Στην Ιαπωνία εντείνουν την ψηφιακή κατόπτευση για να εντοπίζουν άτομα με άνοια… Η ιδιωτικότητα στο απόσπασμα!

Στα πρώτα χρόνια της έβδομης δεκαετίας της ζωής του, ο Koji Uchida, ξεκίνησε να εξαφανίζεται.

Την πρώτη φορά, η αστυνομία τον βρήκε να κάθεται μπροστά από ένα μηχάνημα αυτόματης πώλησης 17 μίλια από το σπίτι. Είχε αρχίσει να χάνεται τακτικά, μια φορά περιπλανιόταν επί δυο μέρες πριν να εμφανιστεί στο διαμέρισμα ενός άγνωστου ανθρώπου, πεινασμένος και σχεδόν ανίκανος να θυμηθεί το όνομά του, το μυαλό του ήταν θολωμένο λόγω της άνοιας.

Αμήχανα τα μέλη της οικογένειάς του για το τι να κάνουν, ζήτησαν από την τοπική κυβέρνηση να θέσει τον κ. Uchida υπό ψηφιακή παρακολούθηση.

Στο Ιτάμι, το προάστιο της Οσάκα όπου ζει η οικογένεια του κ. Uchida, περισσότεροι από 1.000 αισθητήρες διαγραμμίζουν τις οδούς, κάθε ένας στολισμένος με μια χαρούμενη φιγούρα κινουμένων σχεδίων διαγραμμισμένοι με «μουτζούρες» Wi-Fi. Όταν ο κ. Uchida βγήκε έξω να περπατήσει, το σύστημα κατέγραφε την τοποθεσία του μέσω του ραδιοφάρου που ήταν κρυμμένος στο πορτοφόλι του και έστειλε στην οικογένειά του μια σταθερή ροή ειδοποιήσεων. Αν ξέφευγε από την πορεία του, η οικογένειά του θα μπορούσε εύκολα να τον βρει.

Το Ιτάμι είναι μια από τις πολλές περιοχές οι οποίες έχουν καταφύγει στον ηλεκτρονικό εντοπισμό καθώς η Ιαπωνία, που γίνεται το πιο εκνευριστικό κράτος στον κόσμο, έρχεται αντιμέτωπη με την επιδημία της άνοιας. Τα προγράμματα δίνουν την υπόσχεση ότι προστατεύουν αυτούς που έχουν διανοητική επιδείνωση, βοηθώντας τους να διατηρήσουν λίγη ανεξαρτησία, αλλά έχουν επίσης προκαλέσει φόβους για την Οργουελιανή υπερβολή.

Οι προσπάθειες της Ιαπωνίας για παρακολούθηση προμηνύουν τα αινίγματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες σε ολόκληρη την υφήλιο καθώς ο πληθυσμός τους γερνάει ταχύτατα: πώς να διαχειριστούν τις τεράστιες δαπάνες για τη φροντίδα των ανθρώπων που έχουν μακροζωία, καθώς επίσης και το κοινωνικό κόστος για τις οικογένειες και τους αγαπημένους τους.

Η Ιαπωνική κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την αποστολή της αυτή ως αποφασιστικής σημασίας για την μελλοντική σταθερότητα της χώρας, οραματίζοντας κυβερνητικές μεταβολές σε σχεδόν κάθε πλευρά της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου της εκπαίδευσης, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ακόμη και των έργων υποδομής, όπως και στο Ιτάμι.

Το σύστημα παρακολούθησης εκεί είναι ένα από τα πιο ακραία παραδείγματα αυτής της τροποποίησης. Οι υπερασπιστές των ανθρώπων που έχουν άνοια, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, έχουν εκφράσει σοβαρές ανησυχίες αναφορικά με τον ψηφιακό εντοπισμό, προειδοποιώντας ότι η ευκολία και η ειρήνη του νου που προσφέρονται από την παρακολούθηση θα μπορούσαν να απειλήσουν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία όσων βρίσκονται υπό παρακολούθηση.

Η παρακολούθηση των γηραιότερων ανθρώπων εντείνει ζητήματα συναίνεσης καθώς τα συστήματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης έχουν γίνει ένας παγκόσμιος εξοπλισμός, που εφαρμόζεται ευρέως τόσο σε εύπορες και ελεύθερες χώρες όπως η Αμερική και η Μ. Βρετανία όσο και σε απολυταρχικές χώρες όπως η Κίνα.

Οι γιαπωνέζοι προστατεύουν έντονα την ατομική ιδιωτική ζωή τους και πολλοί δήμοι έχουν υιοθετήσει λιγότερο αδιάκριτα είδη ηλεκτρονικού εντοπισμού. Όπως συμβαίνει με κάθε εργαλείο, η αξία των ιαπωνικών συστημάτων θα καθοριστεί τελικά από τον τρόπο χρήσης τους, ανέφερε η Kumiko Nagata, η επικεφαλής ερευνήτρια στο Κέντρο Έρευνας, Εκπαίδευσης και Φροντίδας για την Άνοια στο Τόκιο.

Η Kumiko Nagata αντιλαμβάνεται την υπόσχεση των εφαρμογών οι οποίες προσφέρουν στους χρήστες τους περισσότερη ελευθερία με τον μετριασμό του φόβου ότι αυτοί θα χαθούν. Αλλά ανησυχεί πως αυτά τα συστήματα θα «χρησιμοποιηθούν μόνο ως εργαλεία για να αντιμετωπίσουν τους ‘προβληματικούς’ ανθρώπους» -οποιονδήποτε που έχει γίνει βάρος στην οικογένειά του ή στους λειτουργούς του κράτους.

Ως ένα έθνος με τον γηραιότερο πληθυσμό παγκοσμίως, η Ιαπωνία είναι η πιο ευάλωτη στα σημάδια της άνοιας: απώλεια μνήμης, σύγχυση, αργή σωματική εξασθένιση και πιο θλιβερά, αναπόφευκτη αυτοδιάλυση και διάλυση σχέσεων με τους άλλους ανθρώπους.

Η Ιαπωνία έχει το υψηλότερο ποσοστό ανθρώπων με άνοια παγκοσμίως, που αντιστοιχεί περίπου στο 4,3 % του πληθυσμού, σύμφωνα με μια εκτίμηση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Μια ιαπωνική κυβερνητική έρευνα το 2012 διαπίστωσε ότι υπάρχουν περισσότεροι από 4,62 εκ. κάτοικοι με άνοια και μερικοί ερευνητές εκτιμούν ότι το ένα τέταρτο του ιαπωνικού πληθυσμού θα βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση μέχρι το 2045.

Η άνοια είναι η πρωταρχική αιτία περιπτώσεων εξαφάνισης ανθρώπων στην Ιαπωνία. Περισσότεροι από 17.000 άνθρωποι με άνοια εξαφανίστηκαν το 2020, περισσότεροι από 9.600 το 2012, το πρώτο έτος που καταγράφτηκαν επίσημα τα δεδομένα.  

Αυτό το έτος, η κυβέρνηση έκδωσε την πρώτη της εθνική πολιτική για την άνοια, παλεύοντας έκτοτε να κατασκευάσει ένα νόμιμο πλαίσιο για να μεριμνήσει καλύτερα για όσους βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα ήταν να υπάρξει μια αυξανόμενη εστίαση στην βοήθεια ανθρώπων με άνοια «επί τόπου ηλικία» – αντί να τους αποστείλουν σε γηροκομεία- με την ελπίδα ότι βελτιώνουν την ποιότητα ζωής τους και ελαττώνουν το φορτίο των υπερφορολογημένων υποδομών φροντίδας.

Αλλά η φροντίδα για την άνοια που παρέχεται στο σπίτι μπορεί να επιφέρει μια τεράστια πηγή άγχους σε αυτούς που τους φροντίζουν και σε όσους έχουν διανοητική επιδείνωση. Ενώ πολλοί δήμοι στην Ιαπωνία παρέχουν ημερήσια φροντίδα σε ενήλικες, μπορεί [η φροντίδα] να είναι ακριβή και να αφήνει κενά στην παρακολούθηση όσων είναι πιθανότερο να περιπλανούνται.

Η πολιτική του κράτους και η ανταλλαγή μηνυμάτων για την φιλοξενία των ανθρώπων που έχουν άνοια συχνά συγκρούονται με τις κοινωνικές προσδοκίες και τη συμπεριφορά των τοπικών αρχών. Οι οικογένειες μερικές φορές κρύβουν τους ανθρώπους με άνοια, φοβούμενοι πως η απρόβλεπτη συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει κοινωνικό στίγμα ή ταλαιπωρία στην κοινότητα. Για όσους οι οποίοι επανειλημμένα περιτριγυρίζουν, η αστυνομία ίσως να πιέσει τις οικογένειές τους να τους κρατούν στο σπίτι ή να παρακολουθούν προσεκτικά τις κινήσεις τους.    

Το 2007, ένας 91 ετών άνδρας με άνοια απομακρυνόταν από το σπίτι του στην κεντρική Ιαπωνία όπου ένα τρένο τον χτύπησε και τον σκότωσε. Ο χειριστής του τρένου μήνυσε την οικογένειά του θανόντος που πενθούσε για ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από την καθυστέρηση του δρομολογίου και το τοπικό δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της εταιρίας. Η απόφαση αποσύρθηκε ασκώντας έφεση, αλλά το πλήγμα είχε γίνει για τις οικογένειες που ανησυχούσαν πως ένα λάθος θα μπορούσε να είναι ολέθριο.

Η δημόσια αντιληπτική ικανότητα των ανθρώπων με άνοια έχει βελτιωθεί την τελευταία δεκαετία, δήλωσε η Miki Sato, 46 ετών, η οποία διαγνώστηκε με άνοια στην ηλικία των 43 ετών και στελεχώνει μια εταιρία η οποία παρέχει ευκαιρίες εργασίας σε άλλους ανθρώπους με την ίδια πάθηση. Αλλά υπάρχει ακόμα η τάση να θέτουν τις οικογενειακές ανάγκες πάνω από τις ατομικές ανάγκες μεμονωμένων ανθρώπων, ανέφερε η ίδια.

Οι άνθρωποι με άνοια «θέλουν να τους εμπιστεύεσαι», τόνισε η ίδια, προσθέτοντας: «Ο αριθμός των ανθρώπων που θέλει να χρησιμοποιήσει αυτούς του ανιχνευτές τοποθεσίας είναι ιδιαίτερα χαμηλός σε σύγκριση με τον αριθμό των ανθρώπων που αναγκάζεται να τους χρησιμοποιήσει.»

Για την διδα Sato, η οποία βοήθησε να αναπτυχθεί μια εφαρμογή με εντοπισμό τοποθεσίας για να παρέχει βοήθεια σε ανθρώπους με άνοια καθώς οι ίδιοι κάνουν τα ψώνια τους, «το πιο σημαντικό πράγμα είναι να αποτελεί επιλογή του κάθε ανθρώπου.»

Ακόμα, ο φόβος μήπως χαθεί είναι πραγματικός. Τις άσχημες μέρες, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί και τα ονόματα των οδών αναμιγνύονται μεταξύ τους και οι διευθύνσεις χορεύουν στην άκρη του μυαλού της.

«Καθώς τα συμπτώματά μου προχωρούν, θα μπορούσα να φανταστώ ότι ίσως να τα χρησιμοποιούσα κι εγώ η ίδια», δήλωσε για τα συστήματα ανίχνευσης.

Όταν οι άνθρωποι με άνοια εξαφανίζονται,  οι περισσότερες ιαπωνικές κοινότητες ακόμη κάνουν μια ανάλογη προσέγγιση για να τους βρουν. Οι εθελοντικές ομάδες έρευνας ενεργοποιούνται και οι αρχές βάζουν σειρήνες στους τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς* ή στα μεγάφωνα (σύστημα δημόσιων αναγγελιών) που βρίσκονται στις περισσότερες γειτονιές.

Αυτά έχουν εμβέλεια από τα πιο αδιάκριτα, όπως είναι οι κάμερες ασφαλείας και συσκευές εντοπισμού οι οποίες μπορούν να χωρέσουν σε ένα παπούτσι, μέχρι τις πιο παθητικές επιλογές όπως είναι οι κωδικοί QR οι οποίοι μπορούν να περάσουν πάνω από ένα νύχι και να ειδοποιήσουν όταν σαρωθούν τους ανθρώπους αυτούς οι οποίοι φροντίζουν ανθρώπους με άνοια.

Μολονότι οι κοινότητες και οι εταιρίες έχουν κάνει μεγάλες επενδύσεις στην ανάπτυξη και προώθηση των προγραμμάτων‧ η χρήση τους παραμένει αραιή, εν μέρει λόγω ανησυχιών περί ηθικής.

Ειδικότερα το πρόβλημα της εμπεριστατωμένης συνέσεως είναι πολύπλοκο, ειδικά σε περιπτώσεις όπου είναι δύσκολο να αξιολογηθεί αν ένα άτομο με άνοια είναι ικανό να δώσει την συγκατάθεσή του.

Η διαδικασία εγγραφής για τα συστήματα τυπικά αρχίζει από τους ανθρώπους που τους φροντίζουν και μόνο ως έσχατη λύση. Ιατρικοί ειδικοί τότε αξιολογούν τους δυνητικά υποψήφιους προς παρακολούθηση. [Οι ειδικοί] δεν είναι υποχρεωμένοι να ενημερώσουν τους ανθρώπους αυτούς καθ’ αυτούς.

Πάρτε, για παράδειγμα, την πόλη Τακασάκι στην κεντρική Ιαπωνία, η οποία θέσπισε από μόνη της σύστημα εντοπισμού τοποθεσίας το 2015. Παρόμοια με τους συμπολίτες τους στο Ιτάμι, οι άνθρωποι που φροντίζουν τους ανθρώπους με άνοια μπορούν από την πλευρά τους να μοιράζονται τις φωτογραφίες από τους θαλάμους τους και να δίνουν την άδεια στην αστυνομία να αποκτά πρόσβαση στα στοιχεία της τοποθεσίας τους.     

Ο δήμαρχος της πόλεως Ιτάμι, o Yasuyuki Fujiwara, δήλωσε πως όταν πρότεινε για πρώτη φορά ένα σύστημα παρακολούθησης, «ανησυχούσε για την εντύπωση που θα δίναμε ότι, δηλαδή, θα κατασκοπεύαμε τους πολίτες.»

Ο κ. Fujiwara αρχικά «πέταξε» την ιδέα ως ένα εργαλείο παύσης του εγκλήματος και παρακολούθησης των παιδιών καθώς αυτά περπατούν για το σχολείο. Πολύ πριν, οι κάμερες είχαν ξεκινήσει να εμφανίζονται σε ολόκληρη την πόλη, οι τοποθεσίες τους επιλέχθηκαν με δημόσιο σχολιασμό. Το 2015, η πόλη διέθεσε το πρόγραμμα σε οικογένειες ηλικιωμένων ανθρώπων που έχουν την τάση να περιπλανούνται.

Οι κάμερες από μόνες τους δεν εντοπίζουν τους ανθρώπους. Είναι εξοπλισμένες με δέκτες οι οποίοι επικοινωνούν με μικρούς ραδιοφάρους τους οποίους κουβαλούν όσοι είναι εγγεγραμμένοι στο πρόγραμμα. Όταν περάσουν οι κομιστές των ραδιοφάρων, η συσκευή καταγράφει την τοποθεσία τους [δηλ. του κομιστή και του ραδιοφάρου] και την στέλνει σε μια εφαρμογή «έξυπνου» κινητού τηλεφώνου την οποία μπορεί να ελέγξει ένας εγκεκριμένος άνθρωπος που φροντίζει τον ασθενή με άνοια.

Ο κ. Fujiwara διαβεβαίωσε πως τα δεδομένα μπορούσαν να είναι ορατά μόνο από την οικογένεια. Μολαταύτα, μόνο 190 ηλικιωμένοι άνθρωποι χρησιμοποίησαν αυτό το πρόγραμμα το προηγούμενο έτος, ενώ γράφτηκαν σχεδόν οι μισοί μαθητές από όλα τα δημοτικά σχολεία της πόλεως των 200.000 ανθρώπων.

Ο γιος του κ. Uchida, ο Shintaro, ο οποίος εργάζεται στο δημαρχείο, έκανε εγγραφή τον πατέρα του στο πρόγραμμα το 2019. (Η οικογένειά του συμφώνησε να κουβεντιάσει για το βίωμα του κ. Uchida για περεταίρω δημόσια κατανόηση της άνοιας.)

Ο πατέρας του ήταν ένας περήφανος άνδρας που πίστευε ότι θα ήταν πάντοτε απασχολημένος. Αφού συνταξιοδοτήθηκε, αμέσως βρήκε άλλη δουλειά. Στα πρώτα χρόνια της έβδομης δεκαετίας της ζωής του, όμως, ξεκίνησε να έχει προβλήματα στην οδήγηση. Η μνήμη του ξεθώριασε.

Ο κ. Uchida, είναι 78 ετών τώρα, έζησε δεκαετίες στο Ιτάμι, μεγαλώνοντας την οικογένειά του, εργαζόμενος σε μια εκδοτική εταιρία. Αλλά όταν έκανε τις καθημερινές του βόλτες, οι δρόμοι δεν ήταν πια γνωστοί. Μέσα σε ένα μήνα, ο κ. Uchida εξαφανίστηκε τρεις φορές, δήλωσε η σύζυγός του, Keiko. Το πρόγραμμα εντοπισμού βοήθησε στην επιβράδυνση των περιπλανήσεών του, αλλά δεν μπόρεσε να τις σταματήσει.

Τον Μάρτιο, η οικογένειά του απρόθυμα τον τοποθέτησε σε μια υποδομή φροντίδας. [γηροκομείο]

Ο ραδιοφάρος του τώρα βρίσκεται στο σπίτι του, υποδεικνύοντας μόνο την απουσία του.

 πηγή

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα