
Μία ἄλλη φορά πού εἶχα πάει νά μείνω στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ», διηγεῖται ὁ π. Παῦλος Τσουκνίδας, «ἀφοῦ τελείωσε ἡ θεία Λει-τουργία καί ἐκείνη τήν μέρα ἦταν Λειτουργός ὁ ἴδιος ὁ γέροντας Ἰάκωβος, περίμενα ὥς τό ἀπόγευμα γιά νά τόν δῶ κατ᾽ ἰδίαν, διότι ὅταν μιλοῦσες μαζί του ἔνοιωθες ἄλλος ἄνθρωπος, πετοῦσες, σοῦ μετέδιδε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν οὐράνια εὐωδία πού ἔβγαινε ἀπ᾽ τό σῶμα του· τοὐλάχιστον ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί ταῖς πρεσβείαις τοῦ ὁσίου Δαυΐδ, ἔνοιωθα τήν ἄρρητη εὐωδία ὅταν ἤμουν δίπλα του, ἀλλά δέν τοῦ τό ἔλεγα, γιατί κατάλαβα ὅτι τόν στενοχωροῦσα. Μάλιστα ἤθελα πάντα νά τόν καθυστερῶ στίς πνευματικές συζητήσεις πού ἔκανα μαζί του, γιά νά αἰσθάνωμαι περισσότερη ὥρα αὐτές τίς οὐράνιες εὐωδίες.
»Κάποια μέρα, συζητούσαμε πνευματικά θέματα μέ τόν γέροντα Ἰάκωβο πίσω ἀπ᾽ τό Ἱερό Βῆμα στό ξύλινο μπαλκόνι τῆς Μονῆς. Ἐγώ τόν ἄκουγα καί χαιρόμουν σάν μικρό παιδί πού ἀκούει τόν παπποῦ του νά τοῦ λέη ἱστορίες. Ὅμως ἐκεῖ πού μιλούσαμε, ἀπ᾽ τό σῶμα του καί ἀπ᾽ τό κεφάλι του ἔβγαινε ἄρρητη εὐωδία πού σέ πλημμύριζε καί δέν ἤθελες νά φύγης ἀπό δίπλα του. Γιά μία στιγμή τοῦ λέω:
— Γέροντα, τό κεφάλι σου εὐωδιάζει πολύ. Καί ἐκεῖνος:
— Ὄχι, ὄχι, πάτερ μου, ἔρχεται ἀπ᾽ τόν Ὅσιο ἡ εὐωδία!
— Μά, Γέροντα, τοῦ λέω ἐγώ, νά, ἀπ᾽ τό κεφάλι σας ἔρχεται! Καί ὁ Γέροντας:
— Ὄχι, ὄχι, πάτερ μου, ἀπ᾽ τόν ἅγιο Δαυΐδ ἔρχεται· μή λές τέτοια, πάτερ Παῦλο, νἄχωμε καί λίγο ταπείνωση!».
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕ
