Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: ιζ΄. Ἁπλότητα καί εὐλάβεια τοῦ Γέροντα ,ιη΄. Ἀπό μακρυά γνώριζε τούς λογισμούς

ιζ΄. Ἁπλότητα καί εὐλάβεια τοῦ Γέροντα

     Mαρ­τυ­ρί­α ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Ἰ­α­κώ­βου: «Ὁ γέ­ρων Ἰ­ά­κω­βος ἦ­ταν ἁ­πλός, τα­πει­νός, πρᾶ­ος, γλυκύς,ἐ­πί­γει­ος ἄγ­γε­λος καί οὐ­ρά­νι­ος ἄν­θρω­πος. Περπα­τοῦ­σε σάν ἄρ­χον­τας μέ σι­γα­νό βά­δι­σμα καί μά­τι­α πάν­τα χα­μη­λω­μέ­να λέ­γον­τας δι­αρ­κῶς τήν εὐχή.

»Δι­ά­βα­ζε συ­νέ­χεια εὐ­χές γι­ά κά­θε πο­νε­μέ­νη ψυχή. Μέ πό­νο ψυ­χῆς ἔ­κλαι­γε γι­ά ὅ­λους τούς πάσχον­τες ἀ­σθε­νεῖς.

»Στό ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ρι­ο ἔ­βλε­πε τί εἶ­χε ὁ κα­θέ­νας πρίν μι­λή­ση καί τά ἤξερε ὁ Γέ­ρον­τας ὅ­λα.

»Ἦ­ταν λι­γό­φα­γος, ἔ­τρω­γε σάν νά ἦ­ταν πουλά­κι. Δέν εἶ­χε γρα­φεῖ­α καί ἡ­γου­με­νεῖ­α. Ἕ­να ἁ­πλό κελλί, κα­θό­ταν γο­να­τι­στός καί ἕ­να σκα­μνά­κι τό εἶ­χε γιά τρα­πέ­ζι. Μέ­χρι τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή ἔ­πλυ­νε τά ροῦχα μό­νος του καί σκού­πι­ζε τό κελ­λά­κι του.

»Ὁ Γέ­ρον­τας ἄλ­λα­ζε τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα φο­ρών­τας πάν­τα πε­τρα­χή­λι, μέ ”Εὐ­λο­γη­τός” καί ”Δι’ εὐ­χῶ­ν”. Ἀ­κό­μη, ὅ­ταν σι­δέ­ρω­νε τίς κορ­δέλ­λες ἀ­πό τόν ἀ­έ­ρα, καί τίς κορ­δέλ­λες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου φο­ροῦ­σε πε­τρα­χή­λι. Λει­τουρ­γοῦ­σε πάν­τα μέ ζῆ­λο καί φό­βο Θεοῦ καί δά­κρυ­α.

»Νύχτες ὁ­λό­κλη­ρες ἀ­γρυ­πνοῦ­σε καί προσευχό­ταν γιά ὅ­λους καί ὅ­λα. Δι­ά­βα­ζε τό Ψαλ­τή­ρι ὁλόκλη­ρο γο­να­τι­στός. Ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή συ­νε­χῶς καί ἔκα­­νε πα­ρα­κλή­σεις».

 

ιη΄. Ἀ­πό μα­κρυ­ά γνώ­ρι­ζε τούς λο­γι­σμούς

     Μαρ­τυ­ρί­α ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Ἰ­α­κώ­βου: «Ἦλ­θε κάποι­ος ἀ­πό μα­κριά στό Μο­να­στή­ρι νά προ­σκυ­νήση τήν Κά­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου. Σ᾽ ὅ­λο τό δρό­μο μά­λω­νε μέ τήν γυ­ναῖ­κα του, δι­ό­τι νό­μι­ζε ὅ­τι ἄρ­γη­σαν νά ξε­κι­νή­σουν καί δέν θά προ­λά­βαι­νε νά προ­σκυνήση τήν ἁ­γί­α Κά­ρα, για­τί θά τήν πή­γαι­ναν ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι κά­που γι­ά προ­σκύ­νη­μα. Μό­λις ἔφτα­­σε, πρό­λα­βε τήν ἁ­γί­α Κά­ρα, τήν προ­σκύ­νη­σε καί ἀ­μέ­σως μό­λις τόν εἶ­δε ὁ γέ­ρων Ἰ­ά­κω­βος, τοῦ λέ­ει: ”Τί κά­νεις, τέ­κνο μου, εἶ­δες πό­σο ζων­τα­νός εἶ­ναι ὁ ἅγι­ος Δαυ­ΐδ; Εἶ­δες πῶς εὐ­ω­δί­α­ζε ἡ ἁ­γί­α Κά­ρα; Ὁ Ἅ­γιος σέ πε­ρί­με­νε μέ ἀ­γά­πη ὅ­πως ὅ­λους, ἀλ­λά, ἐ­σύ τέ­κνο μου, ἄ­κου­γες τούς λο­γι­σμούς τοῦ δι­α­βό­λου καί σ᾽ ὅ­λο τό τα­ξί­δι ἤ­σουν ἀ­νή­συ­χος καί ἐ­κνευ­ρι­στι­κός πρός τήν σύ­ζυ­γο­”. Αὐ­τός ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α καί λέ­ει, ”ποῦ τό ξέ­ρε­τε, Γέ­ρον­τα, ἐ­σεῖς αὐ­τό; Ἔ­τσι εἶ­ναι­”».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 145-146

Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις