Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: ν΄. Ἀποκαλύψεις δαιμονισμένων καί μαγεμένων

ν΄. Ἀποκαλύψεις δαιμονισμένων καί μαγεμένων

     O δαί­μο­νας μέ τό στό­μα μιᾶς δαι­μο­νι­σμέ­νης, μοῦ εἶ­πε: “Δέν φταῖ­με ἐ­μεῖς. Αὐ­τοί φταῖ­νε, δι­ό­τι ὅ­ταν πᾶ­νε καί κά­νουν μά­για στούς τά­φους τήν νύ­χτα στίς 12.00΄, ὅ­ταν δέν πι­στεύ­ου­νε, βλα­σφη­μοῦν τά Θεῖ­α, ὅ­ταν κά­νουν πρά­ξεις πού δέν λέ­γον­ται, λοι­πόν, ἐ­μεῖς τί φταῖ­με; Μᾶς κα­λοῦν καί πηγαίνου­με”. Τόν ἐ­ξόρ­κι­ζα νά φύ­γη.

— Ὄ­χι, τρα­γό­πα­πα, ὄ­χι, κοκ­κα­λιά­ρη, πα­λι­ό­γερε, νά ψο­φή­σης, νά μήν ὑ­πάρ­χης ἐ­δῶ μέ­σα. Μα­ζεύ­εις τόν κό­σμο… Καί θέ­λω νά δι­α­λύ­σω αὐ­τό τό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά δέν μπο­ρῶ δι­ό­τι ἔ­χει αὐ­τόν τόν με­γάλο (τόν ἅ­γιο Δαυ­ΐδ)».

Μέ τό στό­μα ἄλ­λης δαι­μο­νι­σμέ­νης, ἔ­λε­γε ὁ δι­ά­βο­λος πρός τόν π. Ἰ­ά­κω­βο:

«Μέ λέ­νε Βε­λί­αρ. Ἐ­γώ ὠ­θῶ τόν κό­σμο στίς πα­ρα­λί­ες τά κα­λο­καί­ρια. Ἔ­βα­λα τά ὄρ­γα­νά μου καί βά­λα­νε φω­τι­ές στά δά­ση, γιά νά κά­ψουν τό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τα­πί­ου (Ἀ­θή­να πε­ρί­που 1985)

»Οἱ αἱ­ρέ­σεις ὅ­λες εἶ­ναι δι­κές μου. Οἱ Πεν­τη­κο­στια­νοί, οἱ Μασ­σό­νοι, οἱ Χι­λια­στές κ.τ.λ.

»Ρέ, Ἰ­ά­κω­βε, μέ ἔ­χεις δέ­σει μπρο­στά σέ αὐ­τόν τόν Δαυ­ΐδ καί σοῦ τά λέ­ω αὐ­τά.

»Τί κά­νουν καί αὐ­τοί οἱ κα­λό­γε­ροι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί γυ­ρί­ζουν τό κομ­πο­σχοί­νι καί ψι­θυ­ρί­ζουν!  Ἀλ­λά ὅ­ποι­ος θέ­λει νά πά­η ἐ­κεῖ γιά κα­λό­γε­ρος, ἐ­γώ τόν γυ­ρί­ζω πί­σω, προ­σπα­θῶ. Τοῦ βά­ζω ἄ­σχη­μες σκέ­ψεις. Εἶ­μαι τό δαι­μό­νιο τῆς πορ­νεί­ας.

»Τί νά σέ κά­νω, ρέ Ἰ­ά­κω­βε! Δέν μπο­ρῶ νά σέ ρί­ξω. Μέ καί­ει ἡ τα­πεί­νω­σή σου καί μέ καί­ει ὁ Χρι­στός πού ἔ­χεις μέ­σα σου. Ἀλ­λοι­ῶς… ἀ­πό παι­δί σέ πο­λε­μοῦ­σα νά σέ ρί­ξω.

»Ἐ­γώ δέν θά ἔμ­παι­να σ᾽ αὐ­τήν, ἀλ­λά αὐ­τή ἔ­κα­νε τήν ἁ­μαρ­τί­α».

     «Προ­χθές πέ­ρα­σε μί­α δαι­μο­νι­σμέ­νη, κρυ­βό­ταν ἐ­κεῖ στήν κο­λό­να καί σή­κω­νε τό χέ­ρι της καί μέ μούντζω­νε “νά, νά”. Ἔ­βγα­ζε καί τό κε­φά­λι της ἀ­πό πί­σω ἀ­πό τήν κο­λό­να καί “φτού, φτού” μέ ἔ­φτυ­νε. Ἐ­γώ τήν ἔ­βλε­πα. Καί ἔ­λε­γε, “Ἰ­ά­κω­βε νά ψο­φή­σης, νά σκο­τω­θῆς, σέ ἔ­δω­σα καρ­κί­νο ἔ­γι­νες κα­λά, ἔ­χεις καρ­διά”. Λοι­πόν, με­τά ἔ­βγα­ζε καί τήν γλῶσ­σα, ἀ­φοῦ τήν ἔ­βγα­λε κά­να δυ­ό φο­ρές, τήν πιά­νω καί ἐγώ τήν γλῶσ­σα. Λέ­ει τό δαι­μό­νιο:

— Εἶ­δες; μᾶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ει ὁ Ἰ­ά­κω­βος.

— Τό­σο γε­λοῖ­οι πού εἶ­στε, τοῦ λέ­ω, σᾶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με. Ἐ­σεῖς κά­νε­τε τά δι­κά σας, πα­λεύ­ε­τε μα­ζί μας, ἐ­μεῖς ὅ­μως πα­λεύ­ου­με μέ τήν προ­σευ­χή. Ἔ­κα­να τό ση­μεῖ­ον τοῦ σταυ­ροῦ. Ἄχ! ἔ­κα­νε αὐ­τή, χτυ­πι­ό­ταν, γύ­ρι­σε τό κε­φά­λι σάν τήν σβού­ρα, ση­κώθηκαν τά μαλ­λιά της. Ξα­να­βγά­ζει τήν γλῶσ­σα, κά­νε λί­γο ἔ­τσι, τῆς λέ­ω, κά­νε λί­γο ἔ­τσι.

— Μᾶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ει ὁ Ἰ­ά­κω­βος, λέ­ει, παί­γνια γίνα­με μέ τούς πα­πᾶ­δες, λέ­ει, αὐ­τοί οἱ πα­πᾶ­δες αὐ­τοί οἱ πα­πᾶ­δες! Εἶ­πε καί μιά ἄλ­λη λέ­ξη. Τό πρῶ­το πού ἔ­κα­μα, λέ­ει, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἐ­κού­ρε­ψα τούς πα­πᾶδες.

— Κα­λά, δέν εἶ­ναι ὅ­λοι κου­ρε­μέ­νοι οἱ πα­πᾶ­δες, λέ­ω, μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἄλ­λοι νέ­οι, δι­ά­κο­νοι.

— Ἄχ! βρέ Ἰ­ά­κω­βε, πῶς τά τα­κτο­ποι­εῖς, ὡ­ραῖ­α τά τα­κτο­ποι­εῖς, δέν θές νά κα­τα­κρί­νης.

— Ἄχ! ρέ Ἰ­ά­κω­βε, σέ πο­λε­μά­ω πο­λύ νά σέ ρί­ξω, (ἀλλά) δέν μπο­ρῶ. Σέ πο­λε­μῶ ὅ­μως νά σέ ρί­ξω γιά νά σέ κο­λά­σω. Τρέ­χεις ὅ­μως στήν Μα­ρί­α, (στήν Πανα­γί­α), καί σέ αὐ­τόν τόν γέ­ρο, (τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ). Ὕστερα συνέχισε:

— Ρέ, κοκ­κα­λιά­ρη Ἰ­ά­κω­βε νά ψο­φή­σης, νά μήν ὑ­πάρ­χης, ξέ­ρεις πῶς εἰ­σέρ­χο­μαι; Εἰ­σέρ­χο­μαι σάν κα­πνός καί μπαί­νω στόν ἄν­θρω­πο, δέν μέ κα­τα­λα­βαί­νει καί σάν κα­πνός ἐ­ξέρ­χο­μαι, ἀλ­λά ὅ­ταν προ­φτά­σουν καί κά­νουν τόν σταυ­ρό τους, τούς λέ­ω, ἐ­γώ φεύ­γω, δι­ώ­κο­μαι, δέν ἀν­τέ­χω.

— Γι᾽ αὐ­τό καί ἐ­μεῖς, λέ­ω, ὅ­ταν χα­σμου­ρι­ώ­μαστε κά­νου­με τόν σταυ­ρό μας.

— Ναί, λέ­ει, ὅ­πως οἱ χα­σμο­γρι­ές, ὅ­ταν κά­νουν τά μα­γι­κά καί τά δι­α­βο­λι­κά ξόρ­κια τους καί χα­σμου­ρι­οῦν­ται».

     «Τίς προ­άλ­λες πού πα­ρέ­βγα­ζα τόν “Ἅ­γιο Σά­μου” πού ἦρ­θε γιά κά­ποι­α πνευ­μα­τι­κά ζη­τή­μα­τα, ἔμ­παι­νε στό μο­να­στή­ρι μιά γυ­ναῖ­κα μέ δυ­ό παλ­λη­κά­ρια, κα­λά παι­διά, τά βλέ­πεις σάν ἀγ­γέ­λους τά παι­διά. Καί λέ­ει ἡ γυ­ναῖ­κα: “Ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος εἶ­ναι ἅ­γιος, ἀλ­λά δέν τό πι­στεύ­ουν αὐ­τοί οἱ μο­να­χοί πού εἶ­ναι ἐ­δῶ μέ­σα. Πάρ­τε το εἴ­δη­ση, ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος εἶ­ναι ἅ­γιος καί κά­νει θαύ­μα­τα, ἀλ­λά εἶ­ναι τα­πει­νός καί κρύ­βε­ται”. Τό ἔ­λε­γε αὐ­τό τό δαι­μό­νιο πού εἶ­χε μέ­σα της.

»”Δέ­σπο­τά μου, λέ­γω, ξέ­ρε­τε αὐ­τή ἔ­χει σα­τα­νᾶ, γιά νά μέ πλα­νή­ση τά λέ­γει αὐ­τά. Ἐ­γώ εἶ­μαι χο­ϊ­κός ἄν­θρω­πος καί ὅ­ταν πε­θά­νω στήν γῆ θά μέ βά­λουν, μέ­σα ὅ­μως σ᾽ αὐ­τό τό σαρ­κί­ο κα­τοι­κεῖ ψυ­χή ἀ­θά­να­τη, γι᾽ αὐ­τήν τήν ψυ­χή ζῶ 70 χρό­νια τώ­ρα καί ἀ­γω­νί­ζο­μαι”.

»Μοῦ λέ­νε τά παι­διά της, “ἡ μη­τέ­ρα μας εἶ­ναι ἀλ­λά ἔ­χει δαι­μό­νιο. Σᾶς εἴ­χα­με στεί­λει γράμ­μα καί μᾶς ἀ­παν­τή­σα­τε, ἡ μη­τέ­ρα μας τό ἔ­χει στό εἰ­κο­νο­στά­σι⋅ αὐ­τό τό ἔ­πα­θε τήν Κα­θα­ρά Δευ­τέ­ρα”. Λέ­ει, ξα­νά αὐτή:

— Πά­τερ Ἰ­ά­κω­βε, εἶ­στε ἅ­γιος.

— Δέν τό πι­στεύ­ω, λέ­ω.

— Δέ­σπο­τά μου, λέ­ει στόν Δε­σπό­τη, εἶ­σαι Δεσπό­της ἐ­σύ.

— Βλέ­πεις, τί λέ­ει τό δαι­μό­νιο; τά ξέ­ρει ὅ­λα τό δαι­μό­νιο, λέ­γω.

— Εἶ­σαι ἅ­γιος, π. Ἰ­ά­κω­βε, ὁ κό­σμος σέ τι­μᾶ γιά ἅ­γιο καί ἐ­δῶ οἱ μο­να­χοί δέν σέ τι­μοῦ­νε γιά ἅ­γιο.

»Ἔ­κα­να τόν σταυ­ρό μου ἐ­γώ.

»Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα στε­κό­ταν στήν ἐκ­κλη­σί­α πιό­ ἤ­ρε­μη, τήν εἶ­χε σταυ­ρώ­σει ὁ π. Κύ­ριλ­λος μέ τήν Κάρα τοῦ Ὁ­σί­ου καί φαί­νε­ται τήν βο­ή­θη­σε ὁ Ἅ­γιος. Ὅταν ἔ­φευ­γε ὁ κό­σμος, ἄρ­χι­σε πά­λι. “Πά­τερ Ἰ­ά­κω­βε, εἶ­σαι ἅ­γιος. Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, πρέ­σβευ­ε ὑ­πέρ ἡ­μῶν”.

— Πά­τερ μου, λέ­ει τό παιδί της, ἔ­χει ἁ­μαρ­τί­α ἡ μη­τέ­ρα μου, νά πῆ τήν ἁ­μαρ­τί­α της (ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ) γιά νά γί­νη κα­λά.

— Βρέ, παι­δί μου, τοῦ λέ­ω, κα­λό εἶ­ναι νά πῆ τήν ἁ­μαρ­τί­α της, ἀλ­λά ἐ­γώ βλέ­πω ὅ­τι ἔ­χει πά­νω της δαι­μό­νιο ἀ­σω­τί­ας.

»Τέ­λος πάν­των ἦρ­θε νά ᾽ξο­μο­λο­γη­θῆ καί μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­κε νά μέ δαγ­κώ­ση στό πρό­σω­πο. Τῆς ξέ­φυ­γα τε­λι­κά καί πά­ω νά ἀ­νοί­ξω τήν πόρ­τα. “Ποῦ πᾶς; μοῦ λέ­ει, νό­μι­σες γιά νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ ἦρ­θα;”. Λέ­ω στό παι­δί της, “πάρ­την τήν μη­τέ­ρα σου, ἔ­χει δαι­μό­νιο πορ­νεί­ας καί ἀ­σω­τί­ας”. Φεύ­γον­τας, λέ­ει:

— Νά ξα­νάρ­θου­με, νά σᾶς φέ­ρου­με καί (πράγματα καί τρό­φι­μα).

— Ὄ­χι, δέν χρει­α­ζό­μα­στε τί­πο­τα, τῆς λέ­ω.

»Εἶ­χε ἀ­φή­σει καί μιά τσάν­τα μέ κά­τι σο­κο­λά­τες καί μπι­σκό­τα καί λέ­γει, “φά­ε καί ᾽σύ νά δῆς τί ὡ­ραῖ­α πού θά πε­ρά­σης!”. Λέ­ω στούς πα­τέ­ρες, “πε­τάξ­τε τα αὐ­τά στό πο­τά­μι, μήν δώ­σε­τε σέ κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο νά φά­η. Εἶ­ναι δι­α­βο­λι­κά πράγ­μα­τα”.

»Πάν­τως τό δαι­μό­νιο πολ­λά κά­νει, μᾶς λέ­ει ἁ­γί­ους, μᾶς λέ­νε πολ­λά γιά νά μᾶς πλα­νή­σουν, μᾶς ση­κώ­νουν τόν ἐ­γω­ϊ­σμό καί τήν ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Καί μοῦ εἶ­πε τό παι­δί της ὅ­τι “Πά­τερ, ἀ­πό τήν εὐ­χή πού ἔ­λε­γε ἡ μη­τέ­ρα μου νυ­χθη­με­ρόν, “Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ ἐ­λέ­η­σόν μας” ἀ­πό αὐ­τό τό ἔ­πα­θε”. “Ἀ­πό τήν εὐ­χή τοῦ λέ­ω, δέν πα­θαί­νου­με τί­πο­τα, μή­πως ὑ­πε­ρη­φά­νεια ἔ­βα­λε μέ­σα της; ἤ μή­πως ἔ­πε­σε σέ κα­νέ­να σοβα­ρό ἁ­μάρ­τη­μα;”».

      «Ἦρ­θε (ἄλλη φορά) ἕ­νας νε­α­ρός μέ μί­α κο­πέλ­λα, συ­ζοῦ­σαν καί εἶ­χαν ἐμ­πό­δι­σμα ἀ­πό τόν σα­τα­νᾶ (μᾶλλον γιά νά τεκνοποιήσουν). Τούς εἶ­πα: “Νά πᾶ­τε στούς πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μήν πᾶ­τε στούς μά­γους, νά πᾶ­τε στούς πα­πᾶ­δες. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χουν οἱ πα­πᾶ­δες καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α!… Ὅ,­τι καί νά θέ­λω­με, στήν Ἐκ­κλη­σί­α νά κα­τα­φεύ­γω­με”. Ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­καν μέ εἰλι­κρί­νεια, κά­να­με μιά Πα­ρά­κλη­ση, τούς σταύ­ρω­σα μέ τήν ἁ­γί­α Κά­ρα καί τό πρωΐ κά­να­με Λει­τουρ­γί­α καί τούς λέ­ω, “νά πᾶ­τε στόν πα­πά τοῦ χω­ριοῦ σας ἐ­κεῖ, νά νη­στέ­ψε­τε τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἀ­πό ὅ­λα, τά πάν­τα, νά κα­λέ­σε­τε τόν πα­πά νά κά­νε­τε ἕ­να Εὐ­χέ­λαι­ο στό σπί­τι σας καί νά ἀ­νοί­ξε­τε τρεῖς Ἐκ­κλη­σί­ες, τόν Ἅγιο Γε­ώρ­γιο, τόν Ἅ­γιο Δη­μή­τριο, τήν Ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή, ἄν δέν μπορ­ῆτε τρεῖς, νά ἀ­νοί­ξε­τε μί­α. Νά τίς λει­τουρ­γή­σε­τε καί θά λυ­θοῦν αὐ­τά, μό­νον μήν πᾶ­τε στούς μά­γους. “Δέν πᾶ­με, πα­πα Ἰ­ά­κω­βε”. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη δί­ναν 3.000 δραχ­μές (στούς μά­γους), πολλά λε­φτά τό­τε. Μό­νο τόν λό­γο πού τούς εἶ­πα, με­τα­νόησαν τά παι­διά, μέ­χρι νά πᾶ­νε στό χωριό λύ­θη­κε αὐ­τός ὁ δε­σμός πού εἶ­χαν, αὐ­τό τό ἐμ­πό­δισμα πού εἶ­χαν ἀ­πό τόν σα­τα­νᾶ καί ζοῦ­νε ζω­ή εὐ­λο­γη­μέ­νη. Κά­ναν 5–6 παιδά­κια, φτω­χοί ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι καί εἶ­ναι (τώρα) κον­τά στόν Θε­ό».

     «Ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λές ἀρ­ρώ­στι­ες στόν κό­σμο καί μέ δαι­μό­νια καί μέ σα­τα­νι­κά πράγ­μα­τα, μέ μα­γεῖ­ες… ἀ­φή­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι τόν Θε­ό καί πᾶ­νε στούς μά­γους, στούς σα­τα­νᾶ­δες. Πρίν ἕ­να μῆ­να, μιά κο­πέλ­λα πού ἦρ­θε ἐ­δῶ, μοῦ λέ­ει: “Πά­τερ, ξέ­ρε­τε ἐ­πει­δή δέν παν­τρευ­ό­μουν ἤ­μου­να 20 χρο­νῶν, μία σε­μνή κο­πέλ­λα καί ὁ ἀ­δελ­φός πά­λι ἤ­τα­νε 20 χρο­νῶν, μᾶς πή­ρα­νε οἱ γο­νεῖς μου καί μᾶς πή­γα­νε στούς μά­γους”. Πή­γα­νε στόν μά­γο καί δώ­σα­νε ἀ­πό 100.000 δραχ­μές.

— Τί σοῦ ἔ­κα­νε, παι­δί μου, ὁ μά­γος; Για­τί ἀ­φή­σα­τε τόν Θε­ό καί πή­γα­τε στόν μά­γο;

— Πά­τερ, μέ πῆ­ρε ὁ μά­γος καί μοῦ λέ­ει, σέ θέ­λω μό­νος μου στό δω­μά­τιο, νά σέ δι­α­βά­σω ἐ­κεῖ.

»Λοι­πόν, ἀ­φοῦ κλεί­δω­σε ὁ μά­γος τήν πόρ­τα, τῆς λέ­ει, “ἄ­νοι­ξε τό στό­μα σου” καί ἄ­νοι­ξε τό στό­μα της ἡ κο­πέλ­λα καί κόλ­λη­σε τό στό­μα του στό στό­μα τῆς κο­πέλ­λας καί τῆς ψι­θύ­ρι­ζε λό­για καί ἔ­βα­ζε μέ­σα στό στό­μα τῆς κο­πέλ­λας, ἔ­βα­ζε τόν δι­ά­βο­λο, τούς σα­τα­νᾶ­δες καί –σᾶς ζη­τῶ συγ­γνώ­μη–, καί πρήστη­κε ἡ κοι­λιά τοῦ κο­ριτσιοῦ καί ἔ­γι­νε σάν βο­δι­νή κοι­λιά καί τό κο­ρί­τσι νά ἀ­νοί­γη τό στό­μα νά χα­σμου­ρι­έ­ται, σα­τα­νι­κά πράγ­μα­τα καί τῆς ζή­τη­σε νά κά­νη πράγ­μα­τα πού δέν λέ­γε­ται. Λοι­πόν, με­τά, τί κά­νει; ἀ­φοῦ ἔ­δω­σαν τίς 100.000, ἡ κο­πέλ­λα ἀν­τί γιά κα­λό, (χει­ρο­τέ­ρε­ψε). Λοι­πόν, πά­ει καί τό παλ­λη­κά­ρι τώ­ρα, τό παλ­λη­κά­ρι τό ἔ­κα­νε ἄ­χρη­στο καί ἀ­νί­κα­νο καί αὐ­τό μέ τά μά­για. Πό­σο λυ­πη­ρό (εἶναι) αὐ­τό; Νά ἀ­φή­νου­με τόν Θε­ό καί νά πη­γαί­νου­με στοῦ σα­τα­νᾶ τίς πόρ­τες. Στήν ἐκ­κλη­σί­α βρί­σκου­με τήν πα­ρη­γο­ριά, τήν σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς μας καί τήν ἐλ­πί­δα. Λοι­πόν, λέ­ει, τώ­ρα ἡ κο­πέλ­λα: “Πά­τερ, θές νά σοῦ κά­νω, ὅ­σα μέ ἔ­κα­νε αὐ­τός ὁ μά­γος πού μέ φύ­σα­γε;”. Ἤ­μα­σταν ἐ­κεῖ στό παγ­κά­ρι καί μέ εἶ­χε πιά­σει καρ­δι­ο­χτύ­πι, δέν φο­βᾶ­μαι ἀλ­λά τα­λαι­πω­ροῦ­μαι πού βλέ­πω τά πλά­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ καί παιδεύ­ον­ται. Ξαφ­νι­κά, ἀ­νοί­γει τό στό­μα της ἡ κο­πέλ­λα καί πρή­στη­κε, σᾶς ζη­τῶ συγ­γνώ­μη καί πά­λι, ἡ κοι­λιά τοῦ κο­ρι­τσιοῦ σάν βο­δι­νή (ἔγινε) ἡ κοι­λιά της, ἔ­κα­νε “χά, χά, χά” καί πρη­ζό­ταν ἡ κοι­λιά της.

— Τί νά κά­νου­με, πά­τερ; λέ­ει.

— Λοι­πόν, μέ τήν μάν­να σας, παι­δί μου, πή­γα­τε στοῦ σα­τα­νᾶ τήν πόρ­τα, ἔ­πρε­πε νά πᾶ­τε στήν ἐκ­κλη­σί­α.

— Τώ­ρα, λέ­ει, πᾶ­με (Ἐκ­κλη­σί­α).

— Δέν εἶ­ναι ἀρ­γά καί τώ­ρα πού πᾶ­τε, ἀλ­λά ἔπρε­πε πιό μπρο­στά. Πρῶ­τα πή­γα­τε στόν δι­ά­βο­λο, δέν ρω­τή­σα­τε, ἔ­κα­νε ὁ μά­γος τά κα­τορ­θώ­μα­τά του καί τούς ἄ­θλους του καί πῆ­ρε καί 200.000 δραχ­μές.

»Νά προ­σέ­χου­με πάν­το­τε, νά ἀ­πο­φεύ­γω­με τίς μα­γεῖ­ες, τά σα­ραν­τί­σμα­τα, τά δι­α­βο­λι­κά πράγ­ματα. Μό­νον εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ μας νά πηγαί­νω­με».

κε΄. ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 69-76
Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις