Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: α΄. Σκι­α­γρα­φί­α τοῦ Γέ­ρον­τα β’

     »Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­ρι­στος πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας. Ἐ­φάρ­μο­ζε τήν ἀρ­χὴ τῆς ἐ­ξα­το­μι­κεύ­σε­ως καί συμ­βού­λευ­ε ἀ­νά­λο­γα τόν κά­θε ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νο. Εἶ­χε καί τό δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα καί ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τόν ἄλ­λον, ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τό πρό­βλη­μά του καί τήν ἁμαρ­τί­α πού εἶ­χε κά­νει, χω­ρίς ἐ­κεῖ­νος νά προ­λά­βη κἄν νά τοῦ μι­λή­ση σχε­τι­κά μ᾽ αὐ­τά. Ἔ­φερ­νε σέ συ­ναί­σθη­ση τόν ἄλ­λον μέ πά­ρα πο­λύ δι­α­κρι­τι­κό τρό­πο καί συ­χνά ἀ­νέ­φε­ρε ἕ­να γε­γο­νός ἀ­πό τήν ζω­ή συγ­γε­νῶν του ἤ τήν δι­κή του ἤ ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, ἔτ­σι ὥ­στε αὐ­τός πού ἄ­κου­γε τήν ἱ­στο­ρί­α, κα­τα­λά­βαι­νε τό μή­νυ­μα πού ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση ὁ Γέ­ρον­τας, χω­ρίς αὐ­τοί πού ἦ­ταν γύ­ρω του νά κα­τα­λά­βουν τίποτα.

»Κα­θη­με­ρι­νά, πολ­λοί ἄν­θρω­ποι πή­γαι­ναν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ γι­ά νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο. Ὁ Γέροντας πο­νοῦ­σε μέ τόν πό­νο τοῦ ἄλ­λου καί ἔ­κλαι­γε καί προ­σευ­χό­ταν καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ἀ­θά­να­της ψυ­χῆς. Σάν Πνευ­μα­τι­κός, δέν ἔ­βα­ζε αὐ­στη­ρο­ύς κα­νό­νες. Πό­σοι ἄν­θρω­ποι πή­γαι­ναν ἐ­κεῖ πι­κρα­μέ­νοι καί ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νοι καί ἔ­φευ­γαν μέ λαμ­πε­ρά πρό­σω­πα, μέ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη πράγ­μα­τι καί ἀ­να­γεν­νη­μέ­νη τήν ψυ­χή. Πολ­λές ψυ­χές θε­ρα­πεύ­ον­ταν καί σώ­ζον­ταν καί ὁ­δη­γή­θη­καν στήν με­τά­νοι­α καί στήν γνή­σια μετα­στρο­φή πρός τόν Κύ­ριο. Ἡ δι­ά­κρι­ση, ἡ πρα­ό­της καί ἡ γα­λή­νη πού εἶ­χε ὁ Γέ­ρον­τας χω­ρίς πο­τέ νά εἶ­ναι φορ­τι­κός ἤ πι­ε­στι­κός, ἄ­φη­νε τέ­τοι­α ἄ­νε­ση στόν ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νο, πού εὔ­κο­λα ἄ­νοι­γε τήν καρ­διά του καί ἔ­λε­γε τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Ἀλ­λά καί ὅ­σους δί­στα­ζαν ἤ ντρέ­πον­ταν νά ὁ­μο­λο­γή­σουν κά­ποι­ο σο­βα­ρό ἁ­μάρ­τη­μά τους, ὅ­πως προ­α­να­φέ­ρα­με, τούς τό ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας πού λό­γῳ τοῦ δι­ο­ρα­τι­κοῦ χα­ρί­σμα­τός του τό ἔ­βλε­πε, καί ἔ­τσι μ᾽ αὐ­τόν τόν τρό­πο τούς βο­η­θοῦ­σε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν σω­στά. Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος τό­νι­ζε ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­πρε­πε νά φεύ­γη ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α θε­ρα­πευ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει καί τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ με­τά τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση νά ξε­χνά­η ὅ­σα δέν χρει­ά­ζον­ται καί νά θυ­μᾶ­ται αὐ­τά μό­νον πού πρέ­πει, γι­ά νά προ­σεύ­χε­ται. Καί τούς πε­ρί­με­νε νά ξα­να­πᾶ­νε γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Ὅ­σους ἔ­βλε­πε νά μήν με­τα­νο­οῦν, ἔ­λε­γε ὅ­τι δέν εἶ­χε τό δι­καί­ω­μα νά τούς δι­α­βά­ζη τήν συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή. Ἔ­τσι ἐ­πε­τέ­λε­σε ὁ Γέ­ρον­τας μέ τό­ση ἐ­πι­μέ­λεια καί ἀφά­νεια ἕ­να τε­ρά­στιο πνευ­μα­τι­κό ἔργο.   

»Ὅ­λη ἡ ζω­ή τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου ἦ­ταν μί­α ζῶ­σα μαρ­τυ­ρί­α τοῦ ζῶν­τος Ἰ­η­σοῦ. Εἶ­χε με­γά­λα πνευμα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα. Εἶ­χε πάν­τα σω­στή κρί­ση. Κα­τόρ­θω­νε νά εἰ­σχω­ρῆ πάν­τα στό βά­θος τῶν πραγμάτων, τῶν γε­γο­νό­των καί τῶν κα­τα­στά­σε­ων καί ἀ­τέ­νι­ζε μέ στα­θε­ρό­τη­τα τά ὑ­ψη­λά.

»Εἶ­χε με­γά­λη ἀ­γα­θό­τη­τα καί ἀρ­χον­τι­ά. Εἶ­χε με­γά­λη φω­τει­νό­τη­τα καί σε­μνό­τη­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­πί­γει­ος Ἄγ­γε­λος. Ὁ τρό­πος πού ἐ­κι­νεῖ­το, πού περπα­­τοῦ­σε, πού μι­λοῦ­σε, ἦ­ταν χα­ρι­τω­μέ­νος. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πού ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τούς ἄλ­λους μέ τά μι­κρά τους ὀ­νό­μα­τα. Ὑ­πῆρ­χε ἔτ­σι μί­α οἰ­κει­ό­τη­τα καί μί­α τρυ­φε­ρό­τη­τα με­τα­ξύ τοῦ Γέ­ρον­τα καί τῶν προ­σκυ­νη­τῶν. Χαί­ρον­ταν ὅ­λοι νά τόν ἀ­κοῦν. Ἔ­νοι­ωθαν­ ἀ­σφά­λει­α κον­τά του. Εἶ­χε ἕ­να λό­γο ἀ­γά­πης καί παρη­γο­ρι­ᾶς γι­ά ὅ­λους. Ὁ λό­γος του ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στος καί πο­τέ δέν κού­ρα­ζε κα­νέ­ναν. Ἔ­λε­γε στόν κάθε προσκυ­νη­τή αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­πρε­πε νά ἀ­κού­ση ἤ γι­ά νά λύ­ση κά­ποι­ο πρό­βλη­μα πού τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἤ νά τόν βο­η­θή­ση νά σώ­ση τήν ψυ­χή του. Ὁ Γέ­ρον­τας ἐ­πει­δή ἦ­ταν δο­χεῖ­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, με­τα­λαμ­πά­δευ­ε καί στούς ἄλ­λους τό φῶς πού εἶ­χε ζήσει ὁ ἴ­δι­ος. Εἶ­χε χα­ρα­κτῆ­ρα εὐ­θύν, εἰ­λι­κρι­νῆ καί ἀ­νυ­πό­κρι­τον.

»Ἦ­ταν λε­πτός καί εὐ­γε­νι­κός πρός ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους καί πρός αὐ­τούς ἀ­κό­μη πού τόν στενο­χω­ροῦ­σαν. Ὁ ἴ­διος ὑ­πέ­φε­ρε, χω­ρίς νά δη­μι­ουρ­γῆ πρό­βλη­μα στούς ἄλ­λους. Σή­κω­νε πά­νω του τήν πι­κρί­α, χω­ρίς νά θε­λή­ση πο­τέ νά δεί­ξη στούς ἄλ­λους ὅ­τι τόν πί­κρα­ναν. Φε­ρό­ταν καί σ᾽ αὐ­τούς μέ εὐ­γέ­νεια. Βέ­βαι­α, δέν πρέ­πει νά ξε­χνᾶ­με ὅ­τι στήν ζω­ή του δέ­χτη­κε πολ­λές δο­κι­μα­σί­ες καί πι­κρί­ες. Τίς σή­κω­σε μέ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν Θε­ό. Ἡ λε­πτό­τη­τά του ἦ­ταν δεῖγ­μα με­γά­λης ψυ­χι­κῆς προ­ό­δου καί πνευ­μα­τι­κῆς κα­τά­κτη­σης.

»Συ­νε­χῶς κα­θώς μι­λοῦ­σε, κά­θε λί­γο ἔ­λε­γε ”μέ συγ­χω­ρεῖ­τε­”. Συ­νε­χῶς ζη­τοῦ­σε αὐ­τήν τήν συγ­γνώ­μη ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, ἐ­πει­δή εἶ­χε πά­ρα πο­λύ μεγά­λη τα­πεί­νω­ση. Μέ τήν τα­πεί­νω­ση αὐ­τή ἐ­μι­μεῖ­το τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό.

»Ἕ­να δεῖγ­μα ἀ­κό­μη τῆς τα­πεί­νω­σης πού εἶ­χε ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν ὅ­τι, ὁ­,τι­δή­πο­τε κα­λό γι­νό­ταν στήν Ἱε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ ἔ­λε­γε ὅ­τι δέν ἦ­ταν δι­κό του ἔρ­γο, ἀλ­λά ἔρ­γο τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Ἔ­λε­γε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὅ­τι ἡ­γού­με­νος στό Μο­να­στή­ρι δέν εἶ­ναι ὁ ἴ­δι­ος, ἀλ­λά ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ.

»Ἐ­πί­σης δεῖγ­μα τῆς με­γά­λης πνευ­μα­τι­κό­τη­τάς του ἦ­ταν ἡ εὐ­χα­ρι­στί­α καί ἡ εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τούς ἄλ­λους. Ἡ λέ­ξη ”εὐχαριστῶ” δέν ἔ­λει­πε πο­τέ ἀ­πό τά χεί­λη του. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε συ­νε­χῶς τόν Θε­ό γι­ά τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες Του καί τόν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἄνθρωπο τόν θε­ω­ροῦ­σε εὐ­ερ­γέ­τη του.

»Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ψυ­χι­κά χα­ρί­σμα­τα πού τόν δρό­σι­ζαν μέ τήν γλυ­κειά αὔ­ρα τῆς Χά­ρι­τος καί τόν γέ­μι­ζαν μέ τούς καρ­πούς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἦ­ταν ἀ­φι­λάρ­γυ­ρος, ἀ­φι­λο­χρή­μα­τος, φτω­χός. Πολ­λά χρή­μα­τα πέ­ρα­σαν ἀ­π᾽ τά χέ­ρια του ὅ­λα αὐ­τά τά χρό­νια πού ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Τί­πο­τα ὅ­μως δέν κρά­τη­σε γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­σα χρή­μα­τα τοῦ ἔ­δι­ναν, τά μοί­ρα­ζε ὅ­λα στούς ἀν­θρώ­πους πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη. Ὁ ἴ­διος φο­ροῦ­σε ἕ­να τριμ­μέ­νο ἀλ­λά πάν­τα κα­θα­ρό ράσο. Εἶ­χε με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα.

»Ἐ­πί­σης ἦ­ταν πο­λύ ἐρ­γα­τι­κός. Ὅ­ταν πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι, ὑ­πέ­φε­ρε τήν ζέ­στη καί τό κρύ­ο, τήν φτώ­χεια καί τήν ἀ­νέ­χεια. Ἔ­με­νε σ᾽ ἕ­να κελ­λί ἐ­ρεί­πιο. Μέ χα­λα­σμέ­νη σκε­πή καί μέ σπα­σμέ­νη πόρ­τα. Ἐρ­γά­στη­κε πά­ρα πο­λύ ὁ δό­κι­μος Ἰ­ά­κω­βος νά κα­θα­ρί­ση τό κελ­λί του καί τά γύ­ρω. Προ­σπά­θη­σε νά ἐ­πι­δι­ορ­θώ­ση καί τίς ζη­μι­ές πού εἶ­χαν κά­νει οἱ Γερ­μα­νοί, πού εἶ­χαν φτά­σει ἕ­ως ἐ­κεῖ τήν ἐ­πο­χή αὐ­τή τῆς Κα­το­χῆς.

»Ὁ δό­κι­μος Ἰ­ά­κω­βος καλ­λι­ερ­γοῦ­σε δι­ά­φο­ρα προ­ϊ­όν­τα καί γι­ά νά τρέ­φε­ται, ἀλ­λά καί νά πω­λῆ στά γύ­ρω χω­ριά. Ἔ­τσι μέ αὐ­τά τά χρή­μα­τα ἀ­γό­ρα­ζε ροῦ­χα, πα­πού­τσια ἤ ὅ,τι ἄλ­λο εἶ­χε ἀ­νάγ­κη. Ὅ­λα αὐ­τά τά χρό­νια πού ἔ­μει­νε στό Μο­να­στή­ρι (σαράν­τα πε­ρί­που χρό­νια) μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του ἐρ­γά­στη­κε πά­ρα πο­λύ. Ἦ­ταν παν­τα­χοῦ πα­ρών.

