Δ΄. Ἡσυχαστής «Πετράκης»

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

    O κατά κό­σμον Γε­ώρ­γιος Λα­γι­ός γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1891 στήν Λῆ­μνο. Φα­ί­νε­ται ὅτι νέ­ος δέν βο­η­θή­θη­κε πνευ­μα­τι­κά γι᾿ αὐτό ἔ­πι­νε καί με­θοῦ­σε. Αὐ­τά γρά­φον­ται, ὅ­πως τά δι­έ­σω­σαν πα­λαι­οί γνώ­ρι­μοί του, γιά νά ἐ­ξη­γη­θοῦν καί νά κα­τα­νο­η­θοῦν κά­ποι­ες ἰ­δι­α­ί­τε­ρες μο­να­χι­κές του ἀ­σκή­σεις. Ἀλ­λά ὁ κα­λός Θε­ός πού εἶ­δε τήν κα­λή του προ­α­ί­ρε­ση, ἔ­δω­σε με­τά­νοι­α φλο­γε­ρή στήν ἁ­πλή καί σπά­νια ψυ­χή του καί ἦρ­θε νά μο­νά­ση στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος τό ἔ­τος 1908 σέ ἡ­λι­κί­α 17 ἐ­τῶν.

     Οἱ ἡ­συ­χα­στι­κές του ἀ­να­ζη­τή­σεις καί ἡ φή­μη τοῦ με­γά­λου ἡ­συ­χα­στοῦ, πα­πα–Δα­νι­ήλ Ἁ­γι­ο­πε­τρί­του, ὡ­δή­γη­σαν τά βή­μα­τά του στήν πιό ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη καί ἡ­συ­χα­στι­κή πε­ρι­ο­χή, στό Κελ­λί πού ἀ­σκή­τευ­σε ὁ ἅ­γιος Πέτρος ὁ Ἀ­θω­νί­της, ὁ πρῶ­τος καί με­γα­λύ­τε­ρος Ἀ­θω­νί­της ἡσυ­χα­στής. Ὑ­πο­τά­χθη­κε στόν πα­πα–Δα­νι­ήλ, τόν ὁ­ποῖ­ον προ­σπα­θοῦ­σε νά ἀκο­λου­θῆ στο­ύς ἀγῶ­νες του καί νά τοῦ κά­νη κα­λή ὑ­πα­κοή.

     Με­τά ἀ­πό πα­ρα­τε­τα­μέ­νη δο­κι­μή ἔ­γι­νε μο­να­χός τό ἔ­τος 1926 μέ τό ὄ­νο­μα Πέτρος. Ἔ­μα­θε ἀ­πό τόν ἁ­γι­α­σμέ­νο Γέροντά του τήν πρα­κτι­κή κα­λο­γε­ρι­κή καί μυ­ή­θη­κε ἀπ᾿ αὐ­τόν στά μυ­στι­κά τῆς ἡ­συ­χί­ας, τῆς νή­ψε­ως, τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ καί τῆς ἀ­δι­α­λε­ί­πτου νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς, τά ὁ­ποῖ­α κρά­τη­σε μέ­χρι θα­νά­του.

    Βι­ώ­νον­τας βα­θειά τήν με­τά­νοι­α γιά τά ἐν γνώ­σει καί ἀ­γνο­ί­ᾳ ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῆς νε­α­νι­κῆς του ζω­ῆς ζή­τη­σε καί ἔ­λα­βε εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν Γέροντά του ἐ­πί τρεῖς μῆ­νες νά μήν πι­ῆ νε­ρό, γιά νά συγ­χω­ρή­ση ὁ Θε­ός τίς οἰ­νο­πο­σί­ες του. Ἔ­τρω­γε φα­γη­τό καί χόρ­τα βέ­βαι­α, ἀλ­λά δέν ἤ­πι­ε νε­ρό ἐ­πί τρεῖς μῆ­νες!

    Ἦ­ταν πρό­θυ­μος καί γεν­ναῖ­ος στο­ύς ἀ­σκη­τι­κο­ύς ἀ­γῶ­νες καί μέ τήν με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα πού τόν δι­έ­κρι­νε ἔ­κα­νε τε­λε­ί­α ὑ­πα­κοή στόν Γέροντά του. Ἡ κα­λή ἀρχή, τό πνευ­μα­τι­κό θε­μέ­λιο πού ἔ­θε­σε, προ­οι­μί­α­ζε καί τήν με­τέ­πει­τα φω­τει­νή πο­ρε­ί­α του.

    Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ, πε­ρί­που τό 1929, γιά λί­γα χρό­νια ἔ­ζη­σε μέ το­ύς πα­ρα­δελ­φο­ύς του. Κάποιος ἀ­πό αὐ­το­ύς βγῆ­κε στόν κό­σμο. Οἱ ἄλ­λοι ἀ­πε­βί­ω­σαν καί φα­ί­νε­ται ὅ­τι δυ­σκο­λευ­ό­ταν μό­νος του. Ἦρ­θαν καί τά δύ­σκο­λα χρό­νια τῆς Κα­το­χῆς καί τῆς πε­ί­νας· ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κε τό 1940 νά ἀ­φή­ση τό Κελ­λί τῆς με­τα­νο­ί­ας του καί νά πά­ρη ἕ­να ξη­ρο­κά­λυ­βο στήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να. Βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἀπ. Θω­μᾶ, χα­μη­λό­τε­ρα ἀ­πό τόν δρό­μο πού ὁ­δη­γεῖ στά Κα­του­νά­κια καί δέν φα­ί­νε­ται για­τί εἶ­ναι μέ­σα στόν βρά­χο. Ἔ­χει δύ­ο μι­κρά καί χα­μη­λά κελ­λά­κια. Μία ἐ­σω­τε­ρι­κή πόρ­τα ὁ­δη­γεῖ στόν βρά­χο, ὅ­που ὑ­πάρ­χει μί­α σπη­λιά ἀρ­κε­τά εὐ­ρύ­χω­ρη μέ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα γιά φω­τι­σμό. Ἐ­δῶ ἀ­πο­μο­νω­νό­ταν ὁ Γέροντας γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἡ­συ­χί­α.

     Αὐ­τό ἦ­ταν τό πνευ­μα­τι­κό του ἐρ­γα­στή­ριο, ἡ πνευ­μα­τι­κή του κυ­ψέ­λη, τό «γλυ­κό Κα­το­ύ­νι του»,  πού γι᾿ αὐ­τόν ἦ­ταν ἐ­πί­γει­ος πα­ρά­δει­σος, ἀ­φοῦ γευ­ό­ταν τό μέ­λι τῆς ἡ­συ­χί­ας καί τό μάν­να τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Γι᾿ αὐ­τό δέν τοῦ ἔ­κα­νε καρ­διά νά βγα­ί­νη ἀ­πό τό κα­λύ­βι του, νά συ­να­να­στρέ­φε­ται καί νά μι­λᾶ μέ ἄλ­λους. Ὁ μι­κρό­σω­μος, ἀ­γράμ­μα­τος καί φτω­χός «Πε­τρά­κης» ἦ­ταν ἡ­συ­χα­στής σέ με­γά­λα μέ­τρα. Εἶ­χε τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, ἔ­βλε­πε συ­χνά τό Ἄ­κτι­στο Φῶς καί ζοῦ­σε ἀ­πό αὐ­τήν τήν ζωή πα­ρα­δει­σέ­νι­ες κα­τα­στά­σεις.

