναι σκοτεινές, γιατί οι Χριστιανοί τότε ήσαν διωκόμενοι και θλιβόμενοι. Τελούσαν δε το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας σε κρυφά μέρη και με επιφυλάξεις. Χρησιμοποιούσαν για το σκοπό αυτό ευρύχωρα χριστιανικά σπίτια (Πρβλ. Πράξ. 1,13.42.46), τάφους Μαρτύρων, κοιμητήρια, σπήλαια και κατακόμβες. Δεν είχαν δικούς τους ιερούς Ναούς κι’ επομένως, δεν είχαν την ελευθερία και την άνεση, ώστε να αναπτύξουν τον υμνολογικό τους λόγο και την τέχνη της ψαλμωδίας, όπως επιθυμούσαν. Αυτό συνέβη από τον Δ΄ αιώνα και εξής με την παύση των διωγμών (Διάταγμα των Μεδιολάνων 313 μ. Χ.), την λειτουργική οργάνωση των κατά τόπους εκκλησιών, την ανέγερση Ναών , την αύξηση των Εορτών και την έντονη παρουσία και λειτουργική ζωή του μοναχισμού.

Πιθανολογείται, λοιπόν, ότι στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες-κατά την ώρα της μεταδόσεως της Θείας Κοινωνίας στον ιερό κλήρο και στους πιστούς-, επικρατούσε απόλυτη σιγή, η δε Θ. Μετάληψη μετεδίδετο με μεγάλη προσοχή. Σιγή μεν, λόγω σεβασμού προς το Μυστήριο, ίσως και του φόβου να μη γίνουν αντιληπτοί από τους διώκτες, προσοχή δε, λόγω του διαφορετικού τρόπου μεταλήψεως που ίσχυε τότε, γιατί κοινωνούσαν όλοι- κλήρος και λαός-, πρώτα από το τίμιο σώμα και ύστερα από το τίμιο αίμα κι’ από κοινό ποτήριο. Αυτός ο τρόπος τηρείται σήμερα, ως γνωστόν, μόνον από τον ιερό κλήρο. Σοβαροί κι’ ευνόητοι πρακτικοί λόγοι ασφάλειας, επέβαλαν αργότερα, την ισχύουσα σήμερα χρήση της λαβίδας, για την μετάδοση της Θ. Κοινωνίας στους πιστούς και ιδίως στους ασθενείς και στα μικρά παιδιά.

Από τον Δ΄ αιώνα, που αυξήθηκαν οι Χριστιανοί, μεγάλωσε και η χρονική διάρκεια μεταδόσεως της Θ. Κοινωνίας. Έτσι, η Εκκλησία έκρινε ως ωφέλιμο και πρακτικό, την ψαλμώδηση κάποιου Ψαλμού για την κάλυψη αυτού του λειτουργικού χρονικού διαστήματος. Ο αείμνηστος πανεπιστημιακός λειτουργιολόγος καθηγητής, Ιωάννης Φουντούλης, σε σχετικό με το θέμα μας κείμενό του, σημειώνει μεταξύ άλλων συμπερασματικά τα εξής:

«Ούτω περί τον Δ΄ αιώνα απαντούν αι πρώται μαρτυρίαι περί εισαγωγής εις την λατρείαν του κοινωνικού, ταυτιζομένου πανταχού προς τον λγ΄ ψαλμόν (΄΄Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί καιρώ…΄΄). Η εκλογή του ψαλμού τούτου ωφείλετο εις τον στίχον 9 αυτού (΄΄Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος΄΄) ερμηνευομένου ως αναφερομένου εις την δια της βρώσεως γνώσιν του Κυρίου, ερμηνεία εις την οποίαν υπεβοήθει και η λέξις «χρηστός», ούσα ομόηχος προς το «Χριστός». Επί πλέον και ο στίχος 6 (΄΄προσέλθετε προς αυτόν και φωτίσθητε΄΄) ήτο πρόσφορος δια τον επιζητούμενον συσχετισμόν, ως υπενθυμίζων την προσέλευσιν εις το θυσιαστήριον του Κυρίου και τον εξ αυτού χορηγούμενον φωτισμόν»2.

Το ανωτέρω κείμενο επιβεβαιώνεται από πληροφορίες του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων3 και των Αποστολικών Διαταγών (Η΄ 13), καθώς κι’ από μαρτυρίες των αγίων της Δυτικής Εκκλησίας: Αυγουστίνου, Αμβροσίου Μεδιολάνων και Ιερωνύμου Ρώμης, ότι στις Εκκλησίες τους έψαλλαν τον 33 Ψαλμό κατά την ώρα της Θ. Κοινωνίας4.

Το σημερινό «Κοινωνικό» των αρχαίων Λειτουργιών των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων και του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου: «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος», προέρχεται από τον εν λόγω 33 Ψαλμό5. Με την πάροδο των αιώνων αξιοποιήθηκαν περισσότεροι Ψαλμοί με την επιλογή εκείνων που το περιεχόμενό τους είχε άμεση, ή έμμεση αναφορά, ή συμβολική σημασία σε σχέση με την Εορτή της ημέρας. Τους Ψαλμούς αυτούς έψαλλαν οι δύο Χοροί αντιφωνικά κατά στίχο, ο δε λαός «υπηχούσε»6. Συμμετείχε, δηλαδή, επαναλαμβάνοντας το «ακροτελεύτιο» ή «εφύμνιο» του Ψαλμού, όπως: το «Αμήν» ή το «Αλληλούια», ή άλλο, παρακλητικό και δοξολογικό, όπως: το «Εισάκουσόν μου Κύριε», η το «Ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού» και διάφορα άλλα.

Όταν τελείωνε όλος ο Ψαλμός, τότε έλεγαν την μικρή Δοξολογία: «Δόξα…Και νυν», κι’ επανελάμβαναν ένα μόνο στίχο, ο οποίος έφερε το κεντρικό θεολογικό βάρος του Ψαλμού. Αυτόν τον στίχο έψαλαν με επισημότερο μελωδικό τρόπο, ως «Περισσή», όπως λέγεται στη μουσικολογική γλώσσα7. Κι’ από εκεί πρέπει να αρχίζει και η ιδέα, ή η ανάγκη της μελοποιήσεως των αργών «Κοινωνικών», όπως τα ακούμε σήμερα, για μεγαλύτερη χρονική διάρκεια.

Η, κατά στίχο αρχικά, σύντομη αντιφωνική ψαλμωδία, έδωσε στο «Κοινωνικό» και την ονομασία «Αντίφωνο», ονομασία που έμεινε στη λειτουργική μας πράξη και για άλλους μικρούς ύμνους, των οποίων προηγούνται συνήθως ψαλμικοί στίχοι.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό ότι η συνεχώς εξελισσόμενη-κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα-, σημειογραφία της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μας μουσικής, συνέβαλε τα μέγιστα στην όλη εξέλιξη, μυσταγωγία, ποικιλία και λαμπρότητα της ιεράς ψαλμωδίας μας.

 

6. Τα «Κοινωνικά» του όλου λειτουργικού ετήσιου κύκλου είναι περισσότερα από τριάντα και διακρίνονται σε επί μέρους κατηγορίες ανάλογα με το θεολογικό περιεχόμενο του λόγου τους και την άμεση, ή έμμεση ή συμβολική σχέση που έχουν με την Εορτή της ημέρας, ή τον τιμώμενο Άγιο ή την Αγία. Έτσι, έχουμε τις εξής βασικές ενότητες «Κοινωνικών»:

α. Της εβδομάδας που είναι διαφορετικά κάθε ημέρα και αναφέρονται στα καθ’ ημέραν τιμώμενα πρόσωπα (άγιοι Άγγελοι, τίμιος Πρόδρομος, άγιοι Απόστολοι), ή στα αναμιμνησκόμενα Χριστολογικά γεγονότα (Σταύρωση, εις Άδου Κάθοδος, Ανάσταση).

β. Των Δεσποτικών, Δεσποτικο-Θεομητορικών και Θεομητορικών Εορτών του ενιαυτού.

γ. Των αγίων Αγγέλων.

δ. Των διαφόρων Αγίων, κατά την ιδιαίτερη τάξη τους: Προφήτες και Δίκαιοι, Απόστολοι και Ισαπόστολοι, Μεγαλομάρτυρες, Ιερομάρτυρες και Μάρτυρες, Οικουμενικοί Διδάσκαλοι, Όσιοι, Νήπια, κλπ.

ε. Της περιόδου του Τριωδίου-συμπεριλαμβανομένης και της Μ. Εβδομάδας-, όπου συναντούμε ορισμένα αρχαία «Κοινωνικά», όπως: των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, της Μ. Πέμπτης και του Μ. Σαββάτου.

στ. Των Κυριακών και Εορτών της περιόδου του Πεντηκοσταρίου.

ζ. Τέλος, άλλων Εορτών και Ακολουθιών, όπως: της Ινδίκτου (1η Σεπτεμβρίου) και των Εγκαινίων ιερού Ναού.

Το Τυπικό της Εκκλησίας μας ορίζει, να λέγονται δύο «Κοινωνικά», όταν συνεορτάζεται η Κυριακή με την μνήμη σημαντικού Αγίου της Εκκλησίας μας. Σ’ αυτή την περίπτωση, το πρώτο «Κοινωνικό» ψάλλεται σύντομο και το δεύτερο αργοσύντομο. Εξυπακούεται ότι το «Κοινωνικό» δεν αντικαθίσταται από εόρτια Ιδιόμελα, ή Δοξαστικά Εορτής, ή Καλοφωνικούς ειρμούς, ή ό,τι άλλο υπαγορεύσει η άγνοια και η αυθαιρεσία του ιεροψάλτη (τα τελευταία χρόνια ακούεται και το «Αγνή Παρθένε»), γιατί όλα αυτά είναι εκτός του Χριστοκεντρικού πνεύματος της ιερής λειτουργικής αυτής στιγμής (μετάδοση Θ. Κοινωνίας).

 

7. Το «Κοινωνικό», σύμφωνα με την ισχύουσα Ορθόδοξη κι’ ελληνόφωνη λειτουργική πράξη, ψάλλεται προς το τέλος της Θ. Λειτουργίας από τον αριστερό Xορό μετά την ιερατική εκφώνηση: «Πρόσχωμεν. Τα άγια τοις αγίοις», και την διαλογική απάντηση και ομολογία του δεξιού Xορού: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν».

Παρενθετικά σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι η ιερατική εκφώνηση: «Πρόσχωμεν. Τα άγια τοις αγίοις» είναι πολύ σημαντική, γιατί προειδοποιεί τους πιστούς ότι η μετάληψη των Τιμίων Δώρων δεν είναι για όλους, αλλά μόνον για τους «αγίους». Επισημαίνει, δηλαδή, την ευθύνη που έχουν οι πιστοί έναντι του Μυστηρίου και των συνεπειών αυτής της ανευθυνότητας. Ποιός όμως είναι άγιος και άξιος; Ουδείς. Μόνον ο Τριαδικός Θεός είναι άγιος οντολογικά και ηθικά. «Άγιος ο Θεός (ο Πατήρ), άγιος ισχυρός (ο Υιός), άγιος αθάνατος (το άγιον Πνεύμα)». Η Εκκλησία μας, εκείνη την ιερή στιγμή, ομολογεί και κηρύττει την αγιότητα του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, του Ιησού Χριστού, του Οποίου γνώρισε, έζησε και ζει καθημερινά. Γι’ αυτό και συνεχίζει να επαναλαμβάνει σε κάθε Θ. Λειτουργία το: «Είς άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν». Η ομολογία αυτή μας υπενθυμίζει ότι ο δικός μας εξαγιασμός και η δική μας αγιότητα επιτυγχάνονται μόνο μέσω του σωτηριολογικού έργου του Ιησού Χριστού, το οποίο συνεχίζει-διά των ιερών Μυστηρίων εν αγίω Πνεύματι-, η Εκκλησία Του.

Οι πιστοί, ως βεβαπτισμένα μέλη της αγωνιζομένης Εκκλησίας, είμαστε, δυνάμει «άγιοι», κατά θεία Χάρη, κι’ εφ’ όσον προσπαθούμε συνεχώς να ανεβαίνουμε την κλίμακα της αγιότητας με τους τρόπους που διδάσκει και προσφέρει η Εκκλησία μας και η εμπειρία των Αγίων Της.

Το «Κοινωνικό», λοιπόν, ψάλλεται σ’ αυτό ακριβώς το σημείο της Θ. Λειτουργίας που η σκέψη όλων των πιστών, πρέπει να εστιάζεται στην προσωπική αμαρτωλότητα και κυρίως στην ανάγκη μετανοητικού κι’ αγωνιστικού τρόπου ζωής, ώστε με μικρότερο ενοχοποιητικό βάρος να προσέρχονται στη Θ. Κοινωνία, έχοντας πάντοτε την συναίσθηση και την ομολογία της αναξιότητας.

Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος προς τους Κορινθίους υπογραμμίζει με αυστηρότητα τις προϋποθέσεις συμμετοχής των πιστών στη Θ. Κοινωνία: «…ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου α ν α ξ ί ω ς, έ ν ο χ ο ς έ σ τ α ι του σώματος και αίματος του Κυρίου. Δ ο κ ι μ α ζ έ τ ω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω. Ο γαρ ε σ θ ί ω ν και π ί ν ω ν α ν α ξ ί ω ς κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου. Διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται (= αποθνήσκουν) ικανοί. Ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα» (Α΄ Κοριν.11,26-31).

Ενδεικτικό είναι, γι’ αυτή την ιερή στιγμή, και το τετράστιχο ποιητικό προσευχητικό κείμενο του αγίου Συμεών του Μεταφραστού που λέγει :

«Ιδού βαδίζω προς θείαν Κοινωνίαν.

Πλαστουργέ, μη φλέξεις με τη μετουσία.

Π υ ρ γαρ τυγχάνει τους α ν α ξ ί ο υ ς φλέγον.

Αλλ’ ουν κάθαρον εκ πάσης με κηλίδος»8.

 

8. Το «Κοινωνικό» ψάλλεται σε αργό-παπαδικό μέλος που πρέπει όμως, να είναι μυσταγωγικό, κατανυκτικό, προσευχητικό, αναγωγικό και  πολλές φορές εξαρσιακό, ερμηνεύοντας, έτσι, το θεολογικό νόημα του λόγου. Το μέλος του «Κοινωνικού» οφείλει, επίσης, να είναι ανάλογο, της ιερότητας των τελετουργικών στιγμών, αλλά και του σκοπού, τον οποίο καλείται να υπηρετήσει. Ήδη, τα Τίμια Δώρα είναι πλέον καθαγιασμένα και η θυσία «τετελειωμένη». Το ιερατείο εντός του ιερού Βήματος αναπέμπει συγκεκριμένες προσευχές κι’ ετοιμάζεται να κοινωνήσει του τιμίου σώματος και του τιμίου αίματος του Κυρίου. Στη συνέχεια πρόκειται να μεταδώσει τα Τίμια Δώρα και στους πιστούς που έχουν προετοιμασθεί προς τούτο και αναμένουν προσευχόμενοι αυτή την ιερή στιγμή.

Η όλη διαδικασία απαιτεί κάποιο χρόνο. Κι’ ο χρόνος εξαρτάται από τον αριθμό των Λειτουργών ή και την συμμετοχή Επισκόπου. Έτσι, η χρήση του αργού μέλους επιστρατεύεται για τρίτη φορά, κατά τη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας (Τρισάγιος Ύμνος, Χερουβικό, Κοινωνικό), για να καλύψει την χρονική διάρκεια που είναι αναγκαία για να κοινωνήσει και το ιερατείο και όλοι οι πιστοί που θα προσέλθουν για τον ίδιο σκοπό μετά την εκφώνηση: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».

Έτσι, δικαιολογούνται οι λεκτικές επαναλήψεις του «Κοινωνικού» και του «Αλληλούια», ή η χρήση των συμβολικών «Νενανισμών» και των προτρεπτικών εκφωνήσεων των μονοφωνάριδων του χορού: «Λέγε», «Πάλιν», τα οποία συναντούμε στα παλαιότερα «Κοινωνικά» που τα έψαλλαν οργανωμένοι ψαλτικοί χοροί.

Θα μας δοθεί η ευκαιρία-στο τέλος της εκδηλώσεώς μας-, να ακούσουμε κάποια από αυτά τα παλαιά «Κοινωνικά», από καλλίφωνους Πρωτοψάλτες και πολυμελείς Χορούς ιεροψαλτών, τα οποία εμπεριέχονται στον εκδοθέντα προσφάτως και παρουσιαζόμενο απόψε Β΄ τόμο με τίτλο: «Κοινωνικά παλαιών Διδασκάλων», Μέρος Β΄ (2018).

 

9. Θα τελειώσω την εισήγησή μου με την αναφορά μου σε περιρρέοντα – τους λειτουργικούς κύκλους-, προβληματισμό: πρέπει να συνεχίσουμε να ψάλλουμε τα αργά «Κοινωνικά», όπως μας παραδόθηκαν κατά την δεύτερη χιλιετία, ή πρέπει να επιστρέψουμε στον αντιφωνικό τρόπο και στην κατά στίχο ψαλμώδηση ενός Ψαλμού, όπως ίσχυε κατά την πρώτη χιλιετία;

Αν θέλετε την προσωπική μου άποψη, λέγω ότι οι ιεροψάλτες, ύστερα από συνεννόηση και καλή συνεργασία, μπορούν να συνδυάσουν και τους δύο τρόπους, έτσι ώστε ο πιστός λαός μας να γεύεται τα πνευματικά νάματα που απορρέουν από τον πλούτο της δισχιλιετούς λειτουργικής μας ελληνορθόδοξου παραδόσεως και συγχρόνως να αγάλλεται ακούοντας την παγκόσμια ιδιομορφία του παραδοσιακού μας εκκλησιαστικού βυζαντινού μέλους.

Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε.

 

 

* Εισήγηση γενομένη στο «Πολιτιστικό Κέντρο Γέρακα» Αττικής την Κυριακή (9. 12. 2018) και στα πλαίσια μουσικολογικής ημερίδας που οργάνωσε η ΕΡΩ (Ενωμένη Ρωμιοσύνη) με την ευκαιρία εκδόσεως του Β΄ μουσικού τόμου με τίτλο: «ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΑΛΑΙΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ», Θεσσαλονίκη 2018.

1. Περί των ιερών Τελετών. Κεφ. ΞΓ΄. PG 155, 225C. Πρβλ. Αθ. Θ. Βουρλή, Αλληλουιάρια Κυριακών Ευαγγελίων εις τους οκτώ ήχους (Σύντομα και αργοσύντομα), Αθήναι 2003, σς 9-14.

2. Βλ. Ιωάννου Φουντούλη, «Κοινωνικό», Θ.Η.Ε. τ. 7, σ.722.

3. Βλ. Κατήχηση Μυσταγωγική. Κεφ. Ε΄, & 20. PG τ. 33, 453-505.

4. Πρβλ. Ιωάν. Φουντούλη, Ένθ’ ανωτέρω.

5. Πρβλ. Κων/τίνου Παπαγιάννη-Πρωτοπρεσβυτέρου, Αντιφωνάριον, έκδ. University studio press, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 37). 6. Βλ. Αθ. Θ. Βουρλή, Ο τρόπος αναγνώσεως-εκφωνήσεως των αγιογραφικών αναγνωσμάτων, Αθήναι 2004, σς 57, 109.

7. Βλ. Γρηγ. Θ. Στάθη, Οι Αναγραμματισμοί και τα Μαθήματα της Βυζαντινής μελοποιΐας, (Ίδρυμα Βυζαντινής Μουσικολογίας. Μελέται 3), Αθήναι 1979, σς 97-98, 107.

8. Bλ. Ωρολόγον το Μέγα,΄Εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν Αθήναις 1977 ζ΄, σ. 517. Πρβλ. και σχετικά κείμενα ευχών από την «Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως», Ένθ. ανωτ. σς 511-518.