»Στό πε­ρι­βό­λι, στά χω­ρά­φια, στά ζῶ­α, στήν στέρνα, σέ ὅ­λες τίς δου­λει­ές. Ὅ­μως δέν πα­ρα­με­λοῦ­σε τήν ἄ­σκη­ση. Ἐ­μι­μεῖ­το τήν ζω­ὴ τῶν Ἁ­γί­ων. Κοι­μόταν ἐ­λά­χι­στα καί μά­λι­στα κα­τα­γῆς (χα­μαι­κοι­τί­α), ὅπως­ ἔ­κα­ναν καί οἱ ἀ­σκη­τές. Κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα τίς νύ­χτες πή­γαι­νε καί προ­σευ­χό­ταν στήν σπη­λιά, πάνω στό βου­νό, ὅ­που ἔ­με­νε πα­λιά καί ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ. Ἐπέ­στρε­φε στό Μο­να­στή­ρι καί πή­γαι­νε πρῶ­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α γι­ά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Καί γι­νό­ταν κάθε μέ­ρα θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Τίς Κυ­ρια­κές τό πρωΐ, πήγαι­νε καί στά γύ­ρω χω­ριά νά λει­τουρ­γή­ση. Ἔ­φευ­γε τά χα­ρά­μα­τα μέ χι­ό­νια, μέ βρο­χές καί μέ πο­λύ κρύ­α.

»Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βει­α  στόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ. Τόν ἔ­βλε­πε ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Ὅ­ταν πρω­το­πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι, τοῦ ἄ­νοι­ξε ὁ ἴ­δι­ος ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ. Τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἀ­πό τήν εἰ­κό­να. Ὅπως ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας, συ­χνά τοῦ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ μέ μορ­φή ἄλ­λου μο­να­χοῦ. Τό εἶ­χε ζη­τή­σει ὁ ἴ­δι­ος ὁ Γέ­ρον­τας γι­ά νά μήν φο­βᾶ­ται.

»Σα­τα­νᾶς ἐ­πι­τέ­θη­κε πολ­λές φο­ρές στόν γέ­ροντα Ἰ­ά­κω­βο καί τό ἔ­τος 1954 πλῆ­θος δαι­μό­νων τόν κτύ­πη­σαν πο­λύ. Ἐ­πί­σης τό ἔ­τος 1958, ὁ­πό­τε μετά ἀ­πό πολ­λά κτυ­πή­μα­τα τόν ἄ­φη­σαν μι­σο­λι­πό­θυ­μο. Ἄλ­λες φο­ρές πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν μπρο­στά του δαίμονες μέ τήν μορ­φή σκύ­λου, γυ­ναί­κας ἄ­σε­μνης, γριᾶς κ.λ.π.

»Ἐ­κτός ἀ­πό τόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βει­α καί στόν ἅ­γι­ο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο, πού τό ἅ­γι­ο Λεί­ψα­νό του εἶ­ναι στό Προκό­πι τῆς Εὐ­βοί­ας. Κά­θε φο­ρά πού πή­γαι­νε στό Προκό­πι, ἀ­πό νέ­ος ἀ­κό­μη, ὅ­ταν λει­τουρ­γοῦ­σε καί ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν λό­γῳ τῶν ἀ­σθε­νει­ῶν του πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν στήν Ἀ­θή­να καί ἔμ­παι­νε στά Νο­σο­κο­μεῖ­α καί περ­νοῦ­σε ἀπ᾽ τό Προ­κό­πι, πή­γαι­νε νά προ­σκυ­νήση τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο. Τόν ἔ­βλε­πε ζων­τα­νό μέ­σα στήν λάρ­να­κά του καί συ­νο­μι­λοῦ­σαν!

»Πολ­λές φο­ρές πού ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος ὁ γέ­ροντας Ἰ­ά­κω­βος, ζη­τοῦ­σε νά ἔλ­θουν νά τόν βο­η­θή­σουν ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ καί ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ρῶσ­σος. Καί αὐ­τοί πάν­τα ἐμ­φα­νί­ζον­ταν καί τόν βο­η­θοῦ­σαν! Ἐ­πί­σης ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε με­γά­λη ἀ­γά­πη καί εὐ­λά­βει­α στόν ἅ­γι­ο Χα­ρά­λαμ­πο. Ὁ Γέ­ρον­τας ὄν­τως ζοῦ­σε μί­α ἀγ­γε­λι­κή ζω­ή. Ζοῦ­σε μα­ζί μέ τούς Ἁ­γί­ους, συ­νο­μι­λοῦ­σε μα­ζί τους, τούς ἔ­βλε­πε, ἔνοιωθε αἰ­σθη­τά τήν πα­ρου­σί­α τους.

»Στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, δέν πῆ­γε πο­τέ. Ὅ­μως ὁ ἴδι­ος ὁ Γέ­ρον­τας ὁ­μο­λό­γη­σε ὅ­τι ἡ Πα­να­γί­α τόν πῆ­γε “πνευ­μα­τι­κῷ τῷ τρό­πῳ” στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί εἶ­δε ὅ­λα τά Μο­να­στή­ρια!

»Εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἀ­γά­πη πρός τήν Πανα­γί­α. Ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πρό­βλη­μα πα­ρου­σι­α­ζό­ταν, πήγαι­νε καί τήν θερ­μο­πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν βο­η­θή­ση.

»Προγνώ­ρι­σε τήν ἡ­μέ­ρα καί τήν ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς τοῦ θα­νά­του του! Τήν πα­ρα­μο­νή τῆς 21ης Νο­εμ­βρί­ου 1991, ἀ­γρύ­πνη­σε ἀ­πο­βρα­δίς μέ προ­σευ­χή, ξη­με­ρώ­νον­τας τά Εἰ­σό­δι­α τῆς Θε­ο­τό­κου. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ὅ­που ἔ­ψαλ­λε γο­να­τι­στός, πῆγε νά ἐ­ξο­μο­λο­γή­ση ἀν­θρώ­πους πού τόν πε­ρί­με­ναν. Ἐ­ξο­μο­λό­γησε τόν δι­ά­κο­νο Γεν­νά­δι­ο, στόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­πε νά μήν φύ­γη, ἀλ­λά νά μεί­νη γι­ά νά τόν ἀλ­λά­ξη. Ὁ δι­άκος δι­αμαρτυ­ρή­θη­κε, ὅ­ταν ἄκου­σε τόν Γέ­ρον­τα νά τοῦ λέ­η ὅ­τι θά φύ­γη ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα, ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας ἐ­πέ­μενε.

»Πῆ­ρε τό διά­κο καί γυ­ρί­σα­νε ἐ­σω­τε­ρι­κά στό Μο­να­στή­ρι καί εὐ­λό­γη­σε ὅ­λους τούς μο­να­χούς καί μετά βγῆ­καν ἔ­ξω. Ἀ­νέ­βη­καν ψη­λά καί ἀ­γνάν­τε­ψε γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά τό Μο­να­στή­ρι. Τό εἶ­χε βρεῖ ἐ­ρεί­πιο καί τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­να­και­νι­σμέ­νο μέ πο­λύ κα­λούς μο­να­χούς! Εὐ­χα­ρί­στη­σε πο­λύ τόν Θε­ό!

»Ὁ Γέ­ρον­τας μα­ζί μέ τόν δι­ά­κο­νο Γεν­νά­διο ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στό κελ­λί του γι­ά νά ξε­κου­ρα­στῆ. Ὅταν ἦλ­θε ὁ π. Ἀ­λέ­ξιος γι­ά νά λά­βη ὁ­δη­γί­ες (ἐ­πει­δή ὁ π. Ἀ­λέ­ξιος θά πή­γαι­νε σέ κά­ποι­α κη­δεί­α γι­ά τήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α), ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ ἔ­δω­σε ὁ­δη­γί­ες καί ἔ­ψαλ­λαν ὅ­λη τήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α μαζί. Ὁ Γέ­ρον­τας τήν ἔ­ψαλ­λε μέ χα­ρά!

»Στήν συ­νέ­χεια ἐ­ξο­μο­λό­γη­σε τήν Γε­ρα­σι­μού­λα καί κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης εἶ­πε στήν ἐ­ξο­μο­λο­γου­μέ­νη, ὅ­τι πρέ­πει νά ση­κω­θῆ ἐ­πά­νω, γιατί ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα στό κελ­λί μπῆ­κε ἡ Πα­να­γί­α μα­ζί μέ τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ, τόν ἅ­γιο Ἰ­ά­κω­βο καί τόν ἅ­γιο Ἰω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο. Εἶ­χαν ἔλ­θει νά τόν πά­ρουν μα­ζί τους γιά τήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καί ὕ­στε­ρα σάν που­λά­κι πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του στίς 4.17΄, τό ἀ­πό­γευ­μα τῆς 21ης Νο­εμ­βρί­ου 1991».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 125-131
Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις