
της Ειρήνης Αρτέμη
Η σημασία του αναδόχου αναδεικνύεται με ιδιαίτερη σαφήνεια κατά την τέλεση του Ιερού Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Η παρουσία του δεν αποτελεί τυπικό ή διακοσμητικό στοιχείο της ακολουθίας, αλλά ουσιώδες λειτουργικό γεγονός, το οποίο εκφράζει την ευθύνη της εκκλησιαστικής κοινότητας για την ένταξη του νεοφωτίστου στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν βαπτίζει απομονωμένα πρόσωπα, αλλά εντάσσει νέα μέλη στη ζώσα κοινωνία της, γι’ αυτό και ο ανάδοχος λειτουργεί ως ορατός εκφραστής της εκκλησιαστικής αυτής μέριμνας.
Η συμμετοχή του αρχίζει ήδη από την Ακολουθία της Κατηχήσεως, η οποία προηγείται του κυρίως Βαπτίσματος. Επειδή το νήπιο αδυνατεί να ομολογήσει προσωπικά την πίστη του και να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή του, ο ανάδοχος ενεργεί ως εκπρόσωπός του ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας. Αποτάσσεται τον Σατανά, συντάσσεται με τον Χριστό και απαγγέλλει το Σύμβολο της Πίστεως, εκφράζοντας όχι προσωπική άποψη αλλά την κοινή πίστη της Εκκλησίας, στην οποία πρόκειται να ενταχθεί ο βαπτιζόμενος.
Η ομολογία αυτή δεν αναιρεί την προσωπική ελευθερία του νεοφωτίστου ούτε υποκαθιστά τη μελλοντική προσωπική του πίστη. Αντιθέτως, αποτελεί προσωρινή αναπλήρωση της φυσικής του αδυναμίας, μέχρι να αποκτήσει την πνευματική ωριμότητα που θα του επιτρέψει να αποδεχθεί συνειδητά το δώρο της χάριτος που έλαβε κατά το Βάπτισμα. Υπό την έννοια αυτή, ο ανάδοχος εγγυάται ενώπιον της Εκκλησίας ότι το παιδί θα ανατραφεί μέσα στην ορθόδοξη πίστη και θα οδηγηθεί στη συνειδητή συμμετοχή στη μυστηριακή και λατρευτική της ζωή.
Ιδιαίτερη θεολογική σημασία έχει και η παραλαβή του νεοφωτίστου από την κολυμβήθρα, πράξη από την οποία προέρχεται και η ονομασία «ἀνάδοχος». Η πράξη αυτή συμβολίζει την ανάληψη της πνευματικής πατρότητας του βαπτισμένου και σηματοδοτεί την έναρξη μιας σχέσεως που υπερβαίνει τα όρια της τελετής. Όπως ερμηνεύει ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, ο ανάδοχος παραλαμβάνει τον νεοφώτιστο ως νέο μέλος της Εκκλησίας και αναλαμβάνει να τον συνοδεύει στην πορεία της εν Χριστῷ ζωής. Η σχέση αυτή δεν είναι συμβολική ούτε περιστασιακή, αλλά μόνιμη και εκκλησιολογικά θεμελιωμένη.
Η πνευματική πατρότητα που εγκαινιάζεται με το Βάπτισμα αποτελεί διαρκή διακονία. Ο ανάδοχος δεν περιορίζεται στη συμμετοχή του κατά την ημέρα της βαπτίσεως, αλλά καλείται να στηρίζει τον αναδεκτό σε κάθε στάδιο της πνευματικής του πορείας. Οφείλει να τον εισάγει στη ζωή της Εκκλησίας, να τον ενθαρρύνει στη συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία και στα υπόλοιπα Μυστήρια, να καλλιεργεί την αγάπη του προς την Αγία Γραφή και την πατερική παράδοση και να τον καθοδηγεί στη βίωση του ευαγγελικού ήθους. Η πνευματική αυτή σχέση θεμελιώνεται πρωτίστως στο προσωπικό παράδειγμα και όχι μόνο στη διδασκαλία, διότι η αυθεντική χριστιανική αγωγή μεταδίδεται κυρίως ως εμπειρία ζωής.
Η ευθύνη αυτή προϋποθέτει ότι ο ίδιος ο ανάδοχος ζει συνειδητά ως μέλος της Εκκλησίας. Δεν είναι δυνατόν να καταστεί πνευματικός οδηγός εκείνος που παραμένει αποξενωμένος από τη μυστηριακή και λειτουργική της ζωή. Η τακτική συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία, η μετάνοια διά του Μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως, η προσωπική προσευχή, η άσκηση, η μελέτη της Αγίας Γραφής και η εφαρμογή του ευαγγελικού ήθους αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση της πνευματικής πατρότητας. Μόνον εκείνος που βιώνει ο ίδιος την εμπειρία της Εκκλησίας μπορεί να την μεταδώσει αυθεντικά στον αναδεκτό του.
Η πατερική παράδοση αναδεικνύει με ιδιαίτερη έμφαση το βάθος αυτής της ευθύνης. Ο ιερός Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τους αναδόχους «πνευματικούς πατέρες», επισημαίνοντας ότι η μέριμνά τους για τα πνευματικά τους τέκνα οφείλει να είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, επιμελής από εκείνη των φυσικών γονέων. Αντίστοιχα, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τονίζει ότι οι υποσχέσεις που δίδονται κατά την Ακολουθία του Βαπτίσματος συνιστούν δέσμευση ενώπιον του Θεού και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως τυπική διαδικασία ή κοινωνική υποχρέωση. Η αναδοχή αποτελεί λειτούργημα που απαιτεί πνευματική ωριμότητα, εκκλησιαστική συνείδηση και διαρκή αίσθηση ευθύνης.
Η σύγχρονη ποιμαντική πραγματικότητα αποκαλύπτει ότι η θεολογική αυτή διάσταση συχνά υποβαθμίζεται. Η επιλογή του αναδόχου καθορίζεται πολλές φορές από συγγενικούς δεσμούς, κοινωνικές υποχρεώσεις ή προσωπικές φιλίες, ενώ η πνευματική του καταλληλότητα παραμένει σε δεύτερο επίπεδο. Έτσι, ο θεσμός της αναδοχής κινδυνεύει να απολέσει τον αυθεντικό εκκλησιολογικό του χαρακτήρα και να περιορισθεί σε στοιχείο της κοινωνικής εορτής που συνοδεύει το Μυστήριο.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού αποτελεί σημαντική ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας. Η κατάλληλη προετοιμασία των γονέων και των υποψηφίων αναδόχων μέσω συστηματικής κατήχησης μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αποκατάσταση της αυθεντικής σημασίας της αναδοχής. Η ενημέρωση για τη θεολογία του Βαπτίσματος, τη λειτουργική συμμετοχή του αναδόχου και τις πνευματικές του υποχρεώσεις δεν αποτελεί τυπική διαδικασία, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη συνειδητή βίωση του Μυστηρίου.
Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι ο ανάδοχος δεν είναι απλώς συνοδός του νεοφωτίστου κατά την ημέρα του Βαπτίσματος, αλλά διαρκής συνοδοιπόρος στην πορεία της σωτηρίας του. Η διακονία του εκτείνεται σε ολόκληρη τη ζωή του αναδεκτού και αποσκοπεί στην καλλιέργεια της πίστεως, στη συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και στη διαμόρφωση γνήσιου εκκλησιαστικού φρονήματος. Με τον τρόπο αυτό η αναδοχή αναδεικνύεται ως αυθεντική έκφραση της εκκλησιαστικής κοινωνίας και της κοινής ευθύνης των μελών του Σώματος του Χριστού για την πνευματική πρόοδο των αδελφών τους.