     Δι­η­γή­θη­κε ὁ γέ­ρων Γε­ρά­σι­μος ὁ Ὑ­μνο­γρά­φος: «Γνώ­ρι­σα τόν γε­ρω–Πέ­τρο (Πε­τρά­κη) τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη. Ἦ­ταν ὄν­τως ἅ­γιος μο­να­χός. Ἔ­κα­νε πολ­λή προ­σευ­χή καί με­γά­λη ἄ­σκη­ση. Μία φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα μα­γεί­ρευ­ε καί ἔ­τρω­γε κά­θε μέ­ρα ἀ­πό αὐ­τό. Μία φο­ρά ἦρ­θε στό Κελ­λί μας ἀλ­λοι­ω­μέ­νος στήν ὄψη· κλαί­γον­τας μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό βρά­δυ προ­σευ­χό­με­νος πε­ρι­κυ­κλώ­θη­κε ἀ­πό λευ­κό ἄ­πλε­το φῶς καί γέ­μι­σε εὐ­ω­δί­α τό κελ­λί του. Ὁ ἴ­διος αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­νέκ­φρα­στη μα­κα­ρι­ό­τη­τα, γλυ­κύ­τη­τα καί εἰ­ρή­νη. Δέν γνώ­ρι­ζε ἄν βρι­σκό­ταν στό κελ­λί του. Ρω­τοῦ­σε νά μά­θη τί εἶ­ναι αὐ­τό πού τοῦ συ­νέ­βη. Μοῦ εἶ­πε: ”Ἐσύ εἶ­σαι μορ­φω­μέ­νος, ξέ­ρεις γράμ­μα­τα, νά μοῦ πῆς μή­πως εἶ­ναι πλά­νη τοῦ Σα­τα­νᾶ, μή­πως εἶ­ναι τί­πο­τε κα­κό;”. Ὅ­λα ὅ­σα μοῦ ἔ­λε­γε ἦ­ταν τῆς χά­ρι­τος· κα­θώς τά δι­η­γεῖ­το εἶ­χε βγῆ ἐ­κτός ἑ­αυ­τοῦ καί σέ μί­α στιγμή ξαφ­νι­κά τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­ψε καί ἐ­γώ τἄ­χα­σα. Δέν μι­λοῦ­σα καί τόν ἄ­φη­σα νά λέ­η. Δέν τόν δι­έ­κο­ψα κα­θό­λου. Ἀ­πο­τύ­πω­να καί ἔ­λεγ­χα ὅ­σα ἔ­λε­γε. Δέν δι­έ­κρι­να κα­νέ­να ση­μεῖ­ο πλά­νης. Ὕ­στε­ρα τοῦ εἶ­πα νά δο­ξά­ζη τόν Θε­όν πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δῆ αὐ­τά, για­τί ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­πό τόν Θεό καί δέν εἶ­ναι πλά­νη. Φε­ύ­γον­τας μέ πα­ρα­κά­λε­σε νά μήν τά πῶ που­θε­νά καί νά πα­ρα­κα­λῶ τόν Θεό νά τόν ἐ­λε­ή­ση γιά νά μήν πλα­νη­θῆ. Ὁ γε­ρω–Πέ­τρος ἦ­ταν τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς. Πο­λύ τα­πει­νός καί ἁ­πλός μο­να­χός».

     Φα­ί­νε­ται πώς αὐ­τό τό γε­γο­νός τοῦ συ­νέ­βη τό­τε γιά πρώ­τη φο­ρά, για­τί στήν συ­νέ­χεια ζοῦ­σε πολ­λές τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις, ὅ­πως ἀ­πε­κά­λυ­ψε στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο[1]. Ἔ­βλε­πε συ­χνά τό Ἄ­κτι­στο Φῶς, εἶ­χε ἀ­ε­ίρ­ρο­α δά­κρυ­α πού συ­νώ­δευ­αν τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή του καί εἶ­χε ξε­πε­ρά­σει τά τυ­πι­κά.        

     Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος Γέ­ρον­τας ἄν κά­νη κα­νό­να καί ἀ­κο­λου­θί­α, καί ἀ­πάν­τη­σε: «Οὔ­τε κα­νό­να οὔ­τε ἀ­κο­λου­θί­α κά­νω. Μόλις δύ­σει ὁ ἥ­λιος τρώ­γω, κά­νω τό Ἀ­πό­δει­πνο καί κοι­μᾶ­μαι δύ­ο ὧ­ρες. Ὅ­ταν ξυ­πνή­σω, καί ὅταν ἔ­χη ἤ­δη νυ­χτώ­σει, ἀρ­χί­ζω τά κομ­πο­σχο­ί­νια. Στό δεύ­τε­ρο–τρί­το κομ­πο­σχο­ί­νι ἔρ­χον­ται τά δά­κρυ­α καί μέ­χρι τό πρωΐ δέν ξέ­ρω ποῦ βρί­σκο­μαι. Τό κα­λο­κα­ί­ρι ἀρ­χί­ζω τήν ἀ­γρυ­πνί­α τό βρά­δυ καί ὅ­ταν βγῆ ὁ ἥ­λιος, τό­τε συ­νέρ­χο­μαι καί μπα­ί­νω μέ­σα». (Πι­θα­νώ­τα­τα ἡρ­πά­ζε­το σέ θε­ω­ρί­α).

Γι᾿ αὐ­τό ζοῦ­σε ἔγ­κλει­στος καί δέν ἤ­θε­λε νά μι­λᾶ, «ἐγ­κο­πήν γλυ­κύ­τη­τος Θε­οῦ λα­βεῖν μή βου­λό­με­νος»[2]. Γιά  νά  μή  χά­ση τήν  ἐ­πι­κοι­νω­νί­α του  μέ τόν Θε­όν, ἀ­πέ­φευ­γε τίς συ­να­να­στρο­φές. «Ὁ ἀ­γα­πῶν τήν ὁ­μι­λί­αν

τήν με­τά τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­γα­πᾷ γε­νέ­σθαι μο­να­στι­κός»[3]. Τόν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν οἱ πα­τέ­ρες καί χτυ­ποῦ­σαν τήν ἐ­ξώ­πορ­τα, αὐ­τός ὅ­μως ἄ­νοι­γε λί­γο τό πα­ρα­θυ­ρά­κι καί ρω­τοῦ­σε ποι­ός εἶ­ναι καί τί θέ­λει. Ἄν τοῦ πή­γαι­ναν τρό­φι­μα, το­ύς ἔ­λε­γε νά τά ἀ­φή­σουν ἔ­ξω. Δέν ἔ­βγαι­νε νά τά πά­ρη μέ­χρι πού σά­πι­ζαν. Αὐ­τό τό ἔκα­νε γιά νά βλέ­πουν οἱ πα­τέ­ρες τά σα­πι­σμέ­να τρό­φι­μα καί νά μήν τοῦ ξα­να­φέρ­νουν.

     Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος για­τί δέν βγα­ί­νει. «Ἅ­μα βγῶ ἔ­ξω, θά ποῦ­με λό­για πε­ρίσ­σια», ἀ­πάν­τη­σε. Ἦταν ἀ­κτή­μων. Μία–δύ­ο φο­ρές τόν χρό­νο ἔ­βγαι­νε γιά νά δώ­ση τό ἐρ­γό­χει­ρό του, τά κομ­πο­σχο­ί­νια,  καί νά προ­μη­θευ­τῆ τό πα­ξι­μά­δι του. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα ἐ­νά­τη καί λά­δι δέν ἔ­τρω­γε σχε­δόν ὅ­λο τόν χρό­νο. Ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη τρο­φή του ἦ­ταν τσά­ϊ μέ πα­ξι­μά­δι. Ἔ­κα­νε καί ἔ­κτα­κτα τρι­ή­με­ρα.

     Ἔ­λε­γε στόν πα­πα–Δι­ο­νύ­σιο τόν Μι­κρα­γι­αν­να­νί­τη ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ο κα­λο­γέ­ρι: «Γιά νά με­ί­νης στήν ἔρη­μο, θά πρέ­πει νά εἶ­σαι κα­λός μά­γει­ρας. Θά μα­γει­ρε­ύ­εις φα­σό­λια τήν Κυ­ρια­κή καί θά τρῶς μέ­χρι τήν Τρί­τη. Τήν Τε­τάρ­τη θά βά­λεις λί­γο νε­ρά­κι καί θά τά βρά­ζεις, τήν Πέμπτη θά βά­λεις λί­γη ντο­μα­τού­λα, τήν Πα­ρα­σκευή λί­γο ἁ­λα­τά­κι καί νε­ρό, τό Σάββατο θά βά­λεις καί λί­γο χυ­λό ἀ­πό ἀ­λε­ύ­ρι, καί τήν Κυ­ρια­κή ἄλ­λο φα­γη­τό. Ἔ­τσι μέ ἕ­να φα­γη­τό περ­νᾶς ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα».

     Κάποτε εἶ­χε χι­ο­νί­σει καί τόν ἔ­βλε­πε ὁ πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος ἀ­πό ἀ­πέ­ναν­τι νά πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ξυ­πό­λυ­τος πά­νω στό χι­ό­νι. Ὕ­στε­ρα τόν ρώ­τη­σε για­τί τό ἔ­κα­νε αὐ­τό, καί τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρε­ύ­τη­κε ὅ­τι εἶ­χε σαρ­κι­κό πό­λε­μο καί βγῆ­κε ξυ­πό­λυ­τος στό χι­ό­νι γιά νά πο­λε­μή­ση τήν πύ­ρω­ση.

     Ὁ γε­ρω–Πέτρος εἶ­χε χά­ρι­σμα νά βλέ­πη πράγ­μα­τα πού θά συνέβαιναν μελ­λον­τι­κά. Κάποια μέ­ρα πῆ­ρε πλη­ρο­φο­ρί­α καί πῆ­γε στόν τό­τε Γέροντα τῆς Κα­λύ­βης τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους στή Νέα Σκή­τη καί τοῦ εἶ­πε: «Γέροντα, ἔρ­χε­ται ὁ λύ­κος νά φά­η τό προ­βα­τά­κι σου, τό ξέ­ρεις; Τό κα­λο­γέ­ρι σου δέν πά­ει κα­λά. Τό πα­ρα­κο­λου­θεῖς; Πρό­σε­ξέ το, για­τί θά φύ­γει καί θά τά πε­τά­ξει». Ὄν­τως τό κα­λο­γέ­ρι ἦ­ταν πνιγ­μέ­νο στο­ύς λο­γι­σμο­ύς καί σχε­δί­α­ζε νά φύ­γη. Ὁ γε­ρω–Πέτρος ἀ­πό τήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να τό ἔ­βλε­πε τό κα­λο­γέ­ρι. Δυ­στυ­χῶς πα­ρά τήν προ­σπά­θεια τοῦ Γέροντά του ἔ­φυ­γε στόν κό­σμο καί παν­τρε­ύ­τη­κε.

     Ζοῦ­σε τε­λεί­ως ἀ­πε­ρί­σπα­στα. Ἀ­νέ­βαι­νε τά κα­λο­καί­ρια στόν Ἄ­θω­να μέ τήν πρό­φα­ση νά μα­ζεύ­η τσά­ϊ, ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ­σύ­χα­ζε καί ἐ­πε­δί­δε­το στή νο­ε­ρά καί ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, καί στήν θε­ω­ρί­α. Προ­σπα­θοῦ­σε νά ζῆ στήν ἀ­φά­νεια, γι᾿ αὐ­τό δέν δι­α­σώ­ζον­ται πολ­λά στοι­χεῖ­α ἀ­πό τήν ζωή του. Ἀλ­λά, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, ἀρ­κεῖ πολ­λές φο­ρές καί ἕ­νας λό­γος, γιά νά φα­νε­ρώ­ση ὅ­λη τήν πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἐρ­γα­σί­α τοῦ μο­να­χοῦ. Ἄν δο­κι­μά­ση κα­νε­ίς ἕ­να ρα­κο­πό­τη­ρο κρα­σί κα­τα­λα­βα­ί­νει ὅ­λη τήν ποι­ό­τη­τα τοῦ κρα­σιοῦ ἑ­νός με­γά­λου βα­ρε­λιοῦ. Καί ὁ γερω–Πέτρος, ἀπ᾿ τά λί­γα στοι­χεῖ­α πού ὑ­πάρ­χουν, φα­ί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νος στήν εὐ­χή. Ἦ­ταν μο­να­χός τῆς εὐ­χῆς, τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Μο­να­χός βια­στής, πραγ­μα­τι­κός ἀ­σκη­τής πού συν­δύ­α­ζε πρά­ξη καί θε­ω­ρί­α.

     Ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες πού τόν γνώ­ρι­σαν ἐκ­φρά­ζον­ται γι᾿ αὐ­τόν μέ τά κα­λύ­τε­ρα λό­για. «Ἦ­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος τῆς πε­ρι­ο­χῆς», «πραγ­μα­τι­κός μο­να­χός», «ἁ­γι­ώ­τα­το Γε­ρον­τά­κι». Καί ὁ γε­ρω–Πα­ΐ­σιος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀπ᾿ ὅ­σους ἀ­σκη­τές γνώ­ρι­σε, ὁ γε­ρω–Πέτρος ἦ­ταν σέ ἀ­νώ­τε­ρα μέ­τρα, γι᾿ αὐ­τό ἤ­θε­λε νά γί­νη ὑ­πο­τα­κτι­κός του.

     Ὁ πα­πα–Ἐ­φραίμ ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της εἶ­χε πολ­λή εὐ­λά­βεια στόν γε­ρω–Πέ­τρο καί εἶ­πε γι᾿ αὐ­τόν: «Σοῦ ἄ­φη­νε μί­α γλυ­κύ­τη­τα μέ­σα σου, ὅ­ταν τόν συ­ναν­τοῦ­σες καί σέ μι­λοῦ­σε αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος. Πο­τέ δέν φά­νη­κε σέ ἀ­γρυ­πνί­ες καί πο­τέ δέν προ­ξέ­νη­σε σκάν­δα­λο. Μία ζω­ή στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί νά εἶ­ναι εἰ­ρη­νι­κός μέ ὅ­λους, με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα».

     Ὁ γε­ρω–Πέ­τρος, ὅ­ταν συ­ναν­τοῦ­σε Πα­τέ­ρες στόν δρό­μο, δέν ἔ­λε­γε τόν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο χαι­ρε­τι­σμό «εὐ­λο­γεῖ­τε», ἀλ­λά τό ἑ­ξῆς βα­θυ­στό­χα­στο: «Πα­τέ­ρες, φεύ­γου­με» (δη­λα­δή πε­θα­ί­νου­με).

     Εἶ­χε με­γά­λη λε­πτό­τη­τα. Ἀ­πέ­φευ­γε νά δι­α­νυ­κτε­ρεύ­η σέ Κελ­λιά, γιά νά μήν ἐ­πι­βα­ρύ­νη τούς πα­τέ­ρες, ἀλ­λά καί γιά νά μή χά­νη ὁ ἴ­διος τήν ἡ­συ­χί­α του καί πα­ρα­βαί­νη τό τυ­πι­κό του. Μία φο­ρά ὁ γερω– Ἰω­α­κείμ ὁ Κα­ρυ­ώ­της ἀ­πό τήν Βα­το­πε­δι­νή Κα­λύ­βη τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως τόν πί­ε­σε νά δι­α­νυ­κτε­ρεύ­ση στό Κελ­λί του, ἀλ­λά δέ δέ­χθη­κε. Ξε­κί­νη­σε μέ τά πό­δια γιά τήν Δάφ­νη. Στόν δρό­μο νύ­χτω­σε, ἄρ­χι­σε νά βρέ­χη καί δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σε σέ μί­α κου­φά­λα κα­στα­νιᾶς.

     Ὅ­ταν προ­αι­σθάν­θη­κε ὅ­τι πλη­σι­ά­ζει ἡ κο­ί­μη­σή του, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό Κελ­λά­κι του στήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να καί πῆ­γε στήν με­τά­νοιά του, στόν Ἅ­γιο Πέτρο, ν᾿ ἀ­φή­ση τά κόκ­κα­λά του ἐ­κεῖ, ὅ­που ξε­κί­νη­σε τήν κα­λο­γε­ρι­κή του. Ἔ­ζη­σε ἐ­κεῖ με­ρι­κο­ύς μῆ­νες καί ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 1958 τήν ἡ­μέ­ρα τῆς μνή­μης τοῦ ἁ­γί­ου Πέτρου τοῦ Ἀ­θω­νί­του τοῦ ὁ­πο­ί­ου εἶ­χε τό ὄ­νο­μα καί πρός τι­μήν τοῦ ὁ­πο­ί­ου ἐ­τι­μᾶ­το ὁ να­ός τῆς Κα­λύ­βης. Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη, τά μό­να πράγ­μα­τα πού βρέ­θη­καν στό κελ­λί του ἦ­ταν λί­γο πα­ξι­μά­δι σ᾽ ἕ­να κα­λά­θι καί μι­σό μπου­κά­λι λά­δι γιά τό καν­τή­λι. Οὔ­τε κρεβ­βά­τι οὔ­τε στρῶ­μα εἶ­χε.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. 1. Βλ. Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται Πα­τέ­ρες καί Ἁ­γι­ο­ρε­ί­τι­κα, σελ. 69.
  2. Κλῖ­μαξ ΚΖ΄, κε΄.
  3. Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ, ΛΔ’, 152.