Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: θ΄. Ἄρρητη εὐωδία ἀπό τόν Γέροντα

     Μί­α ἄλ­λη φο­ρά πού εἶ­χα πά­ει νά μεί­νω στό Μονα­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ», δι­η­γεῖ­ται ὁ π. Παῦλος Τσου­κνί­δας, «ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α Λει-τουρ­γί­α καί ἐ­κεί­νη τήν μέ­ρα ἦ­ταν Λει­τουρ­γός ὁ ἴδιος ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος, πε­ρί­με­να ὥς τό ἀ­πό­γευ­μα γι­ά νά τόν δῶ κατ᾽ ἰ­δί­αν, δι­ό­τι ὅ­ταν μι­λοῦ­σες μα­ζί του ἔ­νοι­ω­θες ἄλ­λος ἄν­θρω­πος, πε­τοῦ­σες, σοῦ με­τέ­δι­δε τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί τήν οὐ­ράνια εὐ­ω­δί­α πού ἔ­βγαι­νε ἀ­π᾽ τό σῶ­μα του· τοὐ­λά­χι­στον ἐγώ ὁ ἁ­μαρ­τω­λός, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί ταῖς πρε­σβεί­αις τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, ἔ­νοι­ω­θα τήν ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α ὅ­ταν ἤ­μουν δί­πλα του, ἀλ­λά δέν τοῦ τό ἔ­λε­γα, για­τί κα­τά­λα­βα ὅ­τι τόν στε­νο­χω­ροῦ­σα. Μά­λι­στα ἤ­θε­λα πάν­τα νά τόν κα­θυ­στε­ρῶ στίς πνευ­μα­τι­κές συ­ζη­τή­σεις πού ἔ­κα­να μα­ζί του, γι­ά νά αἰ­σθά­νω­μαι πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα αὐ­τές τίς οὐ­ρά­νι­ες εὐ­ω­δί­ες.

»Κάποια μέ­ρα, συ­ζη­τού­σα­με πνευ­μα­τι­κά θέμα­τα μέ τόν γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο πί­σω ἀπ᾽ τό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα στό ξύ­λι­νο μπαλ­κό­νι τῆς Μο­νῆς. Ἐ­γώ τόν ἄ­κου­γα καί χαι­ρό­μουν σάν μι­κρό παι­δί πού ἀ­κού­ει τόν παπ­ποῦ του νά τοῦ λέ­η ἱ­στο­ρί­ες. Ὅ­μως ἐ­κεῖ πού μιλού­σα­με, ἀπ᾽ τό σῶ­μα του καί ἀπ᾽ τό κε­φά­λι του ἔβγαινε ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α πού σέ πλημμύριζε καί δέν ἤθε­λες νά φύ­γης ἀ­πό δί­πλα του. Γι­ά μία­ στιγ­μή τοῦ λέω:

— Γέ­ρον­τα, τό κε­φά­λι σου εὐ­ω­δι­ά­ζει πο­λύ. Καί ἐ­κεῖ­νος:

— Ὄ­χι, ὄ­χι, πά­τερ μου, ἔρ­χε­ται ἀπ᾽ τόν Ὅ­σι­ο ἡ εὐ­ω­δί­α!

— Μά, Γέ­ρον­τα, τοῦ λέ­ω ἐ­γώ, νά, ἀπ᾽ τό κε­φά­λι σας ἔρ­χε­ται! Καί ὁ Γέ­ρον­τας:

— Ὄ­χι, ὄ­χι, πά­τερ μου, ἀπ᾽ τόν ἅ­γι­ο Δαυ­ΐδ ἔρχε­ται· μή λές τέ­τοι­α, πά­τερ Παῦ­λο, νἄ­χω­με καί λί­γο τα­πεί­νω­ση!».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 139-140

Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις