Γωνιά της Γλώσσας 191 – Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη: Οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες

Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη

Οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες

Ὕλη ἦταν ἡ δασώδης περιοχή, τὸ ξύλο, τὸ δάσος. Ἀργότερα δήλωνε τὸ ὑλικό, δεδομένου ὅτι τὸ ξύλο γιὰ τοὺς ἀρχαίους ἦταν τὸ κατεξοχὴν ὑλικό. Ὡς πρῶτο συνθετικὸ ἀπαντᾶται σὲ πολλὰ σύνθετα: ὑλο-τόμος, ὑλο-δρόμος, ὑλο-κοίτης. Ἀπὸ τὴν ὕλη παράγεται τὸ διυλίζω (καθαρίζω) καὶ τὸ διυλιστήριο. Τὸ ρῆμα «διυλίζω» μᾶς εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν πασίχρηση θεία ρήση «ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες» (Κατὰ Ματθαῖον 23, 24). Ὁ Κύριος στὸ χωρίο αὐτὸ ὑπαινίσσεται ὅτι οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ὄχι μόνον ἐνεργοῦσαν καὶ συμπεριφέρονταν ὑποκριτικά, ἀλλὰ ἐδίδασκαν ὑποκριτικά. Ἡ μετοχὴ «διυλίζοντες» ἔχει τὴν ἔννοια ὅτι στραγγίζουν, καθαρίζουν τὸν κώνωπα. Ἂν ἔπεφτε τὸ κουνούπι (κώνωψ) μέσα στὸ κρασί, πίστευαν ὅτι θὰ τοὺς μολύνῃ, γι’ αὐτὸ καὶ στράγγιζαν τὸ κρασὶ γιὰ νὰ μὴν καταπιοῦν κάποιο κουνούπι. Κατὰ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο ἡ κάμηλος ἦταν ἀκάθαρτη καὶ ἦταν σύμβολο ἀχαλίνωτης ἐπιθυμίας στὴν ζωή. Ἄρα οἱ γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι δὲν εἶχαν πρόβλημα νὰ καταπιοῦν τὴν κάμηλο ποὺ ἦταν πολὺ πιὸ ἀκάθαρτη ἀπὸ ἕνα κουνούπι, ὅμως τὸ κουνούπι τὸ στράγγιζαν μὴ τυχὸν καὶ μολυνθοῦν! (Χρήστου Σπ. Βούλγαρη, Ἑρμηνευτικὸν Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα 2018, σελ. 669-670).

 

ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ ΕΔΩ