“Ἡ Διάκριση τῶν Λογισμῶν” – Ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ π. Δωροθέου ἀπὸ τὴν Ἐνωμένη Ρωμηοσύνη στὸ Βόλο (2020)

+Γέροντος Δωροθέου

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διατήρησαν τὴν τριμερῆ διαίρεση τῆς ψυχῆς ποὺ εἶχε ὁ Πλάτων: σὲ λογιστικό, θυμικό καὶ ἐπιθυμητικό. Τὸ γνωστικό κομμάτι, τὸ ἐπιθυμητικό κομμάτι καὶ αὐτὸ ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸν θυμό, μὲ τὴν ἔκφραση τέτοιων συναισθημάτων. Καὶ εἶναι κομμάτι τοῦ γνωστικοῦ ὁ νοῦς. Δηλαδή, νά σᾶς διαβάσω τὸν ὁρισμό τοῦ νοὸς κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ ποὺ ἔχω σημειώσει: «Νοῦς λέγεται καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ». Δηλαδή: λογισμοί, κρίσεις, συλλογισμοί, νοήματα. Ἄρα οἱ λογισμοὶ γιὰ τοὺς ὁποίους μιλᾶμε, εἶναι μία ἐνέργεια τοῦ νοῦ. Ὁ νοῦς εἶναι μία δύναμη ποὺ ἐνεργεῖ, ποὺ κάνει νὰ ἐνεργοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ εἴπαμε· οἱ ἐκδηλώσεις αὐτῆς τῆς δύναμης στὴν καρδιά. Ἡ καρδιὰ εἶναι ἡ κυριώτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ὁ νοῦς, λέει ὁ Ἅγιος, εἶναι ἡ ἱκανότης τοῦ νοῦ γιὰ ἕνωση καὶ μέθεξη μὲ τὸν Θεό. Ἄρα, οἱ λογισμοὶ εἶναι μία νοητικὴ ἐνέργεια ἢ νοερὰ ἐνέργεια. Ἔχει σχέση μὲ τὸν νοῦ.

Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ καταλάβουμε τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς καὶ μετὰ ποιες εἶναι οἱ διαδικασίες ποὺ μᾶς κάνουν νὰ ἐλέγχουμε τοὺς λογισμούς. Καὶ ποιὰ εἶναι μερικά πρακτικὰ βήματα, τὰ ὁποῖα στὴν καθημερινότητά μας καὶ κυρίως στὴν διάρκεια τῆς προσευχῆς μπορεῖ νὰ μᾶς κάνουν νὰ διαχειριστοῦμε αὐτὰ ποὺ ἴσως δὲν γεννάει τὸ μυαλό μας, ἀλλὰ περνοῦν ἀπὸ τὸ μυαλό μας. Γιατί, δὲν εἶναι ὅλοι οἱ λογισμοὶ δικοί μας. Ὅπως θὰ ἐξηγήσουμε στὴν συνέχεια, ὁ Θεὸς ἀφήνει τὸν διάβολο νὰ θέτει λογισμοὺς στὸ μυαλό μας. Ἐμεῖς δὲν ἔχουμε ἀκόμα τὴν ἀρετὴ ποὺ λέγεται διάκριση, γιὰ νὰ καταλάβουμε ποιοι λογισμοὶ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ποιοι λογισμοὶ εἶναι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὴν τὴν ἀρετή, τὴν διάκριση, τὴν ἔχουν λίγοι ἄνθρωποι. Ἂν μελετήσετε τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος —τὴν Κλίμακα δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου— θὰ δεῖτε ὅτι ἡ διάκριση εἶναι μία ἀρετὴ πολὺ ὑψηλή· ἔχει σκαλιά, κλίμακες γιὰ νὰ πάει κανεὶς στὸν Χριστό. Τὸ τελευταῖο σκαλὶ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἕνα ἀπὸ τὰ ἀνώτερα σκαλιὰ εἶναι καὶ ἡ διάκριση· ἡ διάκριση τῶν λογισμῶν. Ὑπάρχουν πολὺ λίγοι διακριτικοὶ γέροντες καὶ ἄνθρωποι στὸν κόσμο. Ὄχι μόνο μοναχοί, γιατί ἂν ἔχετε προσέξει μία σειρὰ ἀπὸ βιβλία ποὺ λέγονται «Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο», τὰ ὁποῖα ἔχει γράψει γνωστὸς ἀσκητὴς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὑπάρχουν Ἅγιοι οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέσα στίς πόλεις, δὲν φοροῦν ράσα, φοροῦν τὰ κοσμικὰ ροῦχα, ὅμως εἶναι δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς ἐπισκέπτεται ὁ Θεός.

Ὑπάρχουν λοιπὸν καὶ ἅγιοι ἄνθρωποι μέσα στίς πόλεις· ὑπάρχει ἁγιότητα μέσα στίς πόλεις. Δὲν ὑπάρχει ἁγιότητα μόνο στὸν ἀναχωρητισμό, καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι θαυμαστὸ ποὺ συμβαίνει στίς μέρες μας, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐγὼ πῆρα αὐτὴν τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσω γιὰ ἕνα τέτοιο θέμα· ὄχι σὲ κάποιες ἀπὸ τὶς μοναχικὲς συνάξεις, ἀλλὰ μέσα στὴν πόλη. Γιατί ἐδῶ χρειάζεται πολὺ περισσότερο ἡ διάκριση τῶν λογισμῶν. Νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ διαχειριστοῦμε αὐτὲς τὶς σκέψεις, τοὺς λογισμοὺς ποὺ περνοῦν μέσα ἀπὸ τὸ μυαλό μας. Νοῦς λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὄργανο τῆς ψυχῆς ποὺ καθοδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ὅλοι θὰ ἔχετε προσέξει ἀπὸ τὴν πνευματική σας πεῖρα, ὅτι ὁ λογισμὸς «κλέπτεται». Ξεκινάει κανεὶς νὰ κάνει μία προσευχή, νὰ διαβάσει τοὺς Χαιρετισμοὺς λ.χ. ἢ νὰ τοὺς ἀπαγγείλει ἀπὸ ἔξω —γιὰ ὅσους τοὺς ξέρουν, καὶ εἶναι ἀρκετοὶ ποὺ ξέρουν τοὺς Χαιρετισμοὺς ἀπὸ ἔξω. Καὶ ἀντιλαμβάνεται, ἐνῷ ἔχει πεῖ τὰ 3/4 τῆς προσευχῆς, ὁ νοῦς του νὰ εἶναι σὲ ἄλλο μέρος, νὰ σκέφτεται διαφορετικά, νὰ ἔχει ἄλλο λογισμό. Ἐνῷ τὸ στόμα ἢ τὰ μάτια διαβάζουν τὸ κείμενο τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας, ὁ νοῦς νὰ εἶναι μακριά. Αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ κλέπτεται ὁ νοῦς. Εἶναι δυνατὸν ὁ πονηρὸς νὰ μᾶς πάρει τὸν νοῦ· ὁ ἀντίδικός μας νὰ μᾶς πάρει τὸν νοῦ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἑστιάζει τὴν προσοχή μας. Ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς στὸν διάβολο νὰ παρέμβει μέσα στὸ μυαλό μας, νὰ μᾶς βάλει μία σκέψη. Ἐμεῖς λοιπὸν θὰ δοῦμε πῶς θὰ διαχειριστοῦμε ὅλες αὐτὲς τὶς σκέψεις, πῶς θὰ ξεχωρίσουμε ποιες σκέψεις εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, ποιες εἶναι ἀπὸ τὸν πονηρὸ καὶ ποιες σκέψεις εἶναι δικές μας· ποιοι λογισμοὶ εἶναι.

Ἄρα, λοιπόν, σὰν πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ λογισμοὶ δὲν εἶναι δικοί σου. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ καταλάβει κανείς. Ὅ,τι ὑπάρχει στὸν νοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐμβόλιμο. Στὸ παράδειγμα ποὺ σᾶς εἶπα, ὅπου ὁ λογισμός, ὁ νοῦς κλέπτεται, ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὅτι δὲν πρέπει νὰ θλίβεσαι ὅταν κλέπτεται ὁ λογισμός σου. Ἡ ἀμετεώριστος προσευχὴ εἶναι προνόμιο τῶν Ἀγγέλων. Νὰ χαίρεσαι ποὺ ἔφερες τὸν νοῦ σου πίσω στὸ ἀντικείμενο τὸ ὁποῖο σπουδάζεις. Ἄρα, λοιπόν, θὰ ἔχουμε καὶ κλοπὴ τῶν λογισμῶν κατὰ καιρούς. Θὰ μάθουμε ὅμως πῶς θὰ μποροῦμε νὰ τὸ διαχειριζόμαστε ὅλο αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἅμα θέλει ὁ Θεὸς —καὶ αὐτὸ εἶναι μία συνολικὴ προσπάθεια, δὲν εἶναι μόνο μία νοητικὴ ἐνέργεια— νὰ μποροῦμε νὰ ἔχουμε καὶ περιόδους ποὺ θὰ ἔχουμε γαλήνη στοὺς λογισμούς μας.

Δεύτερον. Αὐτὸ ποὺ εἴπαμε στὴν εἰσαγωγή μας: ὅτι ὁ ἀντίδικος μπορεῖ νὰ σοῦ ὑποβάλει ἕναν λογισμό. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λένε ὅτι ἡ Εὔα —ἡ γιαγιά μας ἡ Εὔα— πρὶν νὰ φάει τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ στὸν Παράδεισο, εἶχε τὸν λογισμό «νὰ τὸ κάνω ἢ νὰ μὴν τὸ κάνω» ἀρκετὸ καιρό. Δὲν πέρασε μία μέρα μπροστὰ ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ καὶ ἀποφάσισε ἐκείνη τὴν στιγμὴ νὰ παραβεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὁ ἀντίδικος, ὁ διάβολος, τῆς ἔβαζε αὐτὸν τὸν λογισμὸ τακτικὰ μέσα στὸ μυαλό της μέχρι νὰ τὴν καταφέρει. Καὶ ἔτσι ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπινου γένους ποὺ ἔγινε στὴν ἀρχή, στὸ πρόσωπο τῆς Εὔας, ἦταν ἀποτέλεσμα ἑνὸς λογισμοῦ τὸν ὁποῖο ἐπέφερε ὁ πονηρός. Ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ μᾶς βάζει ὁ πονηρὸς λογισμοὺς στὸ μυαλό μας, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε μία πνευματικὴ πεῖρα, πὼς ὅλη αὐτὴ ἡ ἀντιπαράθεση γίνεται σὲ νοητικὸ ἐπίπεδο.

Ὁ ἄνθρωπος, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, μαθαίνει τὴν ζωή, ἀποκτᾶ μία πεῖρα τῆς ζωῆς βασιζόμενος στίς αἰσθήσεις του. Καὶ ὁτιδήποτε κάνει ὅταν εἶναι μωρὸ ἢ μικρὸ παιδὶ καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐφηβείας, ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἡδονή. Κάνει αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀρέσει, αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἀρέσκεται τὸ σῶμα του. Ὅταν λοιπὸν ἀναπτύσσεται καὶ ὁ πνευματικὸς νοῦς τοῦ ἀνθρώπου —ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι ὁ νοῦς— τότε θὰ πρέπει νὰ κάνει μία στροφὴ στὸν ἑαυτό του, νὰ πάψει πιὰ νὰ εἶναι δοῦλος καὶ ὑποχείριο τῶν ἡδονῶν του καὶ νὰ ἀρχίσει νὰ κάνει μία σειρὰ ἀπὸ ἐνέργειες, νὰ περάσει ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λένε οἱ Πατέρες «μεθηλικιώσεις» (διαφορετικὰ στάδια ὡριμότητας εἶναι οἱ μεθηλικιώσεις), ἔτσι ὥστε ὁ νοῦς νὰ γίνει ἡγεμών. Νὰ γίνει κυρίαρχος. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου θὰ πρέπει νὰ εἶναι τὸ κυρίαρχο ὄργανο τὸ ὁποῖο ρυθμίζει ὅλα τὰ πράγματα στὴν ζωή μας. Νὰ μὴν εἶναι μία σωματικὴ ἐξάρτηση, νὰ μὴν εἶναι μία ἀδυναμία, ἕνα πάθος δηλαδὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ ὁ ἡγεμὼν νοῦς νὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, σὰν ὀφθαλμὸς ὁ ὁποῖος εἶναι ἄγρυπνος, νὰ διευθετεῖ τὰ τῆς ζωῆς μας.

Θὰ ἔχετε προσέξει ὅτι σὲ πολλὲς ἁγιογραφίες οἱ Ἄγγελοι ἀναφέρονται ὡς «νόες». Νοῦς, πληθυντικὸς οἱ νόες. Ἀκόμα σὲ μερικές, στὸν 4ο ἦχο ἂν θυμᾶμαι καλά, στὴν προσευχὴ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἀναφέρει ἐκεῖ στὸν τριαδικὸ κανόνα ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι νοῦς, λόγος καὶ πνεῦμα: ὁ Πατέρας εἶναι ὁ Νοῦς, ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ Λόγος καὶ τὸ Πνεῦμα. Ἐμεῖς εἴμαστε φτιαγμένοι «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἁμαρτάνεις ὅταν ἔχεις ἕναν λογισμό, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κατὰ Θεόν. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἐμβόλιμος ὁ λογισμός. Δηλαδή, λὲς «γιατί νὰ μὴν τὸ κλέψω αὐτό, μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ ἄλλο τηλέφωνο αὐτός». Δὲν ἁμαρτάνεις ἂν περάσει αὐτὸ ἀπὸ τὸ μυαλό σου. Αὐτὸ ἐμφανίζεται στὰ σαρκικά. Μπορεῖ μία εἰκόνα νὰ σοῦ τραβήξει τὸν λογισμὸ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ἁμαρτάνεις ἅμα τὸ δεχτεῖς αὐτό. Ὁ διάβολος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ σοῦ βάλει ἕναν λογισμὸ στὸν νοῦ. Τὸν ἀφήνει ὁ Θεός. Δὲν ἁμαρτάνεις ἂν περάσει μέσα στὸν νοῦ σου ἕνας λογισμός, ἁμαρτάνεις ὅταν πάει στὴν καρδιά σου. Τότε ἀρχίζει ἡ ἁμαρτία. Ὅταν τὸν ἀποδεχτεῖς. Καὶ ἔτσι εἶναι. Ἀλλιῶς θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι «δὲν φταίω ἐγώ». Αὐτὸ ποὺ εἶπε ἡ Εὔα στὸν Θεό, ὅταν τῆς εἶπε «μήπως ἔφαγες ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ;», εἶπε ὅτι «ὁ ὄφις μοῦ τὸ ἔδωσε». Ἅμα ἦταν αὐτό, ἦταν ἁμαρτία τοῦ ὄφεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁμαρτία τοῦ ὄφεως. Ὁ ὄφις τῆς τὸ πρότεινε. Ἡ Εὔα καὶ ὁ Ἀδάμ τὸ ἀποδέχθηκαν.

Παρεμπιπτόντως νὰ ποῦμε σὲ αὐτὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε μία ἄλλη εὐκαιρία στὸ ἀνθρώπινο γένος· ρώτησε τὸν Ἀδάμ: «Ἀδάμ, Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι;», ἂν θυμᾶστε, ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἀδὰμ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τοὺς θάμνους. Καὶ τὸν ρωτάει ὁ Θεός —προσέξτε τὸν χαρακτῆρα τοῦ Θεοῦ, ἂν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε αὐτό— «μήπως ἔφαγες ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σοῦ εἶπα νὰ μὴν φᾶς;». Ἐνῷ εἶναι πανταχοῦ παρὼν καὶ ξέρει ὅτι ἔχει φάει. Ἦταν μπροστὰ ὅταν ἔγινε. Τοῦ δίνει μία εὐκαιρία νὰ πεῖ: «Συγχώρεσέ με, Πάτερ, δὲν ξέρω τί μὲ ἔπιασε καὶ τὸ ἔκανα. Συγχώρεσέ με». Ἂν ὁ Ἀδὰμ τὸ ἔλεγε αὐτό, θὰ ἤμασταν τώρα στὸν Παράδεισο. «Ἡ γυναῖκα ποὺ μοῦ ἔδωσες», εἶπε. Σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «Ἐσὺ φταῖς. Ἂν δὲν μοῦ τὴν ἔδινες, ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ σκεφτόμουν νὰ φάω ἀπὸ αὐτό». Δὲν εἶπε «ἡ γυναῖκα μου». Βλέπετε τί ἔκανε ἡ παράβαση; Ἐνῷ, ὅταν τὴν πρωτοεῖδε τρελάθηκε καὶ εἶπε ὅτι «αὐτὴ εἶναι σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου» καὶ τὴν ἀγάπησε ἀμέσως, τώρα πιὰ τὴν βλέπει σὰν τρίτο πρόσωπο: «ἡ γυναῖκα ποὺ μοῦ ἔδωσες». Καὶ ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ἁμαρτία ψυχράνθηκε. Ἡ Εὔα τὸ ἴδιο εἶπε: «Ὁ ὄφις». Καὶ ἔτσι χάσαμε τὴν εὐκαιρία νὰ διαχειριστοῦμε σωστὰ τὴν πτώση μὲ μετάνοια. Νὰ ποῦμε: «Ναί, ἐγὼ τὸ ἔκανα αὐτό». Νὰ ἀνοίξουμε τὸ στῆθος μας καὶ νὰ ποῦμε «αὐτὴ ἡ πληγὴ εἶναι δική μου, ἐγὼ τὴν προκάλεσα μὲ τὴν ἁμαρτωλότητά μου». Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἀδύναμος σὲ αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν μπορεῖ νὰ σὲ σπρώξει στὴν ἁμαρτία. Μπορεῖ νὰ σοῦ βάλει ἕναν λογισμὸ καὶ νὰ σοῦ δείξει τὴν ἁμαρτία ἑλκυστική. Ἅμα ἀντισταθεῖς ὅμως, θὰ φύγει. «Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ καὶ φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν», λέει ὁ Ἀπόστολος (Ἰάκωβος). Ἂν ἀντισταθοῦμε, ποῦ; Στὸν νοῦ, θὰ φύγει ἀπὸ μπροστά μας. Ἐὰν ἀρχίσουμε νὰ τὸ συζητᾶμε μὲ τὸν διάβολο, ὅπως ἔκανε ἡ Εὔα, εἶναι τεράστιο λάθος.

Καὶ πᾶμε στὸ ἑπόμενο σημεῖο, ποὺ εἶναι ἡ σχέση μὲ τὴν διαχείριση τῶν λογισμῶν ποὺ λέει: «μὴ διαλέγεσαι μὲ τὸν λογισμό». Ἔχεις μία ἰδέα, μὴν ἀρχίζεις νὰ τὴν κουβεντιάζεις μὲ τὸ μυαλό σου. Ἔχεις κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι ἁμαρτωλό, μὴν τὸ συζητᾶς μὲ τὸ μυαλό σου. Μιλᾶς μὲ τὸν διάβολο. Ὁ διάβολος ἔχει «φάει» ἀσκητὲς καὶ τοὺς ὁδήγησε σὲ πτώση, ποὺ ἦταν 60 χρόνια στὴν ἔρημο καὶ ἔτρωγαν ἕνα παξιμάδι τὴν μέρα καὶ ἔπιναν λίγες σταγόνες νερό. Εἶναι πολὺ ἱκανὸς νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν πτώση ἅμα πιάσουμε κουβέντα μὲ τὸν λογισμό, μὲ αὐτὸν δηλαδή. Ἔχει τεράστια πεῖρα. Ἅμα δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθει ἀπὸ τὰ δεξιὰ νὰ σὲ πείσει νὰ κάνεις μία ἁμαρτία, ἔρχεται ἀπὸ τὰ ἀριστερά· σοῦ βάζει ἕναν «ἀριστερὸ» λογισμὸ ποὺ λέει: «ἐσὺ πιὰ ἁγίασες, εἶσαι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ ἐμένα». Ἂν δὲν μπορεῖ νὰ σὲ κάνει νὰ πέσεις στὴν ἁμαρτία, σὲ ὁδηγεῖ στὴν περηφάνεια γιὰ νὰ τὰ χάσεις ὅλα. Ἄρα, γιὰ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κρατήσετε βαθιὰ στὴν καρδιά σας: Δὲν πιάνομαι κουβέντα μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι στὸ μυαλό μας. Θὰ σοῦ πάρει καιρὸ μέχρι νὰ ἀποκτήσεις μία πεῖρα πάνω σὲ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ διαχειρίζεσαι. Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται νὰ κουβεντιάζεις μὲ τὸν διάβολο. Ἂν μία σκέψη δὲν εἶναι κατὰ Θεὸν καὶ ἐσὺ τὴν ἔχεις ἐντοπίσει, πρέπει ἀμέσως νὰ τὴν καταργήσεις. Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὰ πάθη. Τὰ πάθη δὲν τὰ «χαϊδεύουμε» γιὰ νὰ τὰ κόψουμε λίγο-λίγο. Τὰ ξεριζώνουμε. Ἄρα λοιπόν, ὅταν περνᾷ ἀπὸ τὸ μυαλό σου ἕνας λογισμός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κατὰ Θεὸν καὶ τὸν ἐντοπίσεις ἐσύ, ἀμέσως τὸν διώχνεις. Παύεις νὰ τὸ κουβεντιάζεις. Ἂν τὸ κουβεντιάζεις, εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ σὲ ὁδηγήσει σὲ κάποια πτώση.

Τὰ πιὸ πολλὰ γεγονότα στὴν πνευματικὴ ζωὴ γίνονται στὸν νοῦ, λένε οἱ Πατέρες, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας —ἕνα βιβλίο τὸ ὁποῖο σᾶς συνιστῶ νὰ τὸ διαβάσετε. Γιὰ ἐμᾶς τοὺς μοναχοὺς εἶναι τὸ «Εὐαγγέλιο μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο», γιατί σοῦ δείχνει ποιες εἶναι οἱ ρίζες τῶν παθῶν. Μπορεῖ, ἂς ποῦμε, νὰ ἔχεις ἕνα πάθος, ὅπως εἶναι ἡ ζήλεια, ἀλλὰ ἡ ρίζα νὰ εἶναι ὁ ἐγωισμὸς ἢ ἡ περηφάνεια. Καὶ καλὸ εἶναι νὰ τὸ μελετήσετε. Εἶναι ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ μελετάει κανεὶς καὶ δὲν τὰ διαβάζει μία ἀνάγνωση καὶ νομίζει ὅτι τελείωσε. Τὰ μελετάει, τὰ ἔχει ἐκεῖ δίπλα στὸ κομοδίνο του καὶ τὰ κοιτάει καὶ ξανακοιτάει καὶ διαβάζει 1-2 παραγράφους κάθε φορά· προσπαθεῖ νὰ ἐμβαθύνει, ρωτάει ἕναν πνευματικὸ ἄνθρωπο.

Τί συμβαίνει λοιπὸν ὅταν ξεκινήσουμε νὰ προσπαθήσουμε νὰ βάλουμε μία τάξη στοὺς λογισμούς μας; Λ.χ. κάναμε μία γενικὴ ἐξομολόγηση. Κάνουμε μία τομὴ στὴν ζωή μας: «Μέχρι ἐδῶ ἐγὼ ἔζησα ἁμαρτωλά. Τὸ δέχομαι, τὸ παραδέχομαι, στεναχωριέμαι γιὰ αὐτό, ζητάω ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὲ συγχωρήσει». Κάνω μία γενικὴ ἐξομολόγηση ἀπὸ τότε ποὺ θυμᾶμαι καὶ ὁ ἱερέας μοῦ διαβάζει μία συγχωρητικὴ εὐχή, καὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα προσπαθῶ νὰ ζήσω κατὰ Χριστόν, νὰ ζήσω κατὰ Θεόν. Τί κάνω; Ἐνῷ δὲν ἔχω τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μου πιά —αὐτὸ ποὺ λένε οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι ἡ «φυλακὴ τοῦ νοός»— κρατάω τὸν νοῦ μου σὲ ἐπιφυλακή. Προσέχω καὶ διυλίζω κάθε σκέψη ποὺ θὰ περάσει ἀπὸ τὸν νοῦ μου. Αὐτὲς οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι κατὰ Θεὸν τίς ἀποκρούω. Καὶ μόνο αὐτὲς ποὺ εἶναι κατὰ Χριστὸν κρατάω, καὶ αὐτὲς μὲ μία ἐπιφύλαξη, γιατί μπορεῖ ὁ πονηρὸς νὰ σοῦ βάλει μία δῆθεν εὐσεβῆ ἢ εὐσεβιστικὴ σκέψη καὶ νὰ σὲ ὁδηγήσει σὲ μία πτώση ἢ νὰ μολύνει τὸν λογισμό σου καὶ νὰ αἰσθάνεσαι μολυσμένος γιὰ ἡμέρες. Αὐτὴ εἶναι ἡ κακία του. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ ἔχουμε μία «φυλακὴ τοῦ νοός». Ὁ νοῦς μας νὰ εἶναι σὲ ἐπιφυλακή.

Σᾶς εἶπα τὸν ὁρισμό τοῦ μοναχοῦ κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος: «Μοναχός ἐστιν ἔκστασις νοός». Σὲ καμία περίπτωση ὁ νοῦς τοῦ μοναχοῦ δὲν παραδίδεται, δὲν ὁδηγεῖται σὲ χαύνωση. Εἶναι διαρκῶς σὲ ἔκσταση (ἐγρήγορση). Καὶ πῶς τὸ πετυχαίνουμε αὐτό; Μὲ τὸ νὰ τὸν γυμνάζεις. Πῶς γυμνάζεται ὁ νοῦς; Μὲ τὴν εὐχή. Εἶναι μόνο πέντε λέξεις: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Αὐτὴ ἡ εὐχὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καθαρίζει καὶ τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς: καὶ τίς ἐπιθυμίες (ἐπιθυμητικό) καὶ τὸ θυμοειδές καὶ τὸ γνωστικό. Ἂν προσέξατε, ὅσοι ἁγίασαν τίς τελευταῖες δεκαετίες ἔχουν δύο χαρακτηριστικά. Τὸ ἕνα εἶναι ὅτι δὲν ἔχουν μόρφωση. Ἔχουν τελειώσει τὸ δημοτικὸ ἢ σχεδὸν τὸ δημοτικό. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος πῆγε 4 τάξεις στὸ δημοτικό. Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης ἦταν ἤδη 9 χρονῶν καὶ δούλευε σὲ ἕνα μπακάλικο στὸν Πειραιά· ἀμφιβάλλουμε ἂν πῆγε 2 τάξεις στὸ δημοτικό. Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης δυσκολευόταν νὰ ἐκφραστεῖ· ἔλεγε τόσες φορὲς τὸ «μὲ συγχωρεῖτε». Καὶ δὲν θέλω νὰ πῶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν σήμερα καὶ εἶναι ἐγνωσμένης ἁγιότητας ἄνθρωποι, μέχρι νὰ κοιμηθοῦν. Οἱ τελευταῖοι Ὅσιοι λοιπὸν δὲν ἔχουν μόρφωση ἢ ἔχουν μόνο τὴν βασική. Δὲν διαβάζουν αὐτὰ ποὺ διαβάζουμε ἐμεῖς περίπου 4 ὧρες στὰ μοναστήρια κάθε μέρα, τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας. Λένε μόνο πέντε λέξεις: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Εἶναι ὅμως τὸ μυαλό τους γυμνασμένο ἔτσι ὥστε νὰ κρατοῦν τὸν νοῦ προσηλωμένο στὴν προσευχὴ γιὰ ὧρες.

Γιὰ παράδειγμα ὁ Ὅσιος Παΐσιος ξεκινοῦσε τὴν ἀγρυπνία στίς 12 ἡ ὥρα τὸ βράδυ. Διάβαζε μόνο τὸν Ἑξάψαλμο, 5-6 λεπτά κείμενο. Μετὰ ἔκανε μερικές μετάνοιες γιὰ νὰ κυλίσουν τὰ «λάδια», νὰ ζεσταθοῦν τὰ «λάδια», γιὰ νὰ μὴν κοιμηθεῖ, νὰ μὴν τὸν πάρει ὁ ὕπνος. Μετὰ καθόταν σὲ ἕνα σκαμνάκι καὶ ἔλεγε τὴν εὐχή. Τὴν ἔλεγε μὲ καρδιακὸ τρόπο. Δηλαδὴ κάθε λέξη τῆς εὐχῆς ἀντιστοιχιζόταν μὲ ἕναν παλμὸ τῆς καρδιᾶς: Ντούπ — Κύριε, ντούπ — Ἰησοῦ, ντούπ — Χριστέ, ντούπ — ἐλέησόν με. Αὐτὸ τὸ ἔκανε περίπου γιὰ 6 ὧρες. Δηλαδὴ ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἦταν ἕνας «παγκόσμιος πρωταθλητής» (ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε τὴν ἔκφραση) στὴν συγκέντρωση τοῦ νοῦ. Δὲν κλεπτόταν ὁ λογισμός του γιὰ τόσες ὧρες. Τὸ μυαλὸ ἦταν διαρκῶς πάνω στὸν Θεό. Διαρκῶς πάνω στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅσα ὁράματα εἶδε, ὅσες ἀποκαλύψεις τοῦ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ τὰ μελλούμενα (καὶ μερικές ἀπὸ αὐτὲς ἔχουν δεῖ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας, ὅπως τὰ κείμενα γιὰ τὸ 666 καὶ γιὰ τίς ταυτότητες), ὅλες αὐτὲς οἱ ἀποκαλύψεις ἔγιναν στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς προσευχῆς.

Ἄρα ὁ νοῦς καθαρίζεται πολὺ μὲ τὴν εὐχή. Ἡ εὐχὴ εἶναι μία νοερὰ ἐργασία. Ξεκινάει κανεὶς νὰ τὴν λέει μὲ τὸ στόμα, νὰ τὴν ἀκούει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες ὁ νοῦς «φέρνει» τὴν εὐχὴ καὶ τὴν λέει μόνος του. Καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ προσεύχεται νοερά. Αὐτὸ εἶναι μεγάλο βῆμα. Ἐνεργοποιήθηκε ὁ νοῦς νὰ εἶναι στραμμένος στὸν Θεὸ ὅλη τὴν ὥρα. Ἂν ἐπιμείνεις σὲ αὐτό, φτάνεις σὲ ἕνα στάδιο ὅπου ἡ προσευχὴ αὐτενεργεῖται. Δηλαδή, ξυπνᾶς τὸ πρωί, ἀνοίγεις τὰ μάτια σου καὶ ἀκοῦς τὴν καρδιά σου νὰ προσεύχεται. Ἐσὺ δὲν βάζεις καμία βία. Προσεύχεται. Ἡ ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» μπορεῖ νὰ γίνει πραγματικότητα σὲ ἐσένα. Ὅπως λέει ὁ Δαυΐδ: «ἐγὼ καθεύδω, ἡ δὲ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» — αὐτὸ ἀκριβῶς. Ἡ καρδιὰ εἶναι στραμμένη στὸν Θεό, ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ σῶμα ξεκουράζεται. Καὶ ἡ καρδιὰ συνεχίζει νὰ λέει τὴν εὐχὴ ἀκόμα καὶ ὅταν ἐσὺ κοιμᾶσαι.

Ἡ εὐχὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὸν κόσμο σὰν ἕνας τρόπος γιὰ νὰ γυμνάζεται ὁ νοῦς ἢ νὰ στρέφεται διαρκῶς πρὸς τὸν Θεό, γιατί «ἄνθρωπος» (ἅμα δεῖτε τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης) σημαίνει «ἄνω θρώσκω», δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ εἶναι στραμμένος ἄνω. Ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶναι στραμμένος πρὸς τὸν Θεό. Θὰ σᾶς πῶ μία προσωπικὴ ἐμπειρία ποὺ ἔχω ἀπὸ τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ τῆς Ἀριζόνας, ἕναν ἄνθρωπο ποὺ τὸν εἶχα γιὰ 10 χρόνια τουλάχιστον πνευματικό. Καὶ τὴν τελευταία ἐξομολόγηση ποὺ εἶχα σὲ αὐτόν, τὸ 2015, μοῦ εἶπε κάτι (μερικοὶ τὸ ξέρετε, δὲν θὰ πάψω νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω). Μοῦ εἶπε: «Ἕνας ἄνθρωπος ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ καὶ μίλησε μὲ τὸν Χριστό. Καὶ τοῦ εἶπε: “Κύριε, πρέπει νὰ τὸ κάνεις πιὸ εὔκολο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους νὰ σῴζονται. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι σήμερα ἀδύναμοι καὶ πέφτουν εὔκολα στὴν ἁμαρτία”. Ὁ Χριστὸς εἶπε σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο: “Θὰ σῴζονται, φτάνει νὰ λένε δύο προσευχές. Ἡ μία ἔχει 5 λέξεις, ἡ ἄλλη ἔχει 4 λέξεις”». Ἔκανε ἔτσι τὸ χεράκι ὁ Γέροντας καὶ μέτρησε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» (αὐτὸς τίς μέτρησε 4, ἐνώνοντας τὸ “ἐλέησον” μὲ τὸ “με”). Καί: «Παναγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς».

Μετὰ ἀπὸ λίγο μοῦ εἶπε τὸ ἴδιο κείμενο σὰν νὰ ἄκουγα ἕνα μαγνητόφωνο. Ὅπως σᾶς τὸ εἶπα. Ἕνας ἄνθρωπος ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, μίλησε μὲ τὸν Χριστό… Ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε: «Θὰ σῴζονται, φτάνει νὰ λένε δύο προσευχές». Ξαναμέτρησε μὲ τὰ δάχτυλά του —εἶναι συντοπίτης σας ἐδῶ, εἶναι Βολιώτης ὁ Γέροντας— «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», «Παναγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς». Σὲ μία ἐποχή ποὺ ἀμφισβητεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ βγάζουν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ποὺ ἀφαιροῦν τίς εἰκόνες ἀπὸ τίς αἴθουσες τῶν δικαστηρίων, ἀπὸ τὰ σχολεῖα τὸν Ἐσταυρωμένο· σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἔχει πληθυνθεῖ ἡ ἁμαρτία, εἰδικὰ τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα στίς μέρες μας ἔχουν ἐξευτελίσει τὴν ἀνθρωπότητα. Δὲν μιλάω γιὰ τὴν χώρα μας μόνο. Μιλάω καὶ γιὰ τὴν Κίνα, τὴν Εὐρώπη, τὴν Ἀφρική, τὴν Ἀμερική. Ἡ ἀνθρωπότητα σὰν σύνολο ἔχει ἐξευτελιστεῖ ἀπὸ τὸν ἀντίδικό μας πάνω στὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα. Καὶ ἔχει καταλυθεῖ ἐξ ὅλου.

Ἕνας λοιπὸν ὁ ὁποῖος λέει τὸ ὄνομα «Ἰησοῦ Χριστέ», κάνει μία πράξη ἐπαναστατική, ὅπως λέει ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ἀπὸ τὴν σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Κάθε φορὰ ποὺ τὸ λὲς αὐτό, μία «ἀτομικὴ βόμβα» ἐκρήγνυται στὸ κεφάλι τοῦ διαβόλου. Μόνο ποὺ θὰ ἐπικαλεσθεῖς τὸ ὄνομα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ». Ξέρετε στὰ ἀρχαῖα χρόνια, ποὺ δὲν εἶχε μὲ ἕναν τρόπο τυποποιηθεῖ ἡ εὐχή, προσευχόντουσαν μόνο ἔτσι: «Χριστέ, Χριστέ». Ἔτσι λέγανε: «Χριστέ μου, Χριστέ μου», μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον σιωπῆς. Γιατί ἡ σιωπὴ προηγεῖται τῆς προσευχῆς. Ἐμεῖς λοιπὸν νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴν εὐχὴ σὰν ἕναν τρόπο γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ τιθασεύουμε τοὺς κακοὺς λογισμούς. Ὅταν λὲς τὴν εὐχή, δὲν μπορεῖ ἰδιαίτερα ὁ πονηρὸς νὰ σὲ ἔχει ὑποχείριό του, οὔτε νὰ σοῦ ὑποβάλει πολλὰ πράγματα στὸ μυαλό. Καὶ ἡ εὐχὴ ἀλλοιώνει τὴν ψυχή σου καὶ δυναμώνει ἡ ἀντίστασή σου στίς μεθοδίες τοῦ πονηροῦ. Τὴν ἀρετὴ τὴν μαθαίνει κανεὶς πρακτικά. Δηλαδή, θὰ μάθει καὶ πράγματα ἀπὸ τίς πτώσεις του: «Τί δὲν ἔκανα καλά; Καὶ γιατί ἔχασα αὐτήν τὴν μάχη;». Τότε ἀναθεωρεῖς, ρωτᾶς τὸν πνευματικό σου, κάποιον ποὺ νὰ ἔχει γνώση ἀπὸ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὰ δύο βιβλία του, τὸν «Ἀόρατο Πόλεμο» καὶ τὸ «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον». Εἶναι βιβλία πάνω σὲ αὐτὸν τὸν τομέα, γιὰ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κάνουν μία πρόοδο στὰ πνευματικὰ καὶ νὰ μποροῦν νὰ ἔχουν «φυλακὴ τοῦ νοός» — δηλαδὴ νὰ κρατοῦν τὸν νοῦ τους σὲ ἐπιφυλακὴ κάποια στιγμή, μέχρι νὰ δυναμώσει ὁ νοῦς καὶ νὰ γίνει κυρίαρχος σὲ ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ νὰ ἀρνεῖται καὶ τὴν παραμικρὴ ροπὴ πρὸς τὴν ἁμαρτία. Νὰ μισεῖ τὴν ἁμαρτία. Τὴν ἁμαρτία τὴν μισοῦμε· δὲν μισοῦμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο —κοιτᾶμε νὰ τὸν σώσουμε— ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία τὴν μισεῖ ὁ νοῦς μας. Ἡ ὕπαρξή μας μισεῖ τὴν ἁμαρτία, ἐπειδὴ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἔτσι, λοιπόν, ἡ δύναμη τῆς εὐχῆς τιθασεύει τὸν λογισμό. Θὰ πρέπει ὅμως ὅλη ἡ ψυχή μας νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεό. Δηλαδὴ θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε πνευματικὴ προσπάθεια, ὁ νοῦς νὰ ἐντοπίζει ποῦ ἔχουμε τὴν ἐκδήλωση ἑνὸς πάθους. Ἂν δὲν μποροῦμε, ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἔχουμε τὴν συμβουλὴ τοῦ πνευματικοῦ μας. Γιατί ὅλοι οἱ ἄλλοι μοῦ φταῖνε; Γιατί δὲν μπορῶ νὰ βγάλω ἕναν λογισμὸ ἀπὸ ἕνα πρόσωπο ποὺ δουλεύουμε μαζὶ στὸ γραφεῖο; Γιατί δὲν μπορῶ νὰ συγχωρήσω; Γιατί ἔχω ἕναν λογισμὸ ποὺ μὲ βασανίζει δεκαετίες τώρα; Θὰ πρέπει λοιπὸν στὴν ἐξομολόγησή μας νὰ τὸ ἐξαγγέλλουμε αὐτό. Γιατί μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ντροπιάσουμε τὸν διάβολο καὶ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ ξαναβάλει. Θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε πλήρη ἐξαγγελία. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν νεαρὸς δόκιμος στὸ μοναστήρι, εἶχα κάθε βράδυ ἐξομολόγηση ἐπὶ τέσσερα χρόνια. Δὲν εἶχα ἰδιαίτερη πεῖρα σὲ αὐτά· τότε τὰ μάθαινα. Ἡ διακονία μου ἦταν νὰ φτιάχνω κεριὰ καὶ ἤμουν πολλὲς ὧρες μόνος μου. Ἔλεγα τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας ποὺ τοὺς εἶχα μάθει ἀπὸ ἔξω, διάβαζα τὴν Παράκληση καὶ μετὰ, στὴν διάρκεια τῆς σιωπῆς, ἔλεγα τὴν εὐχή. Ἅμα τὴν ἄφηνα ὅμως γιὰ λίγο, μετὰ τὸ μυαλό μου ἔφευγε καὶ «κλεπτόταν», καὶ μὲ ὁδηγοῦσε ὁ διάβολος σὲ μία πτώση —δηλαδὴ νὰ τσακώνομαι μὲ τὸν Ἡγούμενο, τέτοια πράγματα. Αὐτὸ μετὰ μὲ πλήγωνε. Καὶ εἶχα εὐλογία κάθε βράδυ νὰ πηγαίνω στὸ κελλὶ τοῦ Ἡγουμένου καὶ νὰ τοῦ λέω: «Ἔχετε πέντε λεπτά; Θέλω νὰ σᾶς πῶ τί ἔγινε σήμερα».

Αὐτὸ μὲ βοήθησε πάρα πολὺ νὰ ἐλέγξω τὸν ἑαυτό μου, νὰ ἐλέγξω τὸν λογισμό μου. Ἦταν μία ἐποχὴ ποὺ μετασχηματίζεσαι. Πρέπει νὰ τὰ ἀλλάξεις ὅλα καὶ νὰ ζήσεις κατὰ Χριστόν. Θυμᾶμαι ἔλεγα στὸν Γέροντα —ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὅλο μὲ αὐτὸν τὰ εἶχα, ὁ πονηρὸς μοῦ ἔβαζε— ὅτι ἐνῷ ἤμουνα νεαρὸς δὲν εἶχα λ.χ. σαρκικοὺς πειρασμούς. Εἶχα ὅμως πειρασμοὺς μὲ τὸν Ἡγούμενό μου, ποὺ εἶναι χειρότεροι. Εἶχαν βάση τὸν ἐγωισμό, τὴν περηφάνεια· ὅτι κάτι δὲν πήγαινε καλὰ μὲ τὸν Ἡγούμενο. Ἐγὼ ποὺ ἔκανα τὰ πρῶτα βήματα στὰ πνευματικά, «ἤξερα» πιὸ πολλά. Καὶ στὸν λογισμὸ τὸν κατέκρινα. Ἀμέσως μετὰ εἶχα ἐνοχές. Ἀλλὰ κάθε βράδυ τίς ἐξομολογούμουνα. Καὶ προσπαθοῦσα νὰ βρῶ ἕνα στίγμα: «Τί εἶμαι ἐγώ;». Ἔβλεπα ὅτι αὐτὸ ποὺ εἶχα χτίσει ὡς κοσμικός, κατέρρεε. Καὶ θυμᾶμαι ἔλεγα στὸν Γέροντα: «Ξέρετε, ἐγὼ δὲν εἶμαι αὐτὸς ποὺ νομίζετε». «Δηλαδή, τί νομίζω;», μοῦ ἔλεγε (εἶχε πολὺ συγκατάβαση). Λέω ὅτι «ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχω ἰσχυρὴ θέληση καὶ τέτοια… δὲν εἶμαι τέτοιο πρᾶγμα». «Τί εἶσαι;». «Δὲν ξέρω τί εἶμαι, πάντως αὐτὸ δὲν εἶμαι». Αὐτὸς εἶναι ὁ μετασχηματισμὸς τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ ζεῖ κατὰ Χριστόν.

Ἴσως, ἐπειδὴ εἶχα δεῖ διάφορες ταινίες καὶ εἶχα ἐπίδραση ἀπὸ τὴν κυρίαρχη κουλτούρα —νὰ ποῦμε ἔτσι— καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ἀπέρριπτα, τοῦ ἔλεγα κάθε φορά ὅτι «ξέρετε, ἐγὼ αὐτὸ τὸ ἐντόπιζα ἀπὸ ποῦ τὸ εἶχα… τὸ πῆρα αὐτὸ ἐπειδὴ διάβασα ἕνα βιβλίο ἢ ἐπειδὴ εἶδα μία ταινία καὶ μετὰ υἱοθέτησα ἕναν τρόπο συμπεριφορᾶς». Ἀκόμα καὶ μία στάση τοῦ σώματος. «Ἀλλὰ δὲν εἶμαι αὐτό. Αὐτὸ εἶναι ἐπίκτητο, τὸ ἀντέγραψα. Καὶ ἐγώ, γέροντα, δὲν εἶμαι αὐτὸς πάντως». «Ναί, παιδάκι μου… καὶ τί εἶσαι;», μοῦ ἔλεγε. «Δὲν ξέρω τί εἶμαι. Πάντως ξέρω τί δὲν εἶμαι». Δηλαδὴ παρουσιάζω μία εἰκόνα τὴν ὁποία ἔχω ἀντιγράψει ἀπὸ τὰ προτεινόμενα πρότυπα συμπεριφορᾶς (οἱ Ἀμερικανοὶ τὰ λένε role models). Οἱ ἄνθρωποι συνήθως ἀντιγράφουν συμπεριφορὲς ἀπὸ κάποιους οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ μοντέλο τους. Μπορεῖ τὸ μοντέλο σου νὰ εἶναι ἕνας πολιτικός, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ Μαντόνα γιὰ τὰ κοριτσάκια μας, ἢ ἡ Ριάνα, ἢ οἱ Ρόλινγκ Στόουνς στὰ χρόνια μου. Βλέπετε πόσα ἐπίκτητα «σκουπίδια» ἔχει τὸ μυαλό μας;

Θὰ πρέπει νὰ κάνεις μία προσπάθεια νὰ βγεῖς ἀπὸ αὐτό. Καὶ νὰ μετασχηματίσεις ὅλο σου τὸν χαρακτῆρα, ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς σου, σὲ ἕναν χαρακτῆρα κατὰ Χριστόν. Ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχεις ὁπωσδήποτε τὴν προσευχή. Δὲν γίνεται χωρὶς προσευχὴ στὸν Χριστό. Σήμερα ἔχουν μεγάλη διάδοση στίς δυτικὲς κοινωνίες θεωρίες ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸν ἔλεγχο τοῦ νοῦ (Mind control) ἢ μὲ τὴν αὐτοσυγκέντρωση, μέθοδοι γιόγκα. Εἶναι τελείως σατανικά. Προσπαθεῖς νὰ συγκεντρώσεις τίς δυνάμεις τοῦ νοῦ σου, ἀλλὰ νὰ τίς δώσεις ποῦ, ἅμα δὲν τίς δώσεις στὸν Χριστό; Μόνο ὁ διάβολος εἶναι ἰδιοκτήτης αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Καὶ μόνο τὸ ὄνομα «Χριστός» τρομάζει τὸν διάβολο. Οἱ πρῶτοι Ἀπόστολοι ἔλεγαν στὸν Χριστό: «ἐν τῷ ὀνόματί σου καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν». Στὸ ὄνομά Σου βγάζουμε τὰ δαιμόνια. Λέμε σὲ ἕναν δαιμονισμένο: «στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, διάβολε, ἔξελθε». Καὶ ἐξέρχεται. Στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ πρέπει λοιπὸν ἐμεῖς διαρκῶς αὐτὸ τὸ ὄνομα —ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ «ὑπὲρ πᾶν ὄνομα»— νὰ τὸ ἔχουμε στὸν νοῦ μας, στὰ χείλη μας, στὴν καρδιά μας. Εἶναι ἀπαραίτητο αὐτό.

Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ λέει ὅτι, ἂν ἔρθουν δύσκολες μέρες, αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν εὐχὴ θὰ ἔχουν καθαρὸ νοῦ γιὰ τὸ τί θὰ κάνουν. Ἢ ἂν ἡ εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», αὐτενεργεῖται στὸ μυαλό σου, ὅταν ἡ ψυχή σου ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ δὲν περνάει ἀπὸ τὰ Τελώνεια. Δὲν μποροῦν τότε νὰ τὴν ζυγώσουν οἱ δαίμονες. Ἄρα, γιὰ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ, θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι τὸ κυρίαρχο γεγονὸς στὴν ζωή μας· εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ καὶ προσπαθοῦμε νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν. Εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ, γιατί εἴμαστε βαπτισμένοι καὶ μυρωμένοι. Τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως μιλάει γιὰ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ σημεῖο τοῦ Ἀρνίου. Ἐμεῖς τὸ ἔχουμε. Ὅταν βαπτιστήκαμε, στὸ δεύτερο μυστήριο ποὺ λέγεται Χρῖσμα, ὁ ἱερέας μᾶς ἔβαλε Ἅγιο Μύρο. Μᾶς μύρωσε. Καὶ εἶπε: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Ἐκεῖ πήραμε καὶ χαρίσματα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὰ ὁποῖα συνήθως τὰ ἔχουμε, ἀλλὰ δὲν τὰ ἔμεθα ἐνεργοποιήσει. Τὰ ἔχουμε ἀνενεργὰ μέσα στὴν ψυχή μας. Καὶ δὲν κάναμε τὸν κόπο νὰ τὰ ἐνεργοποιήσουμε.

Ἄρα, λοιπόν, δὲν εἶναι μόνο νοητικὴ προσπάθεια ἡ διαχείριση τῶν λογισμῶν. Πρέπει ὅλη ἡ ψυχή μας νὰ στραφεῖ καὶ νὰ γίνει οὐράνια. Αὐτὸ εἶναι ἔργο μίας ὁλόκληρης ζωῆς. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἄλλο καθῆκον γιὰ ἐμᾶς σὲ αὐτὴν τὴν ζωή, παρὰ νὰ προσπαθήσουμε νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστὸν καὶ μὲ ἕναν τρόπο νὰ «Χριστοποιήσουμε» τὴν ὕπαρξή μας. Ἐὰν θεωροῦμε τὸν Χριστό… βαρετὸ σὲ μερικά σημεῖα καὶ θέλουμε νὰ δοῦμε καλύτερα τὸν τελικὸ στὸ μπάσκετ παρὰ νὰ κάνουμε προσευχή, ἔχουμε δρόμο νὰ κάνουμε. Δηλαδή, στὸν οὐρανὸ δὲν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Χριστό. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἥλιος. Ὁ Παράδεισος καταυγάζεται ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Προσώπου Του. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς τὸ δώσει αὐτό. Νὰ μποροῦμε δηλαδὴ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε ἀπὸ ὅλο τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας, καὶ ἂς μὴν ἀξίζουμε. Νὰ τὸ ζητήσουμε σὰν δῶρο: «Ἀφοῦ τόσο πολὺ μᾶς ἀγαπᾶς, βοήθησέ μας, δῶσε μου νὰ Σὲ ἀγαπήσω». Ὅπως ὁ Χριστός, ὅταν κάποιος τοῦ εἶπε «πῶς θὰ πάω στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», δὲν εἶπε νὰ κάνεις μετάνοιες, δὲν εἶπε νὰ κάνεις μία δωρεὰ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶπε: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου».

Ἄρα σὲ αὐτὴν τὴν ζωὴ ἤρθαμε γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε· νὰ μάθουμε νὰ ἀγαποῦμε. Καὶ ἂν ἀποτύχουμε καὶ κουραστοῦμε, εἶναι ἐπειδὴ ἀποτύχαμε νὰ ἀγαπήσουμε κάτι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε αὐτό, θὰ πρέπει νὰ κάνουμε μία συνολικὴ προσπάθεια, ὅπως μὲ ἕναν τρόπο προσπάθησα νὰ σᾶς περιγράψω στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ὁμιλίας. Νὰ κάνουμε μία συνολικὴ προσπάθεια νὰ μετασχηματιστεῖ ὅλη ἡ ὕπαρξή μας, τὸ εἶναι μας, καὶ νὰ «Χριστοποιηθεῖ» κάθε ἴνα τῆς ὕπαρξής μας. Αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ μέριμνά μας. Πῶς ἐμεῖς θὰ εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅ,τι κάνουμε νὰ εἶναι κατὰ Χριστόν. Ἀκόμη καὶ μεταξύ μας ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι «ἐν Χριστῷ» ἀγάπη. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε κάτι στὸ σύμπαν ποὺ νὰ μὴν εἶναι ὁ Θεὸς ἐκεῖ. Δὲν ὑπάρχει ἕνα στίγμα ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός. Ἀκόμα καὶ στὸ ζευγάρι δὲν εἶναι δύο, εἶναι τρεῖς· εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς ἐκεῖ. Καὶ εὐλογεῖ τὴν ἕνωσή τους. Δὲν μποροῦμε νὰ παράξουμε κάτι ἔξω ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅ,τι κάνουμε νὰ τὸ κάνουμε «σὺν Θεῷ»· γιὰ τὸν Θεό, μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ μέριμνα τῆς ζωῆς μας.

Θὰ κάνουμε μία ἀνασκόπηση —γιατί μοῦ φαίνεται ὅτι σᾶς κούρασα— καὶ νὰ κλείσουμε. Μετὰ ἅμα θέλετε κάνετε ἐρωτήσεις, θὰ τίς ἀκούσουμε. Εἴπαμε γιὰ τὸν νοῦ, τὸ τριμερὲς τῆς ψυχῆς· εἴπαμε ὅτι ὁ νοῦς εἶναι ὀφθαλμός, ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, ἡ κυρίαρχη δύναμη τῆς ψυχῆς. Εἴπαμε ὅτι καθὼς περνᾶμε τίς «μεθηλικιώσεις» προχωρᾶμε στὴν πνευματικὴ ὡριμότητα. Δὲν ὑπάρχει «πνευματικὴ ζωή» —εἶναι λάθος ἡ ἔκφραση κατὰ τὴν γνώμη μου— ὑπάρχει «ἐν Χριστῷ ζωή» μόνο. Καθὼς λοιπὸν περνᾶμε στάδια γιὰ νὰ φτάσουμε τίς μεθηλικιώσεις τοῦ Χριστοῦ, κάποια στιγμὴ θὰ πρέπει νὰ μετασχηματίσουμε αὐτὸ στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ ἡ ἡδονὴ μέσα μας καὶ νὰ πᾶμε σὲ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «πέραν τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης». Πᾶμε δηλαδὴ στὸν Χριστό.

Καὶ ἐκεῖ ἔχω σημειώσει 10 σημεῖα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν διαχείριση τῶν λογισμῶν:

  1. Δὲν εἶναι ὅλοι οἱ λογισμοὶ δικοί σου.

  2. Ὁ ἀντίδικος μπορεῖ νὰ σοῦ ὑποβάλει ἕναν λογισμό.

  3. Δὲν ἁμαρτάνεις μὲ ἕναν λογισμό· ἁμαρτάνεις ὅταν τὸν ἀποδεχθεῖ ἡ ψυχή σου. Δηλαδὴ δὲν μπορεῖ νὰ σὲ σπρώξει ὁ πονηρὸς σὲ μία ἁμαρτία.

  4. Μπορεῖ νὰ σοῦ τὴν προτείνει ἢ νὰ σοῦ παρουσιάσει μία ἁμαρτία σὰν κάτι ἑλκυστικό.

  5. Ὁ ἀντίδικος μπορεῖ νὰ σοῦ «προτείνει» μόνο τὴν ἁμαρτία.

  6. Μὴ διαλέγεσαι μὲ τὸν λογισμό. Πρέπει νὰ τὸ μάθετε: νὰ μὴν κουβεντιάζετε μὲ τὸν λογισμό.

  7. Θὰ πρέπει νὰ γυμνάσουμε τὸν νοῦ μας σχετικά μὲ ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὴν «ἐπιφυλακὴ τοῦ νοός», ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ φιλτράρει ὅ,τι περνάει ἀπὸ μέσα καὶ νὰ κόβει αὐτὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κατὰ Χριστόν.

  8. Ἡ δύναμη τῆς εὐχῆς τιθασεύει τὸν λογισμό.

  9. Ἡ εὐχὴ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο. (Ὑπάρχει ἕνα βιβλίο, ποὺ σίγουρα τὸ ξέρετε, ποὺ λέγεται «Οἱ περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ», τὸ ὁποῖο εἶναι μία θαυμάσια εἰσαγωγὴ στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό).

  10. Τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι μία πολυτέλεια, ἀλλὰ εἶναι μία ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ ἄνθρωπος γενικά, ὅταν δὲν προσεύχεται, εἶναι κάτι παγωμένο. Εἶναι σὰν μία ἠλεκτρικὴ σόμπα: ὅταν τὴν βάζεις στὴν πρίζα, τότε θερμαίνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ καὶ φῶς καὶ θερμότητα. Ὅταν βγεῖ ἀπὸ τὴν πρίζα, μετὰ ἀπὸ λίγο κρυώνει καὶ στὸ τέλος παγώνει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βοηθήσει. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ψυχή. Ἐμεῖς ἀπὸ μόνοι μας τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ πετύχουμε, ἂν δὲν τὸ κάνουμε μέσω τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε πολὺ καθαρά: «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Τί ἔχεις ποὺ ἐγὼ δὲν σοῦ τὸ ἔδωσα; Ἂν μπορούσαμε νὰ σωθοῦμε χωρὶς τὸν Χριστό, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς σώσει ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἀβραάμ… τεράστια ἀναστήματα. Δὲν μποροῦσε ἡ ἀνθρωπότητα νὰ συνέλθει ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, παρὰ μονάχα ἂν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐνανθρώπησε —δηλαδὴ προσέλαβε στὴν ὑπόστασή Του τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ μᾶς ἐθέωσε.

Αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖο πρᾶγμα ποὺ θὰ σᾶς πῶ σὰν ἐπίλογο: Ἀξίζει τὸν κόπο αὐτὴ ἡ προσπάθεια. Ἐγὼ χαίρομαι ποὺ ἀσχολεῖστε μὲ τὰ πνευματικὰ καὶ ἔχετε ἀνησυχίες. Γιατί ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου (βγῆκε σχετικὰ ἕνα πολὺ ὡραῖο βιβλιαράκι τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου τῆς Μονῆς Γρηγορίου, π. Γεωργίου Καψάνη) εἶναι ἡ θέωση. Ὁ Θεὸς γιὰ αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος, λέει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, «ἵνα ὁ ἄνθρωπος θεὸς γένηται». Αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ἀγωνιζόμαστε εἶναι γιὰ νὰ γίνουμε θεοὶ «κατὰ χάριν». Αὐτὸ ποὺ μᾶς πρόσφερε ὁ Θεὸς μὲ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴν Ἀνάληψή Του εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπῆρε γιὰ πάντα τὴν ἀνθρώπινη φύση ὑπὸ τὴν προστασία Του. Ἄρα στὴν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχει ἕνα Πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἔχει τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση, τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἄρα ἡ φύση μας θεώθηκε. Ἂν θὰ σωθοῦμε, θὰ εἴμαστε θεοὶ κατὰ χάριν, ὄχι κατ’ οὐσίαν. Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ἑνωτοῦμε μὲ τὸν Χριστὸ μὲ τὴν πνευματικὴ προσπάθεια, μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ κυρίως μὲ τὴν προσευχή. Καὶ αὐτὸ ποὺ μᾶς περιμένει εἶναι ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό.

Αὐτὸ ἂν τὸ σκεφτεῖ κανεὶς εἶναι ἀδιανόητο. Τὸ ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης στοὺς χωρικοὺς ἐκεῖ, ὅταν πήγαινε στὰ χωριά καὶ κήρυττε, καὶ τοῦ ἔλεγαν: «ἐμεῖς δὲν θέλουμε νὰ γίνουμε θεοί, ἐμεῖς θέλουμε νὰ σωθοῦμε». Προσπαθοῦσε νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖο μᾶς περιμένει εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ λέει μὲ ἁπλὰ λόγια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: ὅτι «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε…». Ἀξίζει λοιπὸν τὸν κόπο σὲ μία ἐποχὴ ποὺ εἶναι σὲ πτώση οἱ πιὸ πολλὲς ἀξίες, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἡ ἁμαρτία βασιλεύει καὶ ποὺ γίνονται ἀδιανόητα πράγματα —ὅπως νὰ παντρεύονται ἄνδρες μὲ ἄνδρες, ποὺ θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ μποῦν καὶ στὸν λογισμό μας πρὶν ἀπὸ 30-40 χρόνια— ἐμᾶς ἡ ἀντίστασή μας ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μᾶς ἀναμορφώνει εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ καθήσουμε στὸ κρεβάτι μας ἢ στὸ δωμάτιό μας καὶ νὰ ἔχουμε τὸ καντηλάκι μας (καὶ δὲν χρειάζεται εἰκόνα οὔτε θυμιατό) καὶ νὰ ποῦμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».

Εὔχομαι νὰ προσθέσετε τὸν ἑαυτό σας μέσα σὲ αὐτὴν τὴν «στρατιὰ» ποὺ ὑπάρχει στὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλάδα ἔχει μία «ἐσωτέρα Ἑλλάδα». Ὅπως ἔχει ἡ ἐλιὰ τὸ κουκούτσι της, ὁ πυρήνας τοῦ ἔθνους μας εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦμε νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται. Ὅταν ἔχουνε πτώσεις, κλαῖνε, στεναχωριοῦνται, ἐξομολογοῦνται, σηκώνονται καὶ συνεχίζουν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸ «ἁλάτι τῆς γῆς». Εἶναι μικρὸ φύραμα, τὸ ὁποῖο ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι θὰ ζυμώσει ὅλη τὴν Ἑλλάδα, ἴσως καὶ ὅλο τὸν κόσμο, σύμφωνα μὲ τὰ ἀψευδῆ λόγια τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶπε: «μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ». Εὔχομαι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ περάσει μέσα σας, νὰ συνεχίσετε αὐτὴν τὴν θεοφιλῆ διακονία ποὺ κάνετε, ὁ Θεὸς νὰ σᾶς δώσει πλούσια τὰ ἐλέη Του καὶ ἀνάμεσα ἀπὸ ἐσᾶς νὰ ἀναδειχθοῦν προσωπικότητες ποὺ θὰ χρειαστοῦν στὴν ἀναμόρφωση τῆς πατρίδας μας γιὰ νὰ ζήσει κατὰ Χριστόν. Νὰ ἔχετε ὅλοι τὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.